15/10/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Artion - Σχολιασμός Νομολογίας

ΣτΕ (Β’) 484/2026: Πιστώσεις της τάξεως των 2.000 ευρώ δεν εξαιρούνται από τον έλεγχο ενδεχόμενης προσαύξησης περιουσίας

Η υπ’ αριθ. 484/2026 απόφαση του ΣτΕ (Β΄ Τμήμα) εξετάζει τις προϋποθέσεις φορολόγησης τραπεζικών πιστώσεων ως προσαύξησης περιουσίας άγνωστης πηγής ή αιτίας, βάσει της παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν. 2238/1994, και ιδίως την κατανομή του βάρους απόδειξης, τον χρόνο επέλευσης της προσαύξησης και τη μεταχείριση κοινών λογαριασμών και επαναλαμβανόμενων μικρών καταθέσεων.

Η υπόθεση αφορούσε φορολογούμενο που διατηρούσε επιχείρηση γουναρικών και στον οποίο καταλογίστηκαν φόρος εισοδήματος, συναφείς επιβαρύνσεις και ειδική εισφορά αλληλεγγύης για τη χρήση 2012, κατόπιν ελέγχου τραπεζικών λογαριασμών. Το Διοικητικό Εφετείο είχε δεχθεί εν μέρει την προσφυγή του, διατηρώντας τον καταλογισμό για τις περισσότερες από τις αμφισβητούμενες πιστώσεις.

Το ΣτΕ επανέλαβε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης φέρει καταρχήν η φορολογική διοίκηση, η οποία μπορεί να στηρίζεται και σε αντικειμενικές, συγκλίνουσες ενδείξεις. Ο φορολογούμενος οφείλει, πάντως, να παρέχει εύλογες και επαρκώς τεκμηριωμένες εξηγήσεις για την προέλευση των επίμαχων ποσών. Η απόδειξη ότι διέθετε χρηματικά κεφάλαια ικανά να καλύψουν τις καταθέσεις δεν αρκεί από μόνη της? πρέπει, από τη συνολική εκτίμηση των στοιχείων και των περιστάσεων, να προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες πιστώσεις προέρχονται πράγματι από τα επικαλούμενα διαθέσιμα.

Ως προς τη μεταφορά χρημάτων μεταξύ ατομικών λογαριασμών του ίδιου προσώπου, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή δεν συνιστά καθαυτή νέα περιουσιακή προσαύξηση. Κρίσιμος για τη φορολόγηση είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό εισήλθε αρχικά στην περιουσία του φορολογουμένου και όχι αυτομάτως ο χρόνος του εμβάσματος. Η φορολογική αρχή οφείλει να προσδιορίζει τον χρόνο αυτό με πρόσφορα και επαρκή στοιχεία. Αν το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, ακόμη και μετά από τυχόν συμπλήρωση των αποδείξεων, επιλύει το ζήτημα με βάση το βάρος απόδειξης, το οποίο βαρύνει καταρχήν τη διοίκηση. Η πλημμελής διερεύνηση του χρόνου δεν συνεπάγεται, πάντως, αναγκαστικά ακύρωση του καταλογισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι η προσαύξηση επήλθε πράγματι στην ελεγχόμενη χρήση.

Για τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς προέχει η διερεύνηση του πραγματικού δικαιούχου των ποσών και της εσωτερικής σχέσης των συνδικαιούχων. Εφόσον, παρά τη δέουσα έρευνα, δεν προκύπτει διαφορετική κατανομή, εφαρμόζεται το τεκμήριο ίσων μεριδίων του άρθρου 493 του Α.Κ.. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το γεγονός ότι την κατάθεση πραγματοποίησε ο αδελφός του φορολογουμένου δεν αρκούσε για να αποδειχθεί ότι τα χρήματα ανήκαν αποκλειστικά σε εκείνον.

Περαιτέρω, το ΣτΕ διευκρίνισε ότι καταθέσεις έως 2.000 ευρώ δεν εξαιρούνται αυτομάτως από τον έλεγχο, όταν πραγματοποιούνται συστηματικά και με μεγάλη συχνότητα και, αθροιζόμενες ανά χρήση, ανέρχονται σε σημαντικό ποσό. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, διότι η επικληθείσα ΣτΕ 884/2016 δεν καθιέρωνε αντίθετο κανόνα. Οι αιτιάσεις για την απόδειξη μετατροπής μετρητών σε συνάλλαγμα και παροχής ταμειακών διευκολύνσεων απορρίφθηκαν, επίσης, κατά το μέρος που αμφισβητούσαν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι επίμαχες «μικρές» καταθέσεις ανέρχονταν συνολικά σε 10.312,91 ευρώ, ποσό που πλησίαζε το ένα τρίτο των δηλωθέντων κερδών του φορολογουμένου για το 2012. Ο φορολογικός έλεγχος τις είχε χαρακτηρίσει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας και τις είχε συμπεριλάβει στο φορολογητέο εισόδημά του. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι έπρεπε να εξαιρεθούν από τον έλεγχο επειδή καθεμία δεν υπερέβαινε τις 2.000 ευρώ, χωρίς να προβάλει ειδικότερους ισχυρισμούς για την προέλευσή τους, ωστόσο αυτός ο ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός.

Τελικώς, η αίτηση αναιρέσεως έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς έμβασμα 141.000 δολαρίων Η.Π.Α. από ατομικό λογαριασμό του φορολογουμένου στην Κύπρο σε δικό του λογαριασμό στην Ελλάδα, λόγω εσφαλμένης αντιμετώπισης του χρόνου της τυχόν προσαύξησης. Η αναίρεση καταλαμβάνει και το συναφές σκέλος της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Η υπόθεση παραπέμφθηκε, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο Διοικητικό Εφετείο για νέα κρίση, χωρίς να κριθεί οριστικά ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν φορολογείται.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

Αριθμός 484/2026

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Πρόεδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σοφία Βιτάλη, Βασιλική Μόσχου, Σύμβουλοι, Αντώνιος Φοβάκης, Νικόλαος Νικολάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.

Για να δικάσει την από 12 Ιουλίου 2021 αίτηση:

του ......... του ........., κατοίκου ........., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ......... (.........), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε), η οποία παρέστη με τη …………….., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 2814/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Νικολάου Νικολάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Αρχής, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κάτα τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής .........90011).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2814/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος με αίτημα την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), της ........./25.1.2019 ενδικοφανούς προσφυγής του κατά α) της ........./18.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, της Προϊσταμένης του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.), με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του, για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012), διαφορά φόρου εισοδήματος ποσού 297.430,64 ευρώ και πρόστιμο, κατά τα άρθρα 53 και 58 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ), λόγω ανακρίβειας της δήλωσης, ποσού 278.989,94 ευρώ, και β) της ........./18.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (ν. 3986/2011) της ως άνω Προϊσταμένης, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του διαφορά ειδικής εισφοράς, για το ίδιο οικονομικό έτος, ποσού 27.637,39 ευρώ.

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εμπίπτει, ως εκ του χρόνου άσκησής της, στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213) και, περαιτέρω, η παράγραφος 3 με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α' 240). Κατά την έννοια δε της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, τα ποσά που αντιστοιχούν στις πράξεις, με τις οποίες επιβάλλεται φόρος επί του εισοδήματος -τέτοιες είναι και οι πράξεις προσδιορισμού εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 (Α' 152)- του ίδιου διαδίκου για το ίδιο οικονομικό/φορολογικό έτος, με βάση τη διαπίστωση, από τη φορολογική αρχή, της ύπαρξης (της ίδιας) μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, συναθροίζονται για τον προσδιορισμό του ποσού της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2153/2025, ΣτΕ 463/2025, ΣτΕ 863/2024 κ.ά.). Εν προκειμένω, το ποσό της διαφοράς, ανερχόμενο σε 325.068,03 ευρώ (297.430,64 ευρώ + 27.637,39 ευρώ), υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς κατ’ άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989.

4. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί (ΣτΕ 884/2016 επταμ., ΣτΕ 1893/2018 επταμ., ΣτΕ 1896/2018 επταμ., ΣτΕ 1897/2018 επταμ., ΣτΕ 1587/2019, ΣτΕ 2404/2020, 712, ΣτΕ 1020/2021, ΣτΕ 2471/2022, ΣτΕ 326/2024, ΣτΕ 1576/2024, ΣτΕ 1721/2024, ΣτΕ 1802/2024, ΣτΕ 1482/2025, ΣτΕ 1484/2025, ΣτΕ 1499/2025, ΣτΕ 2033/2025 κ.ά.), με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ- ν. 2238/1994, Α' 151), όπως ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά από τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010 (Α' 175), προβλεπόταν η δυνατότητα φορολόγησης μη δηλωθέντος εισοδήματος, αντιστοιχούντος σε χρηματικό ποσό ανευρεθέν στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου και λογιζόμενο, εξαιτίας της άγνωστης προέλευσής του, ως υπαγόμενο σε φορολογία εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα κατά το οικονομικό έτος, κατά το οποίο προκύπτει ότι το ποσό αυτό εισήχθη στην περιουσία του φορολογουμένου. Από τις ίδιες διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις περί έμμεσων τεχνικών ελέγχου διατάξεις των άρθρων 23 και 27 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ, ν. 4174/2013, Α' 170, πρβλ. και άρθρα 66 και 67Β του ΚΦΕ) συνάγεται, περαιτέρω, ότι η τέλεση φορολογικής παράβασης, συνισταμένη στην απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος, και, κατ’ επέκταση, η ύπαρξη αντίστοιχης φορολογητέας ύλης -το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει καταρχήν η φορολογική αρχή (ΣτΕ 884/2016 επταμ., 1894-1896/2018 επταμ., ΣτΕ 1995/2019, ΣτΕ 2471/2022, 1576, ΣτΕ 1721/2024, ΣτΕ 1499/2025, ΣτΕ 2033/2025 κ.ά.)- μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη εκτίμηση της διοίκησης, όχι μόνον βάσει άμεσων αποδείξεων, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις, δηλαδή από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης στον ελεγχόμενο παράβασης, χωρίς τούτο να συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Όπως, εξάλλου, συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΦΕ και του ΚΦΔ, συνδυαστικά ερμηνευόμενες, στα μέσα έμμεσης απόδειξης της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος περιλαμβάνονται και στοιχεία κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου, από τα οποία προκύπτουν καταθέσεις του και αντίστοιχα εμβάσματα, τα οποία επιτρεπτώς λογίζονται και φορολογούνται ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού, εφόσον δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα και νομίμως φορολογηθέντα ή απαλλαχθέντα του φόρου εισοδήματά του ή από άλλη συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία, την οποία ο ελεγχόμενος επικαλείται ενώπιον της φορολογικής διοίκησης ή που η φορολογική αρχή εντοπίζει στο πλαίσιο του ελέγχου, επιδεικνύοντας την οφειλόμενη σε χρηστή διοίκηση επιμέλεια και λαμβάνοντας τα προβλεπόμενα στον νόμο κατάλληλα και αναγκαία, κατά τις περιστάσεις, μέτρα ελέγχου και διερεύνησης της υπόθεσης. Ο φορολογούμενος έχει, εξάλλου, τη δυνατότητα τόσο κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, με την υποβολή των απόψεών του επί του σημειώματος διαπιστώσεων του ελέγχου του άρθρου 28 παρ. 1 του ΚΦΔ, αλλά και κατά το μεταγενέστερο στάδιο της άσκησης της κατ’ άρθρο 63 του ΚΦΔ ενδικοφανούς προσφυγής κατά της οικείας πράξης διορθωτικού προσδιορισμού, να επικαλεσθεί έναντι της φορολογικής αρχής και, κατ’ επέκταση, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων στοιχεία που, κατ’ αυτόν, ανατρέπουν την πραγματική βάση της εκτίμησης της διοίκησης περί του ότι τα εντοπισθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά αποτελούν άγνωστης πηγής ή αιτίας προσαύξηση της περιουσίας του (ΣτΕ 2033/2025, ΣτΕ 1499/2025, ΣτΕ 1576/2024, ΣτΕ 1721/2024, ΣτΕ 2471/2022, πρβλ. ΣτΕ 1802/2024, ΣτΕ 1577/2020, ΣτΕ 1579/2020, ΣτΕ 1581/2020, 1995-1996/2019 κ.ά.). Προς τούτο δεν αρκεί, ωστόσο, ο ελεγχόμενος φορολογούμενος να αποδεικνύει μόνο την ύπαρξη χρηματικών διαθεσίμων που καλύπτουν τις άγνωστης προέλευσης τραπεζικές του καταθέσεις, αλλά πρέπει, επιπλέον, να προκύπτει, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και συνθηκών της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι τα ανευρεθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς κεφάλαια προέρχονται πράγματι από τα εν λόγω χρηματικά διαθέσιμα (ΣτΕ 1499/2025, 1576, ΣτΕ 1721/2024, ΣτΕ 2471/2022, πρβλ. ΣτΕ 1893/2018, ΣτΕ 1995/2019, 413, 1577, 1579, ΣτΕ 1581/2020).

5. Επειδή, όπως έχει κατ’ επανάληψη κριθεί (ΣτΕ 1891-1893/2018 επταμ. 884/2016 επταμ., βλ. επίσης ΣτΕ 1458/2025, ΣτΕ 1576/2024, ΣτΕ 326/2024, ΣτΕ 2471/2022, ΣτΕ 1020/2021, ΣτΕ 712/2021, ΣτΕ 2800/2020, ΣτΕ 2404/2020, ΣτΕ 1587/2019, ΣτΕ 435/2017 κ.ά.), οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ΚΦΕ έχουν, περαιτέρω, την έννοια ότι ποσό τραπεζικού λογαριασμού που τροφοδότησε έμβασμα και λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού, φορολογείται ως εισόδημα της διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία προκύπτει ότι το ποσό αυτό εισήχθη στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού -δεδομένου ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο γεννάται η ισόποση (άγνωστης προέλευσης) προσαύξηση της περιουσίας του και η αντίστοιχη φοροδοτική του ικανότητα- ενώ η μεταφορά, με έμβασμα, χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό του φορολογουμένου, στον οποίο δεν υπάρχει συνδικαιούχος, σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου προσώπου δεν ενέχει περιουσιακή του προσαύξηση. Κρίσιμος, κατά συνέπεια, δεν είναι, καταρχήν, ο χρόνος διενέργειας του εμβάσματος, επ’ αφορμή του οποίου έγινε ο έλεγχος και διαπιστώθηκε η περιουσιακή προσαύξηση, αλλά είτε ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού (και, σε περίπτωση τμηματικής κατάθεσής του, ο χρόνος που κατατέθηκε καθένα από τα τμήματά του) στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, από τον οποίο απεστάλη το έμβασμα, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος, κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του, όπως ο χρόνος κατάθεσης του ποσού αυτού (ή τμήματός του) σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου προσώπου, από τον οποίο το επίμαχο ποσό (ή μέρος του) μεταφέρθηκε στον λογαριασμό του, μέσω του οποίου διενεργήθηκε το έμβασμα. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ως άνω κρίσιμου χρόνου -ο οποίος συνιστά πραγματικό ζήτημα, διακριτό της ύπαρξης περιουσιακής προσαύξησης άγνωστης πηγής ή αιτίας- πρέπει να γίνεται από τη φορολογική αρχή βάσει πρόσφορων και επαρκών στοιχείων, τα οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συλλέγονται κατόπιν λήψης αναγκαίων και κατάλληλων μέτρων ελέγχου και διερεύνησης της υπόθεσης, στα οποία περιλαμβάνονται, ιδίως, η κλήση του φορολογούμενου για παροχή εξηγήσεων και η αναζήτηση πληροφοριών και εγγράφων από τα εμπλεκόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Πράξη, αντιθέτως, της φορολογικής αρχής, με την οποία φορολογείται το άγνωστης πηγής ή αιτίας ποσό τραπεζικού λογαριασμού που τροφοδότησε έμβασμα, ως εισόδημα της χρήσης κατά την οποία αυτό πραγματοποιήθηκε, χωρίς να εξετάζεται ο κατά τα προεκτεθέντα κρίσιμος χρόνος επέλευσης της αντίστοιχης περιουσιακής προσαύξησης, αιτιολογείται, καταρχήν, ελλιπώς. Η πλημμέλεια, ωστόσο, αυτή δεν άγει κατ’ ανάγκη στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης από το διοικητικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται της κατ’ αυτής ασκηθείσας προσφυγής, διότι η πραγματική βάση της πράξης αυτής -συνιστάμενη, κατά τούτο, στο ότι η επίμαχη, άγνωστης προέλευσης, περιουσιακή προσαύξηση επήλθε σε χρονικό σημείο ευρισκόμενο εντός του οικονομικού έτους αποστολής του εμβάσματος- δεν είναι, άνευ ετέρου, εσφαλμένη, έστω κι αν αντανακλά την καταρχήν απορριπτέα εκδοχή ότι κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος του εμβάσματος. Η πραγματική αυτή βάση μπορεί να είναι κατ’ αποτέλεσμα ορθή στις περιπτώσεις που το επίμαχο ποσό εισήχθη πράγματι στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού κατά τον χρόνο αποστολής του εμβάσματος. Στις περιπτώσεις, αντιθέτως, που το δικαστήριο της ουσίας -το οποίο, κατά την εκδίκαση της προσφυγής, έχει εξουσία πλήρους ελέγχου της ουσιαστικής ορθότητας της πραγματικής βάσης της προσβληθείσας καταλογιστικής πράξης- κρίνει, επιλαμβανόμενο σχετικού λόγου προσφυγής, ότι η επίμαχη περιουσιακή προσαύξηση δεν επήλθε στο σύνολό της ή επήλθε εν μέρει μόνον εντός του οικονομικού έτους αποστολής του εμβάσματος, προβαίνει, αντιστοίχως, στην ακύρωση ή στη μεταρρύθμιση της ενώπιόν του προσβληθείσας πράξης της φορολογικής αρχής. Εάν, εξάλλου, από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας -όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατόπιν και τυχόν διαταχθείσας συμπλήρωσης των αποδείξεων- το διοικητικό δικαστήριο αδυνατεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του χρόνου της επέλευσης (εντός ή εκτός της χρήσης διενέργειας του εμβάσματος) της επίμαχης άγνωστης πηγής ή αιτίας περιουσιακής προσαύξησης, υποχρεούται να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, κατανέμοντας το σχετικό βάρος απόδειξης, το οποίο επιρρίπτεται, καταρχήν, στη φορολογική διοίκηση και όχι στον φορολογούμενο (ΣτΕ 1458/2025, ΣτΕ 1576/2024, ΣτΕ 2471/2022, ΣτΕ 712/2021, ΣτΕ 1995/2019).

6. Επειδή, τέλος, και όπως έχει επίσης κριθεί (ΣτΕ 1891-1894/2018 επταμ., ΣτΕ 175/2020, ΣτΕ 1438/2023), τα αναφερόμενα στις προηγούμενες σκέψεις ισχύουν, κατ’ αναλογία, και σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι δικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού από κοινού με ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα. Πράγματι, και σε τέτοια περίπτωση, το (σημαντικό) χρηματικό ποσό που εισέρχεται στον κοινό λογαριασμό και το οποίο δεν καλύπτεται από τα (νομίμως φορολογηθέντα ή απαλλαχθέντα του φόρου) εισοδήματα που έχουν δηλώσει στη φορολογική αρχή οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία, την οποία είτε επικαλείται ο ελεγχόμενος συνδικαιούχος του λογαριασμού είτε εντοπίζει η φορολογική αρχή, λαμβάνοντας τα αναγκαία, κατάλληλα και εύλογα, ενόψει των περιστάσεων, μέτρα ελέγχου και έρευνας (στα οποία περιλαμβάνεται και η κλήση των λοιπών συνδικαιούχων του λογαριασμού για παροχή πληροφοριών και, ενδεχομένως, συναφών αποδεικτικών στοιχείων), μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και των συνθηκών της υπόθεσης (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η τυχόν μεταφορά του ποσού αυτού στον επίμαχο λογαριασμό από ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου συνδικαιούχου του ή η κατάθεσή του από αυτόν, καθώς και χρεώσεις του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, όπως η μεταφορά χρηματικού ποσού από το λογαριασμό αυτό σε ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου συνδικαιούχου ή σε τραπεζικό λογαριασμό προσωπικής ή κεφαλαιουχικής εταιρείας, στην οποία αυτός είναι εταίρος ή μέτοχος, ή σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, με το οποίο αυτός έχει επαγγελματική/οικονομική συνεργασία ή οικονομική συναλλαγή, ή η αφαίρεση από τον κοινό λογαριασμό χρημάτων για την κάλυψη αγορών που έγιναν μέσω της χρεωστικής ή πιστωτικής κάρτας του συγκεκριμένου συνδικαιούχου ή άλλης δαπάνης για την κτήση εκ μέρους του εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων) ότι συνιστά εισόδημα του συγκεκριμένου συνδικαιούχου του λογαριασμού. Εξάλλου, ναι μεν, σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 5638/ 1932, Α' 307, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, Α' 224, και με τα άρθρα 411, 489, 490, 491 και 493 του Αστικού Κώδικα), καθένας από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού δικαιούται να απαιτήσει από την τράπεζα και να αναλάβει το σύνολο του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στο ενεργητικό (υπόλοιπο) του λογαριασμού (ΣτΕ 2260/2008, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1691/2014 κ.ά.), αλλά α) το ανωτέρω στοιχείο αφορά μόνον στην ενοχική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού και της τράπεζας και δεν ασκεί επιρροή στην εξέταση του πρότερου (διοικητικής φύσης) ζητήματος εάν ορισμένο ποσό που πιστώθηκε στον λογαριασμό αυτό αποτελεί (μη δηλωθέν στη φορολογική αρχή) εισόδημα συνδικαιούχου του και β) πέραν τούτου, κατά το ιδιωτικό δίκαιο, καθένας από τους λοιπούς συνδικαιούχους έχει έναντι του αναλαβόντος απαίτηση να του αποδοθεί το ποσό το οποίο τυχόν δικαιούται βάσει της εσωτερικής σχέσης που τους συνδέει (πρβλ. ΣτΕ 2260/2008, ΑΠ 1128/2017, ΣτΕ 1691/2014, ΣτΕ 1001/2012 κ.ά.), η οποία μπορεί να συνίσταται, ιδίως, σε σύμβαση δωρεάς, δανείου, εταιρείας ή εντολής, δυνάμει της οποίας ο εντολέας αναθέτει στον εντολοδόχο-συνδικαιούχο του λογαριασμού να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικά με την κίνηση του λογαριασμού, προς διευκόλυνση του εντολέα που είναι ο αληθής δικαιούχος του ποσού του ενεργητικού του λογαριασμού (πρβλ. ΑΠ 1001/2012). Εάν δεν προκύπτει (αφενός, με βάση τους ισχυρισμούς του ελεγχομένου και των λοιπών συνδικαιούχων του λογαριασμού, σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτοί επικαλούνται, και, αφετέρου, βάσει των μέτρων ελέγχου και διερεύνησης της υπόθεσης που λαμβάνει η φορολογική αρχή, επιδεικνύοντας τη δέουσα, ενόψει των συνθηκών, επιμέλεια, προκειμένου να διαπιστώσει ποιoς είναι ο αληθής δικαιούχος των επίμαχων ποσών, ενόψει και της πηγής ή αιτίας πίστωσής τους στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό) κάποια ιδιαίτερη εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων ή/και το μερίδιο που δικαιούται ο καθένας τους, βάσει της μεταξύ τους σχέσης, εφαρμόζεται το τεκμήριο που θέτει το άρθρου 493 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη στο ενεργητικό του (πρβλ. ΣτΕ 2260/2008, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1691/2014, ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 380/2006 κ.ά.).

7. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με την ........./14.9.2018 εντολή του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., διενεργήθηκε μερικός έλεγχος γραφείου φορολογίας εισοδήματος στον αναιρεσείοντα, ο οποίος κατά την επίμαχη χρήση (2012) διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής ενδυμάτων από γούνα προς εξαγωγή, με αντικείμενο την αντιπαραβολή των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων που διατηρούσε ο ίδιος ως δικαιούχος ή ως συνδικαιούχος με τον αδελφό του, ........., ή και τρίτα πρόσωπα. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο στην, υποβληθείσα από κοινού με τη σύζυγό του, δήλωση φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2013, διαπιστώθηκε ότι τα εισοδήματά του προέρχονταν κυρίως από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και δευτερευόντως από εκμίσθωση ακινήτων, ενώ της συζύγου του από αγροτική δραστηριότητα ειδικού καθεστώτος. Με την ίδια δήλωση, ο αναιρεσείων είχε δηλώσει ποσό 339.587,05 ευρώ ως ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση και ποσό 31.581,34 ευρώ ως καθαρά κέρδη από την αιτία αυτή, καθώς και ποσό 4.982,71 ευρώ από εκμίσθωση ακινήτων, και συνολικά ποσό 36.564,05 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε βάσει στοιχείων που απεστάλησαν, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος της ΑΑΔΕ, από τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα και ενόψει εισερχόμενων εμβασμάτων κατά την επίμαχη χρήση σε τηρούμενους από τον αναιρεσείοντα λογαριασμούς της Τράπεζας Πειραιώς (πρώην Κύπρου), διαπιστώθηκε ότι αυτός εμφανιζόταν ως δικαιούχος ή συνδικαιούχος, μεταξύ άλλων, με τον αδελφό του, ........., 50 τραπεζικών λογαριασμών (καταθετικών, επενδυτικών, πιστωτικών, προθεσμιακών κ.λπ.) στις τράπεζες Εθνική, Εμπορική, Πειραιώς, CPB, Κύπρου, ALPHA BANK, EUROBANK, Αγροτική. Σχετικώς, η φορολογική αρχή απέστειλε στον αναιρεσείοντα το ........./24.9.2018 αίτημα για παροχή πληροφοριών, προκειμένου να τεθούν υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους εν λόγω τραπεζικούς λογαριασμούς και τις πιστώσεις που εμφανίζονταν σε αυτούς. Με το ........./3.10.2018 υπόμνημά του, ο αναιρεσείων εξέθεσε τις απόψεις του και προσκόμισε σχετικά στοιχεία και παραστατικά. Ακολούθως, ο έλεγχος, αφού έλαβε υπόψη τις εξηγήσεις του αναιρεσείοντος, τα σχετικώς προσκομισθέντα παραστατικά, το περιεχόμενο της υποβληθείσας για την ίδια χρήση δήλωσης φόρου εισοδήματος και το ότι από τον έλεγχο των τηρούμενων για τις ανάγκες της δραστηριότητάς του βιβλίων και στοιχείων δεν διαπιστώθηκαν παραλείψεις ή παρατυπίες, έκρινε ότι 26 πιστώσεις (σε δολάρια ΗΠΑ και ευρώ) στους εν λόγω λογαριασμούς, οι οποίες διενεργήθηκαν κατά την επίμαχη χρήση (2012) και αφορούσαν σε εισερχόμενα εμβάσματα, καταθέσεις, μεταφορές από άλλους λογαριασμούς κ.λπ., ύψους από 500 ευρώ έως 200.000 ευρώ και συνολικού ύψους 408.200,16 ευρώ, δεν συνιστούσαν προσαύξηση περιουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010), καθόσον από τα προσκομισθέντα παραστατικά αποδείχθηκε ότι τα ποσά που αντιστοιχούν σε αυτές προέρχονταν είτε από εισοδήματα που αποδείχθηκε η πηγή και η αιτία προέλευσής τους ή έχουν φορολογηθεί ή απαλλαγεί από τον φόρο. Αντιθέτως, 88 πιστώσεις υπό τη μορφή κατάθεσης μετρητών σε δολάρια ΗΠΑ και ευρώ, καθώς και εισερχόμενων εμβασμάτων σε δολάρια ΗΠΑ, για τις οποίες δεν προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα έγγραφα στοιχεία, κρίθηκαν από τον έλεγχο ότι αποτελούν φορολογητέο εισόδημά του λόγω προσαύξησης περιουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, συνολικού ύψους 784.557,74 ευρώ. Τα ανωτέρω πορίσματα του ελέγχου γνωστοποιήθηκαν στον αναιρεσείοντα με το ........./9.11.2018 σχετικό σημείωμα της φορολογικής αρχής. Με τα ........./19.11.2018 και ........./ 10.12.2018 υπομνήματά του, ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι μέρος των ως άνω πιστώσεων αποτελούσαν ταμειακές διευκολύνσεις από τους αδελφούς του, ......... και ........., προς τον ίδιο, ενώ άλλες από αυτές δικαιολογούνταν πλήρως από την κίνηση του ταμείου της επιχείρησής του και αφορούσαν σε κατάθεση μετρητών και ταξιδιωτικών επιταγών. Σχετικώς, προσκόμισε στοιχεία και έγγραφα παραστατικά, βάσει των οποίων ο έλεγχος δέχθηκε ότι δικαιολογούνται 33 πιστώσεις των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών, συνολικού ύψους 98.979,85 ευρώ, οι οποίες δεν συνιστούν προσαύξηση περιουσίας, καθόσον γι’ αυτές προέκυψε η πηγή ή η αιτία προέλευσής τους. Κατόπιν αυτών, η ελεγκτική αρχή έκρινε ότι οι υπόλοιπες 55 πιστώσεις των λογαριασμών του αναιρεσείοντος, οι οποίες παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν προσαύξηση περιουσίας και αποτελούν εισόδημά του κατά την επίμαχη χρήση (2012), το οποίο δεν είχε φορολογηθεί ή δεν είχε απαλλαγεί από τον ανάλογο φόρο εισοδήματος. Βάσει των ανωτέρω, προσδιόρισε τις συνολικές πιστώσεις που συνιστούν προσαύξηση περιουσίας στο ποσό των 703.127,89 ευρώ, έναντι του αρχικώς προσδιορισθέντος ποσού των 802.107,74 ευρώ, και συνολικά το φορολογητέο εισόδημά του (μετά την προσθήκη και λοιπών εισοδημάτων του από άλλη πηγή) στο ποσό των 704.875,89 ευρώ, έναντι δηλωθέντος ύψους 36.564,05 ευρώ. Περαιτέρω, και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν είχε περιλάβει στην οικεία δήλωση φόρου εισοδήματος για την επίμαχη χρήση μέρος του ποσού των τόκων που έλαβε από ημεδαπά τραπεζικά ιδρύματα, η ίδια αρχή προσέθεσε, στο ως άνω ποσό των 704.875,89 ευρώ, ποσό 6.536,84 ευρώ ως διαφορά εισοδήματος από τόκους καταθέσεων. Εξάλλου, στο πλαίσιο υπολογισμού της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (ν. 3986/2011), η ίδια αρχή προσδιόρισε το υποκείμενο σε αυτή εισόδημα του αναιρεσείοντος στο ποσό των 709.664,73 ευρώ. Στη συνέχεια, με την ........./18.12.2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, της Προϊσταμένης του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος, για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012), διαφορά κύριου φόρου ποσού 297.430,64 ευρώ, καθώς και πρόστιμο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53 και 58 του ΚΦΔ, ύψους 278.989,94 ευρώ. Επίσης, με την ........./18.12.2018 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, της ίδιας ως άνω Προϊσταμένης, επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος διαφορά εισφοράς, για το ανωτέρω οικονομικό έτος, ποσού 27.637,39 ευρώ. Κατά των πράξεων αυτών ο αναιρεσείων άσκησε την ........./25.1.2019 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της ΔΕΔ της ΑΑΔΕ, ζητώντας την ακύρωση, άλλως την τροποποίησή τους, η οποία όμως απορρίφθηκε σιωπηρώς από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ. Προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της σιωπηρής απόρριψης έγινε εν μέρει δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι 4 από τις 55 πιστώσεις (με α/α 1, 3, 4 και 23) δεν συνιστούν προσαύξηση περιουσίας και ότι, αντιθέτως, οι λοιπές 51 ορθώς χαρακτηρίστηκαν από τη φορολογική αρχή ως άγνωστης πηγής ή αιτίας. Συγκεκριμένα, και σε σχέση με τις κατ’ αναίρεση αμφισβητούμενες πιστώσεις, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε τα εξής: α) Ως προς την με α/α 22 πίστωση, στις 30.4.2012, του με ΙΒΑΝ GR............ λογαριασμού του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Κύπρου ενός εμβάσματος αλλοδαπής (με αριθμό ......) ποσού 141.000 δολαρίων ΗΠΑ, δηλαδή ποσού 106.705,01 ευρώ, ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός, κατά τον οποίο εσφαλμένως κρίθηκε από τη φορολογική αρχή ότι το ποσό αυτό συνιστά εισόδημα, καθόσον αφορά σε μεταφορά ιδίων κεφαλαίων από ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του στο εξωτερικό, και ειδικότερα από τηρούμενο λογαριασμό στην τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο, και ότι, συνεπώς, το ποσό αυτό δεν είναι άγνωστης πηγής και δεν αποτελεί προσαύξηση περιουσίας. Και τούτο, διότι μόνη η μεταφορά ενός ποσού από έναν λογαριασμό του ελεγχομένου σε άλλον λογαριασμό του ιδίου δεν αρκεί προκειμένου να κριθεί ότι το ποσό αυτό προέρχεται από γνωστή πηγή εισοδήματος ή αιτία, ούτε ότι έχει φορολογηθεί ή έχει απαλλαγεί νομίμως από τον φόρο. β) Ως προς με την με α/α 34 πίστωση, στις 19.6.2012, του με ΙΒΑΝ GR............ κοινού λογαριασμού που τηρεί ο αναιρεσείων με τον αδελφό του, ........., στην Τράπεζα Κύπρου, με κατάθεση ποσού 141.402 δολαρίων ΗΠΑ, δηλαδή ποσού 112.054,84 ευρώ, και, κατά επιμερισμό στον ίδιο, ποσού 56.027,42 ευρώ, ότι είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός, κατά τον οποίο εσφαλμένως κρίθηκε από τη φορολογική αρχή το ποσό αυτό (56.027,42 ευρώ) ως εισόδημά του, καθόσον το ποσό των 141.402 δολαρίων ΗΠΑ το προμηθεύτηκε ο ......... στην αγορά της Καστοριάς με ανταλλαγή ευρώ, το οποίο ακολούθως κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό και, επομένως, πρόκειται για χρήματα αποκλειστικά δικά του, τα οποία δεν αποτελούν επιστροφή ποσού που του είχε δοθεί στο παρελθόν από τον αναιρεσείοντα ως δάνειο. Και τούτο, κατά το δικάσαν δικαστήριο, διότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυψε ότι πράγματι ο ......... προμηθεύτηκε το ποσό αυτό από την αγορά της Καστοριάς με ανταλλαγή ευρώ, προκειμένου να το διαχειρίζεται αποκλειστικά ο ίδιος, ενόψει μάλιστα και του ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυψε (ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων) ότι ο ......... δεν διέθετε δικό του ατομικό λογαριασμό στην τράπεζα Κύπρου ή σε άλλη τράπεζα, ούτως ώστε τα κατατεθειμένα χρήματα να είναι της αποκλειστικής διαχείρισής του. γ) Ως προς με τις με α/α 52 και 53 πιστώσεις, στις 14.11.2012 και 20.11.2012, του με ΙΒΑΝ GR............ λογαριασμού του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Κύπρου με κατάθεση ποσού 80.000 δολαρίων ΗΠΑ, δηλαδή ποσού 62.863,43 ευρώ, και ποσού 12.000 δολαρίων ΗΠΑ, δηλαδή ποσού 9.368,41 ευρώ, αντιστοίχως, ότι είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός, κατά τον οποίο εσφαλμένως κρίθηκε από τη φορολογική αρχή ότι τα εν λόγω ποσά συνιστούν εισόδημα, καθόσον πρόκειται για ποσά συναλλάγματος, τα οποία ο αναιρεσείων προμηθεύτηκε στην εμπορική αγορά της Καστοριάς, ανταλλάσσοντάς τα με ευρώ που ανέλαβε από το ταμείο της επιχείρησής του, όπως τούτο προκύπτει από το πρόχειρο ισοζύγιο ταμείου. Και τούτο, διότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι πράγματι οι εν λόγω πιστώσεις αφορούν ποσό σε ευρώ που ο αναιρεσείων ανέλαβε από το ταμείο της επιχείρησής του και μετέτρεψε σε δολάρια ΗΠΑ, αφού δεν προσκομίζονται τα σχετικά παραστατικά αγοράς συναλλάγματος. δ) Ως προς με τις με α/α 5, 41, 42 και 55 πιστώσεις διάφορων ποσών σε δολάρια ΗΠΑ και ευρώ, οι οποίες διενεργήθηκαν στις 23.1.2012, 24.8.2012, 27.8.2012 και 20.12.2012, ότι είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός, κατά τον οποίο αυτές έγιναν από τον ........., όπως άλλωστε προκύπτει από την έκθεση ελέγχου, προς τον αναιρεσείοντα με σκοπό την ταμειακή του διευκόλυνση, γεγονός το οποίο, ενόψει της συγγενικής σχέσης τους, αποσυνδέει τις πιστώσεις αυτές από την αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας. Και τούτο, διότι, ναι μεν η ύπαρξη σύμβασης δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για τη σύναψη δανείου, πλην για την απόδειξη ότι μία κατάθεση ποσού σε λογαριασμό συγγενούς γίνεται προς ταμειακή του διευκόλυνση δεν αρκεί μόνη η συγγενική σχέση, εν προκειμένω δε ο ως άνω ισχυρισμός δεν επικουρείται από άλλα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει τουλάχιστον η ταμειακή δυσχέρεια του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο διενέργειας των πιστώσεων. ε) Ως προς με την με α/α 16 πίστωση, στις 20.4.2012, του με ΙΒΑΝ GR............ λογαριασμού του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Κύπρου, ποσού 15.000 δολαρίων ΗΠΑ, δηλαδή ποσού 11.370,53 ευρώ, από ενδιάμεσο λογαριασμό, ότι είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός ότι το ποσό αυτό αφορά σε πίστωση, για την οποία υπάρχει αντικειμενική αδυναμία αιτιολόγησής της, καθόσον η εν λόγω τράπεζα βεβαιώνει ότι αδυνατεί να βρει στο αρχείο της τα σχετικά παραστατικά, με συνέπεια να μην θεωρείται νομίμως ως εισόδημα από προσαύξηση περιουσίας. Και τούτο, διότι, κατά το δικάσαν δικαστήριο, εφόσον η εν λόγω πίστωση αφορούσε σε «κλείσιμο» εσωτερικού λογαριασμού, διαδικασία για την οποία, κατά τα κοινώς γνωστά, συντάσσονται έγγραφες εντολές διακοπής λογαριασμού, αντίγραφα των οποίων αποδίδονται στον τηρούντα τον λογαριασμό, μόνη η αδυναμία της τράπεζας να παράσχει σχετικές πληροφορίες δεν αρκεί προκειμένου να αποδειχθεί ο χρόνος της αρχικής πίστωσης του εν λόγω λογαριασμού με το ως άνω ποσό και εάν είχε αυτό φορολογηθεί ή είχε απαλλαγεί νομίμως από τον φόρο εισοδήματος. στ) Ως προς με τις με α/α 2, 6, 7, 9, 12, 13, 14, 18, 19, 32, 38, 40, 43 και 45 πιστώσεις, ότι είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός ότι μη νόμιμα θεωρήθηκαν από τη φορολογική αρχή ως εισόδημα, διότι όλες αφορούν σε «μικροποσά», τα οποία δεν υπερβαίνουν τις 2.000 ευρώ και, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης τα εν λόγω ποσά θα έπρεπε να εξαιρεθούν αυτεπαγγέλτως από τον έλεγχο, καθόσον το συνολικό τους ύψος ανέρχεται σε 10.312,91 ευρώ, το οποίο δεν αποτελεί αδικαιολόγητη προσαύξηση της περιουσίας. Και τούτο, διότι, πέραν του ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ειδικότερους ισχυρισμούς σχετικά με τις ως άνω πιστώσεις, όπως αντιθέτως έκανε για άλλες αντίστοιχου ύψους με το υπόμνημά του ενώπιον της φορολογικής αρχής, το οποίο, σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα κατά τον έλεγχο στοιχεία, οδήγησε στην αποδοχή των σχετικών ισχυρισμών και στον περιορισμό των μη δικαιολογούμενων ποσών, τα επίμαχα εν προκειμένω ποσά πιστώσεων, ανεξαρτήτως του ύψους καθενός από αυτά, συνιστούν, ως σύνολο, ιδιαίτερα μεγάλο ποσό, το οποίο, μάλιστα, συγκρινόμενο με τα δηλωθέντα από τον αναιρεσείοντα κέρδη κατά την ελεγχόμενη χρήση, πλησιάζει το 1/3 αυτών.

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου σε σχέση με την πίστωση με α/α 22 (μεταφορά, στις 30.4.2012, με έμβασμα ποσού 141.000 δολαρίων ΗΠΑ από λογαριασμό του αναιρεσείοντος τηρούμενο στην Τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο σε δικό του λογαριασμό τηρούμενο στην Τράπεζα Κύπρου στην Ελλάδα), κατά την οποία μόνη η μεταφορά ενός ποσού από έναν λογαριασμό του ελεγχομένου σε άλλον λογαριασμό του ιδίου δεν αρκεί, προκειμένου να κριθεί ότι το ποσό αυτό προέρχεται από γνωστή πηγή εισοδήματος ή αιτία ούτε ότι έχει φορολογηθεί ή έχει απαλλαγεί νομίμως από τον φόρο, έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ. Και τούτο, διότι η μεταφορά χρημάτων μεταξύ ατομικών λογαριασμών του φορολογουμένου συνιστά δευτερογενή κατάθεση, το γεγονός δε αυτό αρκεί προκειμένου να μην χαρακτηριστεί η επίμαχη πίστωση ως προσαύξηση περιουσίας κατά το ελεγχόμενο έτος, χωρίς να απαιτείται να προκύπτει η πηγή και η αιτία κτήσης του ποσού, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δικάσαν διοικητικό εφετείο. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι επί του ως άνω τιθέμενου νομικού ζητήματος υπάρχει αντίθετη προς τα εν προκειμένω κριθέντα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συγκεκριμένα, οι ΣτΕ 884/2016, ΣτΕ 435/2017, ΣτΕ 1225/2017, ΣτΕ 3071/2017, ΣτΕ 1587/2019, ΣτΕ 1995/2019 και 175/2020 αποφάσεις. Με τον λόγο αυτό πλήσσεται, κατ’ ουσίαν, η έμμεση ερμηνευτική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, κατά την οποία, η μεταφορά, με έμβασμα, χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου φορολογουμένου σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό αυτού, συνιστά, άνευ ετέρου, περιουσιακή προσαύξηση συντελούμενη κατά τον χρόνο διενέργειας του εμβάσματος. Η κρίση, όμως, αυτή δεν είναι ορθή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, όπως παραδεκτώς και βασίμως προβάλλεται. Και τούτο, διότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται προς θεμελίωση του παραδεκτού του υπό εξέταση λόγου, σε περίπτωση μεταφοράς, με έμβασμα, ποσού μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών του ίδιου ελεγχόμενου φορολογουμένου, η τυχόν περιουσιακή προσαύξηση δεν ανάγεται στον χρόνο διενέργειας του εμβάσματος, επ’ αφορμή του οποίου έγινε ο έλεγχος και διαπιστώθηκε αυτή, αλλά είτε στον χρόνο της κατάθεσης του επίμαχου ποσού στον λογαριασμό που τροφοδότησε το έμβασμα, ο οποίος (χρόνος) δεν αποκλείεται να συμπίπτει με τον χρόνο πραγματοποίησης του εμβάσματος, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος, κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του φορολογουμένου. Ο δε προσδιορισμός του χρόνου επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης εναπόκειται στη φορολογική αρχή, η οποία υποχρεούται να εκφέρει τη σχετική κρίση βάσει πρόσφορων και επαρκών στοιχείων, σε περίπτωση δε αμφισβήτησης της κρίσης αυτής από τον φορολογούμενο, κατ’ επίκληση ισχυρισμού περί ανυπαρξίας περιουσιακής προσαύξησης λόγω μεταφοράς, με έμβασμα, χρηματικού ποσού μεταξύ τραπεζικών του λογαριασμών, το επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο οφείλει να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του χρόνου επέλευσης αυτής (εντός ή εκτός της χρήσης διενέργειας του εμβάσματος).

9. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την πίστωση με α/α 34 (κατάθεση, στις 19.6.2012, στον με ΙΒΑΝ GR............ κοινό λογαριασμό του αναιρεσείοντος με τον αδελφό του, ........., στην Τράπεζα Κύπρου ποσού 141.402 δολαρίων ΗΠΑ), έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του απορρέοντος από το άρθρο 493 ΑΚ τεκμηρίου, κατά το οποίο οι συνδικαιούχοι τραπεζικού λογαριασμού έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη του ενεργητικού του. Και τούτο, διότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι η κατάθεση του ποσού των 141.402 δολαρίων ΗΠΑ στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό πραγματοποιήθηκε από τον αδελφό του αναιρεσείοντος, ........., ότι τα χρήματα αυτά παρέμειναν στην κυριότητα του τελευταίου και μετά την κατάθεσή τους στον κοινό λογαριασμό, ότι από τις μεταγενέστερες κινήσεις του κοινού λογαριασμού δεν προέκυψε μεταφορά του ποσού αυτού σε λογαριασμούς του αναιρεσείοντος ή εταιρείας, στην οποία ο ίδιος είναι μέτοχος ή εταίρος, ή τρίτου, ούτε η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ανάληψη ή ανάλωσή του από τον ίδιο, αλλ’ αντιθέτως, έλαβε, αλυσιτελώς, υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε η εξωτραπεζική συναλλαγή (αγορά συναλλάγματος), από την οποία προέκυψε το επίμαχο ποσό, καθώς και ότι το τελευταίο κατατέθηκε από τον ......... στον κοινό τους λογαριασμό και όχι σε ατομικό του. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι επί του τιθέμενου ως άνω νομικού ζητήματος υπάρχει αντίθετη προς τα εν προκειμένω κριθέντα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2260/2008, ΣτΕ 1894/2018 και ΣτΕ 175/2020 αποφάσεις) και του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1128/2017, ΣτΕ 1691/2014, ΣτΕ 1001/2012, ΣτΕ 380/2006 αποφάσεις). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο, αφενός, διότι ο κατά τα ανωτέρω προβαλλόμενος προς θεμελίωση του παραδεκτού αυτού ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθόσον, δεχόμενο το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι πράγματι ο αδελφός του αναιρεσείοντος, ........., προμηθεύτηκε το ποσό αυτό από την αγορά της Καστοριάς με ανταλλαγή ευρώ, ότι δεν προκύπτει δηλαδή η προέλευση του κατατεθέντος ποσού σε δολάρια ΗΠΑ στον κοινό λογαριασμό, ορθώς, με βάση τα εκτεθέντα στη σκέψη 6, διέλαβε, κατ’ ουσίαν, την -στοιχούσα προς την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου- έμμεση ερμηνευτική κρίση, κατά την οποία το κατ’ άρθρο 493 ΑΚ τεκμήριο, δυνάμει του οποίου τα εισερχόμενα στον κοινό λογαριασμό ποσά επιμερίζονται ισομερώς στους συνδικαιούχους αυτού, έλκεται σε εφαρμογή, σε υποθέσεις προσαύξησης περιουσίας, εφόσον δεν προκύπτει, βάσει των μέτρων ελέγχου και διερεύνησης της υπόθεσης που λαμβάνει η φορολογική αρχή, επιδεικνύοντας τη δέουσα ενόψει των συνθηκών επιμέλεια (στα οποία περιλαμβάνεται η κλήση των συνδικαιούχων του λογαριασμού για παροχή πληροφοριών και, ενδεχομένως, συναφών αποδεικτικών στοιχείων), ο πραγματικός δικαιούχος είτε του κοινού λογαριασμού είτε του χρηματικού ποσού που εισέρχεται σε αυτόν. Αφετέρου, διότι με τον ίδιο ως άνω λόγο πλήσσεται, κατά τα λοιπά, η ορθότητα, πληρότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την κατ’ ανέλεγκτη αναιρετικά, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, ουσιαστική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, κατά την οποία, εφόσον δεν αποδείχθηκε η προέλευση του ποσού των 141.402 δολαρίων ευρώ, δεν αρκεί, προκειμένου για την ανατροπή, εν προκειμένω, του ως άνω τεκμηρίου, μόνο το γεγονός ότι η κατάθεσή του στον κοινό λογαριασμό έγινε από τον αδελφό του αναιρεσείοντος, εφόσον από αυτή δεν αποδεικνύεται ότι τα χρήματα ανήκουν αποκλειστικά σε εκείνον.

10. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται ότι η εμμέσως συναγόμενη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις πιστώσεις με α/α 52 και 53 (καταθέσεις στον με ΙΒΑΝ GR............ λογαριασμό του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Κύπρου ποσών 80.000 και 12.000 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία -κατά τους ισχυρισμούς του- προμηθεύτηκε στην εμπορική αγορά της Καστοριάς, ανταλλάσσοντάς τα με ευρώ που ανέλαβε από το ταμείο της επιχείρησής του), κατά την οποία, αφενός, ο φορολογούμενος (και όχι η φορολογική αρχή) έχει το βάρος απόδειξης ότι τα μετρητά που κατατέθηκαν σε λογαριασμό του είχαν προηγουμένως αναληφθεί από τον ίδιο ή άλλο λογαριασμού του στο ίδιο ή σε διαφορετικό νόμισμα και, αφετέρου, ο φορολογούμενος που επικαλείται ισχυρισμό περί εξωτραπεζικής μετατροπής μετρητών που ανέλαβε σε διαφορετικό νόμισμα από το νόμισμα των μετρητών που επανακαταθέτει, οφείλει να προσκομίσει παραστατικό προς απόδειξη της σχετικής συναλλαγής, άλλως το σχετικό ποσό θεωρείται προσαύξηση περιουσίας, έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, 5 του ν. 2842/2000, καθώς και 291 και 361 ΑΚ, από τις οποίες δεν προκύπτει καμία από τις ως άνω υποχρεώσεις. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι επί του τιθέμενου ως άνω νομικού ζητήματος δεν υπάρχει νομολογία. Κατά το μέρος που με αυτόν πλήσσεται η έμμεση ερμηνευτική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, κατά την οποία για την επαρκή τεκμηρίωση ισχυρισμού του φορολογουμένου περί συγκεκριμένης πηγής ή αιτίας ποσού ανευρεθέντος σε λογαριασμό του, δεν αρκεί η απόδειξη της εισαγωγής του προερχόμενου από την εν λόγω πηγή ή αιτία ποσού στον ίδιο ή σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του σε ορισμένο χρονικό σημείο στο παρελθόν, αλλά πρέπει επιπλέον να προκύπτει, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων και των συνθηκών της υπόθεσης, ότι το επίμαχο ποσό προέρχεται πράγματι από το προερχόμενο από την εν λόγω πηγή ή αιτία ποσό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, ανεξαρτήτως παραδεκτής προβολής του, απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 4 in fine και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήσσεται η -εξενεχθείσα κατ’ εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού- ουσιαστική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες πιστώσεις αφορούν σε ποσά σε ευρώ που ο αναιρεσείων είχε αναλάβει από το ταμείο της επιχείρησής του και μετατρέψει σε δολάρια ΗΠΑ, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν εγείρει νομικό ζήτημα.

11. Επειδή, εξάλλου, προβάλλεται ότι η έμμεση ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις πιστώσεις με α/α 5, 41, 42 και 55 (καταθέσεις διάφορων ποσών σε δολάρια ΗΠΑ και ευρώ που διενεργήθηκαν σε λογαριασμούς του αναιρεσείοντος στις 23.1.2012, 24.8.2012, 27.8.2012 και 20.12.2012, με καταθέτη τον αδελφό του, .........), κατά την οποία η προβολή ισχυρισμού περί πιστώσεων που πραγματοποιήθηκαν στους λογαριασμούς του φορολογουμένου από συγγενικό του πρόσωπο προς παροχή ταμειακής διευκόλυνσης πρέπει να επικουρείται από στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η ταμειακή δυσχέρεια, έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, καθόσον η σχετική απαίτηση υπερβαίνει τα εύλογα όρια που ο νόμος απαιτεί από τον φορολογούμενο σε σχέση με την απόδειξη της πηγής και της αιτίας των ελεγχόμενων για προσαύξηση περιουσίας πιστώσεων. Συναφώς, προβάλλεται ότι έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ και η έμμεση ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την πίστωση με α/α 16 (κατάθεση, στις 20.4.2012, σε λογαριασμό του αναιρεσείοντος στην Τράπεζα Κύπρου από ενδιάμεσο λογαριασμό ποσού 15.000 δολαρίων ΗΠΑ), κατά την οποία ο φορολογούμενος οφείλει να διαθέτει και να προσκομίζει στον έλεγχο τραπεζικά παραστατικά, αντίγραφα των οποίων αδυνατεί να του παράσχει το τραπεζικό ίδρυμα που τα εξέδωσε. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι επί των τιθέμενων ως άνω νομικών ζητημάτων δεν υπάρχει νομολογία. Λαμβανομένου, όμως, υπόψη του ότι, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 884/2016 επταμ.), ο φορολογούμενος (τεκμαίρεται ότι) γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει την αληθή αιτία ή την πηγή της εισαγωγής στην περιουσία του των μεγάλων ποσών που περιέχουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί του και, κατ’ ακολουθίαν, μπορεί ευχερώς και υποχρεούται, καταρχήν, να υποδείξει στη φορολογική αρχή την εν λόγω αιτία ή πηγή, ανταποκρινόμενος στην κλήση της φορολογικής ελεγκτικής αρχής να της χορηγήσει τα αναγκαία και εύλογα, ενόψει των συνθηκών, πληροφοριακά στοιχεία διευκρίνισης και επαρκούς δικαιολόγησης της περιουσιακής του κατάστασης, η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν απέδειξε, κατ’ ουσίαν, ως όφειλε κατά τα ανωτέρω, την (υποδειχθείσα για τις πιστώσεις με α/α 5, 41, 42 και 55) αιτία ή την πηγή των ως άνω πιστώσεων, απαραδέκτως πλήσσεται με τον εξεταζόμενο λόγο, με τον οποίο, όπως διατυπώνεται, αμφισβητείται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικάσαν διοικητικό εφετείο.

12. Επειδή, προβάλλεται, επιπλέον, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις πιστώσεις με α/α 2, 6, 7, 9, 12, 13, 14, 18, 19, 32, 38, 40, 43 και 45, κατά την οποία πιστώσεις ποσών που δεν υπερβαίνουν τις 2.000 ευρώ ελέγχονται σε σχέση με το αν συνιστούν προσαύξηση περιουσίας, εφόσον συναθροιζόμενες και συγκρινόμενες με τα δηλωθέντα κέρδη του φορολογουμένου συνιστούν «ιδιαίτερα μεγάλο ποσό», έχει εξενεχθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι επί του τιθέμενου ως άνω νομικού ζητήματος υπάρχει αντίθετη προς τα εν προκειμένω κριθέντα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συγκεκριμένα, η ΣτΕ 884/2016 απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, δοθέντος ότι η ΣτΕ 884/2016 απόφαση ουδόλως διαλαμβάνει κρίση σχετικά με τον εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου «μεγάλο ποσό» που περιλαμβάνεται σε τραπεζικό λογαριασμό του φορολογουμένου, σε κάθε δε περίπτωση η σχετική με τον όρο αυτή κρίση του Δικαστηρίου στην ως άνω απόφαση προφανώς διατυπώθηκε ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και, επομένως, ουδόλως αποκλείει, σε υπόθεση όπως η παρούσα, την υποχρέωση του φορολογούμενου να γνωρίζει και να αποδεικνύει την προέλευση των ευρισκόμενων στους τραπεζικούς του λογαριασμούς μικρότερων ποσών, τα οποία συστηματικώς και με μεγάλη συχνότητα κατατίθενται σε αυτούς, και τα οποία, αθροιζόμενα ανά χρήση, ανέρχονται συνολικώς σε ποσά σημαντικού ύψους (πρβλ. ΣτΕ 1840/2020).

13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη, από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ της ΑΑΔΕ, της ενδικοφανούς προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά της ........./18.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2013 (έτους 2012), της Προϊσταμένης του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., κατά το κεφάλαιο που αφορά στην πίστωση με α/α 22, σύμφωνα με τα κριθέντα στη σκέψη 8, ενώ είναι απορριπτέα κατά τα λοιπά. Λόγω, εξάλλου, του παρακολουθηματικού, σε σχέση με τον φόρο εισοδήματος, χαρακτήρα της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ν. 3986/ 2011 (ΣτΕ 2471/2022), αναιρετέα καθίσταται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας, για το οικονομικό έτος 2013, ........./18.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού της εισφοράς αυτής. Δεδομένου, περαιτέρω, ότι η υπόθεση χρήζει διευκρίνισης κατά το πραγματικό, αυτή πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο δικάσαν διοικητικό εφετείο για νέα νόμιμη κρίση συνάδουσα προς τις ερμηνευτικές παραδοχές των σκέψεων 4, 5 και 8 της παρούσας απόφασης.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Αναιρεί εν μέρει την 2814/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει, κατά το αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2025

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος

Κωνσταντίνα Φιλοπούλου

Η Γραμματέας

Ευθυμία Ψωίνου

και αυτής κωλυομένης

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2026.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος

Κωνσταντίνα Φιλοπούλου

Η Γραμματέας

Ελένη Τουρόγιαννη

Tο ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι |+30 210 6009062| www.artion.gr).



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Προσαύξηση περιουσίας, Πιστώσεις, Αποφάσεις ΣτΕ