Το ζήτημα της φορολογικής παραγραφής και της δυνατότητας παράτασης συνεχίζει κάθε τόσο να εμφανίζεται στις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων. Ο Ν. 3842/2010, ο οποίος ουσιαστικά εξαφάνιζε την παραγραφή μέσω παρατάσεων, έχει παρέλθει ως προς το συγκεκριμένο άρθρο 82 η πενταετία ως βασικό όριο της φορολογικής παραγραφής και κατά συνέπεια της ασφάλειας δικαίου υφίσταται νομοθετικά, οι διαφορετικές, όμως, κάθε φορά ερμηνείες του νέου στοιχείου δεν έπαψαν να υπάρχουν (Στην πράξη, το άρθρο 82 του Ν. 3842/2010 εντάχθηκε σε μια σειρά διαδοχικών νομοθετικών παρατάσεων (άρθρα 11 του Ν. 3513/2006, 29 του Ν. 3697/2008, 10 του Ν. 3790/2009 και 82 του Ν. 3842/2010), οι οποίες μετακινούσαν επανειλημμένα το τέλος της παραγραφής λίγο πριν αυτή εκπνεύσει. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίχθηκε ότι ουσιαστικά αναιρούσαν την προβλεψιμότητα και τη λειτουργία της παραγραφής. Το ζήτημα κρίθηκε από την Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφαση 1738/2017. Το Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικές τις διαδοχικές παρατάσεις, μεταξύ άλλων και του άρθρου 82 του Ν. 3842/2010, επειδή θεσπίστηκαν κατά τον χρόνο λήξης της παραγραφής ή της προηγούμενης παράτασης και όχι σε χρόνο επαρκώς προγενέστερο, ώστε να διασφαλίζονται η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα.).
Η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς έκδοση και κοινοποίηση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου αποτελεί θεμελιώδη θεσμό του φορολογικού δικαίου, ο οποίος λειτουργεί ως μηχανισμός εξισορρόπησης μεταξύ της ανάγκης αποτελεσματικής καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της συνταγματικά κατοχυρωμένης ασφάλειας δικαίου. Η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την τελευταία δεκαετία έχει διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας του φορολογουμένου, θέτοντας σαφή όρια στη δυνατότητα του νομοθέτη να παρατείνει αναδρομικά τον χρόνο παραγραφής.
Για τις χρήσεις από 1/1/2014 και εφεξής εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013). Βασικός κανόνας είναι η πενταετής παραγραφή, εντός της οποίας η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να εκδώσει και να κοινοποιήσει την πράξη προσδιορισμού φόρου. Κατ’ εξαίρεση, προβλέπονται ειδικές περιπτώσεις παράτασης ή επιμήκυνσης της παραγραφής, όπως η περιέλευση νέων στοιχείων κατά το τελευταίο έτος της πενταετίας ή η μη υποβολή δήλωσης.
Καθοριστική υπήρξε η συμβολή της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την εμβληματική απόφαση ΣτΕΟλομ. 1738/2017. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις της παραγραφής για παρελθούσες χρήσεις αντίκεινται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου. Ακολούθησαν οι αποφάσεις ΣτΕ 2934/2017 και 2935/2017 (επταμ.), οι οποίες προσδιόρισαν με αυστηρό τρόπο την έννοια των «συμπληρωματικών στοιχείων», αποκλείοντας από αυτήν στοιχεία που η φορολογική διοίκηση μπορούσε να είχε αντλήσει εντός της αρχικής πενταετίας με την προσήκουσα επιμέλεια. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν οι αποφάσεις ΣτΕ 172/2018 και 2350/2018, οι οποίες έκριναν ότι οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή δεν συνιστούν κατ’ αρχήν συμπληρωματικά στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν δεκαετή παραγραφή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πιλοτική απόφαση ΣτΕ 732/2019, η οποία αποσαφήνισε το καθεστώς της δεκαπενταετούς παραγραφής σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης κατά την παρ. 5 του άρθρου 84 του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994). Το Δικαστήριο τόνισε ότι η δεκαπενταετία αποτελεί ανώτατο όριο παραγραφής και δεν μπορεί να επεκτείνεται περαιτέρω μέσω εκπρόθεσμων δηλώσεων που υποβάλλονται κατά τα τελευταία έτη της διάρκειάς της, διότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.
Σημαντική εξέλιξη αποτέλεσαν, επίσης, οι αποφάσεις ΣτΕ 616/2021 και 617/2021. Με αυτές κρίθηκε ανίσχυρη ως αντισυνταγματική η διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 72 του Κ.Φ.Δ., κατά το μέρος που προέβλεπε ότι η παραγραφή διακόπτεται με μόνη την έκδοση της καταλογιστικής πράξης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διακοπή της παραγραφής προϋποθέτει κοινοποίηση της πράξης στον φορολογούμενο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζονται η αρχή της φανερής δράσης της Διοίκησης και η προστατευόμενη εμπιστοσύνη του διοικουμένου.
Η ίδια νομολογιακή λογική επεκτάθηκε και σε άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις. Με τις αποφάσεις ΣτΕ 432/2020 και 433/2020 εγκαταλείφθηκε η μέχρι τότε κρατούσα άποψη περί εικοσαετούς παραγραφής των τελών χαρτοσήμου. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι εφαρμόζεται κατ’ αρχήν πενταετής παραγραφή και, κατ’ εξαίρεση, δεκαετής όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των συμπληρωματικών στοιχείων.
Η πλέον πρόσφατη και ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη προέρχεται από την απόφαση ΣτΕ 1246/2026 της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εικοσαετής παραγραφή της παρ. 3 του άρθρου 36 του Κ.Φ.Δ. για περιπτώσεις φοροδιαφυγής αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, έκρινε αντισυνταγματική και τη μεταβατική διάταξη του εδαφίου β’ της παρ. 27α του άρθρου 66 του Ν. 4646/2019, η οποία προέβλεπε δεκαετή παραγραφή για χρήσεις όπως το 2013. Η κρίση αυτή στηρίζεται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος και επιβεβαιώνει ότι ούτε η δεκαετής, ούτε η εικοσαετής παραγραφή μπορούν να εφαρμόζονται αναδρομικά σε βάρος του φορολογουμένου. Ως συνέπεια, η πενταετής παραγραφή αναδεικνύεται πλέον σε κυρίαρχο και συνταγματικά ασφαλή κανόνα.
Συμπερασματικά, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει διαμορφώσει ένα σταθερό δόγμα υπέρ της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου. Οι αποφάσεις Ολομ. 1738/2017, 732/2019 (πιλοτική), 616/2021, 617/2021 και η πρόσφατη 1246/2026 συγκροτούν ένα συνεκτικό νομολογιακό πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο η φορολογική παραγραφή δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο διαρκούς αβεβαιότητας για τον διοικούμενο, αλλά οφείλει να λειτουργεί ως ουσιαστική εγγύηση του κράτους δικαίου και της συνταγματικής νομιμότητας.
Από την ειδησεογραφία της Εβδομάδας που πέρασε, «Η απόφαση με τη νέα διαδικασία έκδοσης Φορολογικής Δεσμευτικής Απάντησης». Με την απόφαση Α.1204/2026 καθορίζεται το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση Φορολογικής Δεσμευτικής Απάντησης (Φ.Δ.Α.) και τα συνοδευτικά δικαιολογητικά, η διαδικασία υποβολής και παραλαβής της, η αρμόδια υπηρεσία για την παραλαβή και εξέτασή της, η διαδικασία εξέτασής της, η ενημέρωση του αιτούντος για την πορεία της αίτησης, οι λεπτομέρειες για τον προσδιορισμό, η καταβολή και η επιστροφή του παραβόλου, η διαδικασία έκδοσης της Φ.Δ.Α. και τα ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του άρθρου 9Α του ν. 5104/2024.
«Κατατέθηκε στη Βουλή ο Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών». Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και άλλες διατάξεις».
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση:
Με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις επέρχεται ολική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την εναλλακτική επίλυση διαφορών. Για πρώτη φορά θεσπίζεται Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, με τον οποίο ρυθμίζονται συνολικά οι επώνυμες μορφές εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (διαιτησία, διαμεσολάβηση, δικαστική μεσολάβηση), αλλά ταυτόχρονα ρυθμίζεται και κάθε άλλη μορφή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών με τη θέσπιση γενικών αρχών κανονιστικού περιεχομένου.
Ειδικότερα, ο Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών:
α) ενσωματώνει και εκσυγχρονίζει τη διαιτησία [μέχρι σήμερα η εθνική διαιτησία ρυθμίζεται στα άρθρα 867 έως 903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) ενώ η διεθνής διαιτησία στον ν. 5016/2023 (Α’ 21)] υιοθετώντας μονιστικό σύστημα,
β) αντικαθιστά τον ν. 4640/2019 (Α’ 190) για τη διαμεσολάβηση,
γ) αναπτύσσει τη δικαστική μεσολάβηση σε ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο,
δ) συγκεντρώνει, επικαιροποιεί και εξορθολογίζει διάσπαρτες διατάξεις σχετικών νομοθετημάτων και
ε) προβλέπει γενικές αρχές για όλες τις μεθόδους, συσχέτιση μεταξύ τους και υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία.
Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της απουσίας ενός σύγχρονου, συνεκτικού και αξιόπιστου πλαισίου εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών και των επιχειρήσεων στις μεθόδους εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, ενώ το ελληνικό δίκαιο δεν ήταν προσαρμοσμένο στις διεθνείς πρακτικές.
Ως προς τη διαιτησία, τα προβλήματα συνίσταντο στη μη ύπαρξη ενός μονιστικού συστήματος για εσωτερική και διεθνή διαιτησία, με αποτέλεσμα να υφίστανται διαιτησίες διαφορετικών κανονιστικών πλαισίων. Πρόβλημα αποτελούσε και η ταυτόχρονη έλλειψη διεθνώς αναγνωρισμένων καινοτομιών, όπως είναι η χρηματοδότηση από τρίτο και η πολυμερής διαιτησία.
Όσον αφορά στη διαμεσολάβηση, το πεδίο των υπαγόμενων διαφορών και των διαφορών που υπάγονται σε υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία ήταν περιορισμένο, στερώντας τη δυνατότητα γνωριμίας των πολιτών και των νομικών επιστημόνων με τον θεσμό αυτό, μέσω της θεσμοθετημένης υποχρεωτικής συμμετοχής στη διαδικασία. Ταυτόχρονα, σημαντικά προβλήματα αποτελούσαν η έλλειψη αναβάθμισης της ποιότητας των διαμεσολαβητών μέσω συστήματος ανέλιξης και της παροχής ενισχυμένης βασικής κατάρτισης με νομικό σκέλος και συνεχιζόμενης μετεκπαίδευσης, ώστε οι διαμεσολαβητές να ανταποκρίνονται στην πράξη, σε συνδυασμό με την απουσία απαιτητικών εξετάσεων διαπίστευσης και ολοκληρωμένου πειθαρχικού πλαισίου. Επιπρόσθετα, οι χαμηλές ελάχιστες αμοιβές των νομικών παραστατών και του διαμεσολαβητή αποτελούσαν τροχοπέδη για τη διάδοση και την προτίμηση της διαμεσολάβησης έναντι της δικαστικής προσφυγής. Τέλος, το πιο κρίσιμο από όλα τα ζητήματα αποτελούσε η ύπαρξη μίας τυπικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, η οποία επιτέλεσε μεν τον σκοπό της εισαγωγής του θεσμού στην ελληνική έννομη τάξη, ωστόσο δεν αρκούσε για την περαιτέρω και ουσιαστική εδραίωση αυτού. Η δικαστική μεσολάβηση υπήρχε χωρίς ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο με ρύθμιση σ’ ένα μόνο άρθρο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και χωρίς αναλυτική ρύθμιση της διαδικασίας.
Η υπάρχουσα ψηφιακή πλατφόρμα διαμεσολάβησης δεν εξυπηρετούσε ουσιαστικά τις ανάγκες του θεσμού, καθώς υφίστανται η ανάγκη τήρησης ηλεκτρονικών μητρώων, ψηφιακής ανάρτησης πρακτικών με δυνατότητα ελέγχου εγκυρότητας για λόγους ασφαλείας και αυτοματοποιημένης υποβολής εκθέσεων πεπραγμένων.
Τέλος, με τις ρυθμίσεις του Μέρους Ζ' αντιμετωπίζονται επιμέρους επείγοντα ζητήματα που αφορούν ιδίως στη στελέχωση υπηρεσιών και φορέων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στη διαδικασία επιλογής προσωπικού, στην ποινική αντιμετώπιση διακεκριμένων μορφών απάτης, στην παρέκκλιση από την αυτόφωρη διαδικασία ορισμένων ειδικών περιπτώσεων εγκληματικών συμπεριφορών, καθώς και σε οργανωτικά, δικονομικά, εκπαιδευτικά και μισθολογικά ζητήματα του χώρου της δικαιοσύνης. Η μη ρύθμιση των εν λόγω ζητημάτων θα διατηρούσε ανεκπλήρωτες τις υφιστάμενες ανάγκες στελέχωσης και λειτουργίας, τις επιμέρους διαδικαστικές εκκρεμότητες και τις ρυθμιστικές ανάγκες που οι προτεινόμενες διατάξεις επιδιώκουν να καλύψουν.
«ΑΠΔ δικηγόρων αμειβόμενων με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών - Η νέα εγκύκλιος». Δημοσιεύθηκε από τον e-ΕΦΚΑ η εγκύκλιος 19/2026, με θέμα «Απεικόνιση στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.) του e-Ε.Φ.Κ.Α. της ασφάλισης των δικηγόρων υπαγόμενων στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 39 του ν.4387/2016, σε εφαρμογή της υπ’ αριθμ. Δ.15/Γ’/οικ.96195/26-11-2021 Απόφασης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης».
Δείτε αναλυτικά τη νέα εγκύκλιο με τις οδηγίες για την απεικόνιση από 1/1/2027 εδώ.
«Νέα ψηφιακή πλατφόρμα για ερωτήματα, αναφορές και καταγγελίες στον e-ΕΦΚΑ». Από τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 τίθεται σε λειτουργία το νέο υποσύστημα ερωτημάτων, αναφορών και καταγγελιών του e-ΕΦΚΑ, στο πλαίσιο του νέου Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (Ο.Π.Σ.) του Φορέα.
Μέσω της νέας πλατφόρμας, οι πολίτες μπορούν να υποβάλλουν γενικά ή ειδικά ερωτήματα, καθώς και αναφορές και καταγγελίες, χωρίς να απαιτείται η αποστολή e-mail σε διαφορετικά σημεία επικοινωνίας ή η αυτοπρόσωπη προσέλευση στις υπηρεσίες.
Με την υποβολή του αιτήματος, αυτό δρομολογείται αυτοματοποιημένα στην αρμόδια υπηρεσιακή δομή, προκειμένου να εξεταστεί και να απαντηθεί από την υπηρεσία που έχει την αρμοδιότητα.
Η νέα λειτουργία αποτελεί ένα ακόμη βήμα στον ψηφιακό μετασχηματισμό του e-ΕΦΚΑ, με στόχο την απλούστευση των διαδικασιών, την ταχύτερη διαχείριση των αιτημάτων και την εξυπηρέτηση των πολιτών εξ αποστάσεως, χωρίς περιττές μετακινήσεις.
«ΑΑΔΕ: Απαντήσεις σε 70 ερωτήματα για την ΕΑΕ 2026». Σε συνέχεια ενημερωτικών συναντήσεων μεταξύ της ηγεσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ), της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και εκπροσώπων των φορέων υποβολής αιτήσεων ενιαίας ενίσχυσης, η ΑΑΔΕ προχωρά στην ανάρτηση απαντήσεων σε 70 ερωτήματα που τέθηκαν από τους φορείς.
Οι απαντήσεις αφορούν τις εξής θεματικές:
1. Πιστοποίηση, πρόσωπα, εξουσιοδότηση και έγγραφη συμφωνία
2. Σύγκρουση συμφερόντων, ασυμβίβαστα και αμοιβή
3. Εμπιστευτικότητα, προσωπικά δεδομένα και ασφάλεια πληροφοριών
4. Φάκελος τεκμηρίωσης και δικαιολογητικά
5. Δέουσα επιμέλεια, όρια ελέγχου και πρόδηλη ασυμβατότητα
6. Ζωικό κεφάλαιο, κτηνοτροφικά μητρώα και λοιπά δικαιολογητικά
7. Παραβάσεις, υπαιτιότητα και κυρώσεις
8. Αλληλέγγυα ευθύνη, ανάκτηση και αιτιώδης σύνδεσμος
9. Διαδικασία ελέγχου, ακρόαση, καταγγελίες και ένδικη προστασία
10. Πλατφόρμα, διασταυρωτικοί έλεγχοι, διορθώσεις και τεχνικά ζητήματα
Δείτε τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις εδώ.
«Οδηγίες για την ορθή εφαρμογή της μισθολογικής διαφάνειας και της ίσης αμοιβής γυναικών και ανδρών από την 1η Νοεμβρίου 2026». Οδηγίες και διευκρινίσεις για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ν. 5316/2026 σχετικά με τη μισθολογική διαφάνεια, την ίση αμοιβή μεταξύ γυναικών και ανδρών και τους μηχανισμούς προστασίας και επιβολής παρέχει εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ενόψει της έναρξης ισχύος των σχετικών ρυθμίσεων την 1η Νοεμβρίου 2026.
Η εγκύκλιος απευθύνεται σε εργαζόμενους και εργοδότες, καθώς και υποψηφίους για απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα που εμπίπτουν στο πεδίο ευθύνης του Υπουργείου. Εξειδικεύει τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων και τα δικαιώματα των εργαζομένων για την ορθή και ενιαία εφαρμογή του νόμου, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2023/970 ενώ παράλληλα, παρέχει ενδεικτικά εργαλεία και παραδείγματα καλών πρακτικών.
«Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το πολυνομοσχέδιο του ΥΠΕΘΟΟ - Συλλογικές επενδύσεις, προστασία συνεπών οφειλετών, φορολόγηση κρυπτονομισμάτων, κ.ά.». Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, έθεσε από σήμερα, την 7η Οκτωβρίου 2026, ημέρα Τετάρτη, σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο:
«Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις – Προστασία συνεπών οφειλετών – Ενίσχυση των συλλογικών επενδύσεων και της κεφαλαιαγοράς καθώς και της διαχείρισης κινδύνων και της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος – Ενσωμάτωση των Οδηγιών (ΕΕ) 2024/1619, (ΕΕ) 2024/1640, (ΕΕ) 2024/2994, (ΕΕ) 2024/927, (ΕΕ) 2023/2864 και (ΕΕ) 2024/2811, διατάξεις αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους – Συνταξιοδοτική ρύθμιση – και λοιπές διατάξεις»
Καλείται να συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση κάθε κοινωνικός εταίρος και κάθε ενδιαφερόμενος, καταθέτοντας τις προτάσεις του για τη βελτίωση των διατάξεων του ανωτέρω σχεδίου.
Η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026 και ώρα 10:00.
«myPROPERTY: Αυτόματη συμπλήρωση του ΚΑΕΚ στις δηλώσεις Ε9 για μεταβιβάσεις, δωρεές και γονικές παροχές». Με τις δύο νέες αποφάσεις Α.1201/2026 και Α.1203/2026 επεκτείνεται η αυτοματοποίηση της διαδικασίας υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων (Ε9) μέσω της εφαρμογής myPROPERTY, με την προσθήκη του Κωδικού Αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) στα πεδία που συμπληρώνονται αυτόματα.
Ειδικότερα, τροποποιούνται οι διαδικασίες αυτόματης δημιουργίας και υποβολής δηλώσεων Ε9 μέσω της πλατφόρμας myPROPERTY, τόσο στις περιπτώσεις υποβολής δηλώσεων φόρου μεταβίβασης ακινήτων, όσο και στις περιπτώσεις υποβολής δηλώσεων φόρου δωρεάς και γονικής παροχής ακινήτων.
Τι αλλάζει στις μεταβιβάσεις ακινήτων
Με την απόφαση Α.1201/2026 προστίθεται νέο πεδίο αυτόματης συμπλήρωσης στη δήλωση Ε9. Συγκεκριμένα, για όλους τους συμβαλλόμενους, το πεδίο της δήλωσης στοιχείων ακινήτων «Κ.Α.Ε.Κ./Κωδ. ακινήτου» συμπληρώνεται με τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, όπως αυτός αντλείται από την υποβληθείσα δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτων στην εφαρμογή myPROPERTY.
Τι αλλάζει σε δωρεές και γονικές παροχές
Αντίστοιχη τροποποίηση εισάγεται με την απόφαση Α.1203/2026 για τις δηλώσεις Ε9 που δημιουργούνται αυτόματα μετά την ψηφιακή υποβολή δηλώσεων φόρου δωρεάς ή γονικής παροχής ακινήτων μέσω myPROPERTY.
Πλέον, το πεδίο «Κ.Α.Ε.Κ./Κωδ. ακινήτου» συμπληρώνεται για όλους τους συμβαλλομένους με τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, ο οποίος αντλείται από την υποβληθείσα δήλωση φόρου δωρεάς ή γονικής παροχής ακινήτων στην εφαρμογή myPROPERTY.
Πρακτική σημασία
Με τις νέες ρυθμίσεις, το πεδίο του ΚΑΕΚ ενσωματώνεται στα στοιχεία που μεταφέρονται αυτόματα στις δηλώσεις Ε9 μέσω της εφαρμογής myPROPERTY, τόσο στις μεταβιβάσεις ακινήτων, όσο και στις δωρεές και γονικές παροχές.
Οι νέες αποφάσεις ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Από την αρθρογραφία της Εβδομάδας που πέρασε, κ. Γιάννης Καρούζος, Δικηγόρος, Εργατολόγος και «Επικίνδυνη και ανθυγιεινή εργασία | Χορήγηση επιδομάτων ανάλογα με την φύση της παρεχόμενης εργασίας». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «ΔΕφΠατρΑ74/2025: Χορήγηση επιδομάτων ανάλογα με την φύση της παρεχόμενης εργασίας – Επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (150 ευρώ) και σε οδηγούς πυροσβεστικών οχημάτων υπό το πρίσμα της συνταγματικής αρχής της ισότητας
Είναι γεγονός πως δυνάμει της υπ΄ αριθμ. Α74/2025 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών πραγματώνεται η αρχή της αναλογικής ισότητας και ως προς την χάραξη των κατευθύνσεων της επιδοματικής πολιτικής της χώρας.
Τι σημαίνει, ωστόσο, η αρχή της αναλογικής ισότητας και γιατί αποτελεί θεμέλιο λίθο του σύγχρονου κράτους δικαίου; Όπως παγίως έχει κριθεί, η αρχή της αναλογικής ισότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Σ αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Με απλά λόγια, η συνταγματική αρχή της αναλογικής ισότητας συνεπάγεται όμοια μεταχείριση ομοιών περιπτώσεων, και ανόμοια ανόμοιων. Η δε παραβίαση της συνεπάγεται την επιβολή αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή την αφαίρεση δικαιωμάτων μεταξύ προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με βάση τυπικά, ουσιαστικά αλλά και ποιοτικά κριτήρια.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ανωτέρω απόφαση, επισκοπώντας την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 καταλήγει πως αυτό καθ΄ εαυτό το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγείας τους καθήκοντα, είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία, οριοθετώντας κατά αυτόν τον τρόπο και το κανονιστικό πλαίσιο της ίδιας της διάταξης. Εξ αντιδιαστολής δηλαδή, δεν μπορούν να αξιώσουν την χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας εργαζόμενοι που δεν εργάζονται υπό συνθήκες επικίνδυνες ή ανθυγιεινές.
Έτσι, εν προκειμένω και σε συνάφεια των ανωτέρω προπαρατεθέντων, σύμφωνα με τα πραγματολογικά και νομικά δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, οι εφεσίβλητοι, προσληφθέντες με αποφάσεις του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, με την ειδικότητα του οδηγού Πυροσβεστικών Οχημάτων, ισχυρίστηκαν πως κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν προβλέφθηκε η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος και στους ίδιους, όπως συνέβη με άλλες κατηγορίες υπαλλήλων που παρέχουν όμοιες υπηρεσίες και ειδικότερα μεταξύ άλλων σε οδηγούς βαρέων οχημάτων μικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, λαμβανομένου υπόψη ότι και αυτοί απασχολούνται ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων, τα οποία έχουν αντίστοιχα μικτό βάρος.
Το Δικαστήριο ύστερα από την παράθεση και την ερμηνεία των υπό κρίση διατάξεων, κατέληξε πως προβλέπεται η καταβολή επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150 €, μηνιαίως, σε όλους (εν γένει) τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου κα ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α α΄ και β΄ βαθμού, οι οποίοι απασχολούνται ως οδηγοί ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι α) οι υπάλληλοι αυτοί προσφέρουν υπηρεσία, με την ειδικότητα αυτή, β) κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, γ) σύμφωνα με σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Προϊσταμένου της υπηρεσίας τους.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο, έκρινε ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι υπηρέτησαν στις θέσεις που κατείχαν, προσφέροντας ως ειδικευμένοι οδηγοί και, μάλιστα, υπό καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, υπηρεσίες όμοιες, από άποψη επικινδυνότητας και συνθηκών εργασίας, προς αυτές των οδηγών ανοιχτών φορτηγών και βαρέων οχημάτων, βάρους άνω των 3,5 τόνων, με απόρροια η μη καταβολή του επίμαχου επιδόματος και στους οδηγούς πυροσβεστικών οχημάτων να συνιστά άνιση μεταχείρισή τους, υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο σε καταβολή του.».
Δείτε περισσότερα στο www.dikigorosergatologos.gr
κ. Αριστείδης Οντούλης, Λογιστής Α’ τάξης, Founder της εταιρείας Ισολογισμός και «Δικαιώματα μειοψηφίας στην ΙΚΕ: Γιατί η σύγκριση με την ΑΕ οδηγεί σε λάθος». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Όποιος έχει διαβάσει για τα δικαιώματα μειοψηφίας στην ανώνυμη εταιρεία κουβαλά, συχνά χωρίς να το προσέξει, μια συγκεκριμένη εικόνα: ποσοστά διαβαθμισμένα (1/20, 1/10, 1/5, 1/3), δικαστική παρέμβαση όποτε σιωπά η διοίκηση και έτοιμος μηχανισμός για κάθε σύγκρουση. Όταν ο ίδιος αναγνώστης βρεθεί μπροστά σε διένεξη εταίρων Ι.Κ.Ε., ψάχνει στον Ν. 4072/2012 το αντίστοιχο άρθρο, συχνά δεν το βρίσκει και συμπεραίνει ότι η Ι.Κ.Ε. προστατεύει λιγότερο τη μειοψηφία. Το συμπέρασμα δεν στέκει και εκεί βρίσκεται η παγίδα. Η Ι.Κ.Ε. δίνει στον μεμονωμένο εταίρο εργαλεία που στην Α.Ε. απαιτούν ποσοστό, δεν του δίνει, όμως, έτοιμο δικονομικό μηχανισμό για το πιο βασικό από αυτά, την πρόσβαση στα βιβλία, και αφήνει στο καταστατικό πολλά από όσα η Α.Ε. ρυθμίζει με τον νόμο. Το κείμενο εξετάζει πρώτα τι δίνει ο νόμος στον εταίρο, έπειτα πώς επιβάλλεται το δικαίωμα από το οποίο εξαρτώνται όλα τα άλλα και συναντά τις δύο γραμμές σε ένα παράδειγμα που κάθε λογιστής αναγνωρίζει: την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων σε Ι.Κ.Ε. με δύο εταίρους.
Πρώτη γραμμή: τι δίνει ο νόμος
Στην Α.Ε. τα περισσότερα δικαιώματα μειοψηφίας προϋποθέτουν ποσοστό που κλιμακώνεται ανάλογα με το τι ζητά ο μέτοχος. Στην Ι.Κ.Ε. τρία από τα βασικά ανήκουν σε κάθε εταίρο, έστω κι αν κατέχει ένα μόνο μερίδιο και ένα τέταρτο ασκείται χωρίς δικαστήριο.
Το πρώτο είναι η πληροφόρηση. Κάθε εταίρος Ι.Κ.Ε. δικαιούται να λαμβάνει γνώση της πορείας των εταιρικών υποθέσεων, να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας και να ζητά τις πληροφορίες που χρειάζεται για να κατανοήσει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης (παρ. 2 και 3 του άρθρου 94 του Ν. 4072/2012). Το καταστατικό μπορεί να περιορίσει την άσκηση του δικαιώματος σε τακτά χρονικά διαστήματα, όχι μεγαλύτερα του τριμήνου.
Και ο μέτοχος Α.Ε. έχει ατομικό δικαίωμα πληροφόρησης για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, αν το ζητήσει πέντε πλήρεις ημέρες πριν από τη συνέλευση. Για τις αμοιβές και τις συμβάσεις των μελών του Δ.Σ., όμως, χρειάζεται το 1/20 του κεφαλαίου και για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση το 1/10 (παρ. 6 και 7 του άρθρου 141 του Ν. 4548/2018). Η διαφορά δεν βρίσκεται, λοιπόν, στην πληροφόρηση ενόψει συνέλευσης, που υπάρχει και στις δύο μορφές, αλλά στο ότι ο εταίρος Ι.Κ.Ε. εξετάζει ο ίδιος τα βιβλία και τα έγγραφα. Στις διατάξεις του Ν.4548/2018 για τα δικαιώματα της μειοψηφίας δεν εντοπίστηκε αντίστοιχο ατομικό δικαίωμα του μετόχου.
Το δεύτερο είναι η ακύρωση απόφασης. Στην Α.Ε. την αγωγή ακύρωσης μπορεί να ασκήσει μέτοχος που κατέχει τουλάχιστον δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου και δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε (παρ. 3 του άρθρου 137 του Ν. 4548/2018). Όποιος δεν φτάνει το ποσοστό μπορεί μόνο να αξιώσει από την εταιρεία αποζημίωση για τη ζημία του (παρ. 4 του άρθρου 137). Στην Ι.Κ.Ε. την ακύρωση απόφασης που λήφθηκε με τρόπο μη σύμφωνο με τον νόμο ή το καταστατικό, ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., ζητούν με αίτηση, και όχι με αγωγή, ο διαχειριστής και κάθε εταίρος που απουσίασε ή αντιτάχθηκε, χωρίς ελάχιστο ποσοστό, μέσα σε τέσσερις μήνες από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών (παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν.4072/2012). Αν η απόφαση είναι κατά το περιεχόμενό της αντίθετη στον νόμο ή στο καταστατικό, είναι άκυρη και την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί όποιος έχει έννομο συμφέρον, μέσα σε έξι μήνες από την ίδια καταχώριση (παρ. 2 του άρθρου 74). Στην Α.Ε. η ίδια τετράμηνη προθεσμία μετρά από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. (παρ. 8 του άρθρου 137). Και στην Α.Ε. η απόφαση που κατά το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρη (παρ. 1 του άρθρου 138). Η διαφορά βρίσκεται, λοιπόν, στην ακυρωσία, όπου ο μικρός μέτοχος Α.Ε. παίρνει μόνο χρήματα, ενώ ο μικρός εταίρος Ι.Κ.Ε. μπορεί να ανατρέψει την ίδια την απόφαση.
Το τρίτο είναι η εταιρική αγωγή, δηλαδή η αγωγή αποζημίωσης της εταιρείας κατά του διαχειριστή. Στην Ι.Κ.Ε. την ασκεί και οποιοσδήποτε εταίρος (παρ. 4 του άρθρου 67). Στην Α.Ε. η μειοψηφία του 1/20, με μετοχική ιδιότητα έξι μηνών, μπορεί μόνο να ζητήσει εγγράφως από το Δ.Σ. να ασκήσει η εταιρεία τις αξιώσεις της και αν το Δ.Σ. δεν το κάνει ακολουθεί η διαδικασία διορισμού ειδικού εκπροσώπου (άρθρα 104 και 105 του Ν.4548/2018). Και στις δύο μορφές, η αποζημίωση που επιδικάζεται ανήκει στην εταιρεία και όχι στον εταίρο που κίνησε τη διαδικασία.
Το τέταρτο είναι η σύγκληση συνέλευσης. Εταίροι με το 1/10 των μεριδίων ζητούν από τον διαχειριστή να συγκαλέσει συνέλευση με την ημερήσια διάταξη που προτείνουν και αν εκείνος δεν συγκαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες συγκαλούν οι ίδιοι (παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 4072/2012). Στην Α.Ε., με το 1/20, αν το Δ.Σ. δεν συγκαλέσει μέσα σε είκοσι ημέρες από την επίδοση της αίτησης, η σύγκληση γίνεται με απόφαση δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (παρ. 1 του άρθρου 141 του Ν.4548/2018). Η Α.Ε. ζητά μικρότερο ποσοστό, αλλά περνά από δικαστήριο, ενώ η Ι.Κ.Ε. ζητά μεγαλύτερο και δεν χρειάζεται δικαστήριο. Το κέρδος της μειοψηφίας είναι, πάντως, το βήμα και η ημερήσια διάταξη, όχι η απόφαση, αφού και στη συνέλευση που συγκάλεσε η ίδια αποφασίζει η απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μεριδίων (παρ. 4 του άρθρου 72)…».
Ένα ακόμα αναλυτικό άρθρο του κ. Αριστείδη Οντούλη, το σύνολο του οποίου μπορείτε να το διαβάσετε μέσω του αρχικού συνδέσμου.
Κα. Ευαγγελία Καλογεροπούλου, Λογίστρια – Φοροτεχνικός και «Ψηφιακή κάρτα εργασίας - Από 12/10 οι νέοι κλάδοι: Οι εξαιρέσεις και οι απαντήσεις στα συχνότερα ερωτήματα». Σύμφωνα με την αρθρογράφο «Η επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας σε νέους κλάδους συνεχίζεται με δύο νέες φάσεις εφαρμογής, καλύπτοντας επιπλέον περίπου 500.000 εργαζόμενους, ενώ σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το Υπουργείο Εργασίας, μετά και τις νέες εντάξεις, οι εργαζόμενοι που καλύπτονται από το μέτρο εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τα 2,5 εκατομμύρια συνολικά.
Οι σχετικές παρεμβάσεις υλοποιούνται μέσω των υπουργικών αποφάσεων 15441/2026 και 18047/2026, ενώ οι νέες εντάξεις ξεκίνησαν να πραγματοποιούνται πιλοτικά μέσα στον περασμένο Ιούνιο, με τις διοικητικές κυρώσεις να εφαρμόζονται μετά την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου κάθε φάσης…
Τι περιλαμβάνει η Α’ Φάση
Από τις 2 Ιουνίου 2026 εντάχθηκαν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις τηλεπικοινωνίες, στις υπηρεσίες απασχόλησης, σε δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας (νοσοκομεία, θεραπευτικά και διαγνωστικά κέντρα, με ειδικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στην απόφαση 15441/2026), στις υπηρεσίες κτιρίων και σε επιμέρους προσωπικές υπηρεσίες, όπως κομμωτήρια και κέντρα αισθητικής. Η πιλοτική περίοδος ολοκληρώνεται στις 11 Οκτωβρίου 2026, ενώ οι διοικητικές κυρώσεις προβλέπεται να επιβάλλονται από 12 Οκτωβρίου 2026.
Τι περιλαμβάνει η Β’ Φάση
Από τις 29 Ιουνίου 2026 εντάχθηκαν επιχειρήσεις των κλάδων logistics, τυχερών παιγνίων, επισκευών, διαφήμισης, έρευνας αγοράς, δημοσίων σχέσεων, συμβουλευτικών υπηρεσιών, διοικητικής και γραμματειακής υποστήριξης, καθώς και επιχειρήσεις ύδρευσης και διαχείρισης λυμάτων. Η πιλοτική εφαρμογή διαρκεί έως τις 15 Νοεμβρίου 2026 και η πλήρης εφαρμογή με την επιβολή κυρώσεων ξεκινά από τις 16 Νοεμβρίου 2026, σύμφωνα με την απόφαση 18047/2026.
Όσα ορίζονται με τη νέα εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας
Η πρόσφατη ερμηνευτική εγκύκλιος, 25291/2026, παρέχει αναλυτικές οδηγίες για τον τρόπο εφαρμογής της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας στους νέους κλάδους που εντάσσονται στο μέτρο. Μεταξύ άλλων, διευκρινίζεται ότι η κάρτα αποτυπώνει τον χρόνο φυσικής παρουσίας του εργαζομένου στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και ότι η ευθύνη για τη σωστή λειτουργία του συστήματος βαρύνει τον εργοδότη, ενώ η σήμανση της κάρτας αποτελεί υποχρέωση του ίδιου του εργαζομένου.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις περιπτώσεις εργαζομένων που, λόγω της φύσης της εργασίας τους, απασχολούνται εκτός των εγκαταστάσεων της επιχείρησης. Για τις κατηγορίες αυτές προβλέπεται ότι η μη σήμανση της κάρτας μπορεί να θεωρείται δικαιολογημένη, χωρίς την επιβολή κυρώσεων, εφόσον έχει δηλωθεί το προβλεπόμενο ωράριο στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και αποδεικνύεται ότι η εργασία παρέχεται εκτός έδρας.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι εξακολουθεί να ισχύει η δυνατότητα συμφωνίας ευέλικτης προσέλευσης έως 120 λεπτών ημερησίως μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή, η σήμανση της Ψηφιακής Κάρτας πραγματοποιείται εντός του συμφωνημένου χρονικού πλαισίου, χωρίς να απαιτείται μεταβολή του δηλωμένου ωραρίου.
Επιπλέον, η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι:
- Η δήλωση έναρξης και λήξης της εργασίας μέσω της Ψηφιακής Κάρτας πρέπει να διαβιβάζεται στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ το αργότερο εντός 15 λεπτών από το πραγματικό γεγονός.
- Δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να πραγματοποιεί σήμανση κάρτας για λογαριασμό εργαζομένου ή να διορθώνει εκ των υστέρων ελλιπή «χτυπήματα».
- Για εργαζομένους που μετακινούνται καθημερινά μεταξύ διαφορετικών εγκαταστάσεων ή υποκαταστημάτων προβλέπονται ειδικοί κανόνες σήμανσης, ανάλογα με τον τόπο έναρξης και λήξης της εργασίας.
- Οι ημέρες τηλεργασίας εξαιρούνται από την υποχρέωση σήμανσης της Ψηφιακής Κάρτας, καθώς το μέτρο αφορά την εργασία με φυσική παρουσία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διευκρινίσεις για το απολογιστικό σύστημα καταχώρισης αλλαγών ωραρίου και υπερωριών. Όπως είναι ήδη γνωστό, οι επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί στην Ψηφιακή Κάρτα έχουν τη δυνατότητα, εφόσον το επιλέξουν, να καταχωρίζουν απολογιστικά τις μεταβολές στο ωράριο εργασίας και στις υπερωρίες, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν προηγουμένως δηλώσει τη σχετική επιλογή στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και θα τηρούν τις προθεσμίες που προβλέπονται από το ισχύον πλαίσιο.
Για τους νέους κλάδους η εγκύκλιος προβλέπει, επίσης, ειδικές εξαιρέσεις και προσαρμογές:
- Στις τηλεπικοινωνίες και στις υπηρεσίες πληροφορικής εξαιρούνται από τη σήμανση κατά το διάστημα που εργάζονται εκτός εγκαταστάσεων τεχνικοί πεδίου και λοιποί εργαζόμενοι χωρίς σταθερό τόπο παροχής εργασίας.
- Στις επιχειρήσεις καθαρισμού και παροχής υπηρεσιών σε κτίρια η σήμανση πραγματοποιείται στον χώρο όπου παρέχεται η υπηρεσία, ακόμη και όταν αυτός βρίσκεται στις εγκαταστάσεις πελάτη.
- Στον κλάδο της υγείας εξαιρούνται οι ιατροί και οι οδοντίατροι, ενώ για διασώστες, τραυματιοφορείς και πληρώματα ασθενοφόρων προβλέπεται ειδικό καθεστώς λόγω της φύσης της εργασίας τους.
- Στα Logistics, στη διαχείριση υδάτων, λυμάτων και αποβλήτων εργαζόμενοι που μετακινούνται διαρκώς εκτός εγκαταστάσεων υποχρεούνται σε σήμανση μόνο κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκονται σε εγκαταστάσεις του εργοδότη.
- Στις δραστηριότητες διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων, έρευνας αγοράς, διοργάνωσης εκδηλώσεων και συνεδρίων οι εργαζόμενοι που απασχολούνται κυρίως σε εξωτερικές δράσεις απαλλάσσονται από τη σήμανση όταν εργάζονται εκτός των εγκαταστάσεων της επιχείρησης.
Τέλος, η εγκύκλιος υπενθυμίζει ότι οι εργαζόμενοι που θεωρούνται διευθυντικά στελέχη, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Π.Δ. 62/2025 και Α.Π. 26606/2025), εξαιρούνται από την υποχρέωση σήμανσης της Ψηφιακής Κάρτας, ενώ ειδικές εξαιρέσεις εξακολουθούν να ισχύουν για συγκεκριμένες κατηγορίες δραστηριοτήτων που έχουν εξαιρεθεί συνολικά από την εφαρμογή του μέτρου….».
Ένα ακόμα εξαιρετικά επίκαιρο άρθρο της κας. Ευαγγελίας Καλογεροπούλου, το σύνολο της οποίας μπορείτε να το διαβάσετε μέσω του αρχικού συνδέσμου.
Κ. Γιάννης Καρούζος, Δικηγόρος, Εργατολόγος και «Επιτρέπεται ο εργοδότης να τοποθετεί μηχανήματα καταγραφής κατανάλωσης και φόρτισης στα εταιρικά οχήματα;». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Η τοποθέτηση μηχανημάτων καταγραφής κατανάλωσης και φόρτισης στα εταιρικά οχήματα φαίνεται ότι, κατ’ αρχήν, είναι σύννομη, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται συγκεκριμένες τεχνικές και νομικές απαιτήσεις.
Καταρχάς, η εγκατάσταση δεν πρέπει να θίγει την ασφάλεια των οχημάτων. Τα συστήματα οφείλουν να είναι πιστοποιημένα και απολύτως συμβατά με τις τεχνικές προδιαγραφές του κατασκευαστή, ενώ συνιστάται να εξασφαλίζεται εγγράφως από τον προμηθευτή ή αρμόδιο τεχνικό φορέα η καταλληλότητα και η συμβατότητά τους.
Τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω των συσκευών αυτών, όπως στοιχεία κατανάλωσης καυσίμου ή φόρτισης, αποτελούν «απλά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Υπεύθυνος επεξεργασίας είναι ο εργοδότης, ο οποίος οφείλει να διασφαλίζει ότι πρόσβαση στα δεδομένα έχουν μόνο τα απολύτως αναγκαία πρόσωπα, όπως η διοίκηση ή εξουσιοδοτημένο προσωπικό. Παράλληλα, απαιτείται σαφής πολιτική ελέγχου πρόσβασης και κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας.
Στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, η συγκατάθεση του εργαζομένου δεν θεωρείται κατά κανόνα έγκυρη νομική βάση, λόγω της σχέσης εξάρτησης από τον εργοδότη, η οποία θεωρείται ότι δύναται να επηρεάσει την κρίση του μισθωτού. Η επεξεργασία των συγκεκριμένων δεδομένων μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 6 παρ. 1 β΄ ΓΚΠΔ («εκτέλεση σύμβασης») καθώς και στο άρθρο 6 παρ. 1 στ΄ ΓΚΠΔ («έννομο συμφέρον» του εργοδότη). Επομένως, δεν απαιτείται κατ’ αρχήν συγκατάθεση των οδηγών, εφόσον η επεξεργασία περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο σκοπό, δηλαδή στη διαχείριση της εταιρικής χρήσης του οχήματος.
Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί ο περιορισμός του σκοπού. Οι συσκευές θα πρέπει να αφορούν αποκλειστικά στην καταγραφή κατανάλωσης και φόρτισης και να μην διαθέτουν δυνατότητα γεωεντοπισμού. Οποιαδήποτε επέκταση της επεξεργασίας, ιδίως για παρακολούθηση κινήσεων εκτός υπηρεσίας, θα απαιτούσε διαφορετική νομική αξιολόγηση και πιθανώς πρόσθετες εγγυήσεις. Συνεπώς, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η τοποθέτηση των εν λόγω μηχανημάτων στα εταιρικά αυτοκίνητα είναι επιτρεπτή.».
Δείτε περισσότερα στο www.dikigorosergatologos.gr
Τέλος της εργασιακής εβδομάδας και για την Εβδομάδα που έρχεται θα συζητηθεί εκτενώς, από το νέο σχέδιο νόμου που βρίσκεται σε διαβούλευση, η θέση για πρώτη φορά των κρυπτοστοιχείων σε φορολογικό πλαίσιο.
Σημαντική τομή στη φορολογική αντιμετώπιση των κρυπτοστοιχείων επιχειρεί το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, το οποίο αφιερώνει ολόκληρο το Μέρος Ι΄ στη φορολογική τους μεταχείριση.
Άρθρο 277: Για παροχές σε είδος, η αγοραία αξία των κρυπτοστοιχείων προσδιορίζεται σε ευρώ κατά τον χρόνο της συναλλαγής.
Άρθρο 278: Οι μεταβιβάσεις κρυπτοστοιχείων εξαιρούνται από τον κανόνα που θα μπορούσε, λόγω συστηματικότητας, να τις χαρακτηρίσει επιχειρηματική δραστηριότητα. Έτσι, η υπεραξία αντιμετωπίζεται αυτοτελώς μέσω του νέου άρθρου 42Β ΚΦΕ.
Άρθρο 279: Η αγορά κρυπτοστοιχείων εντάσσεται ρητά στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 ΚΦΕ, συνεπώς αποκτά σημασία και για την κάλυψη τεκμηρίων.
Άρθρο 280: Ιδιαίτερη σημασία έχει η φορολόγηση των αποδόσεων από crypto lending (Δανεισμό κρυπτονομισμάτων), μηχανισμούς liquidity – yield (Ρευστότητα – Απόδοση) σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως τόκοι. Εφόσον καταβάλλονται σε κρυπτοστοιχεία, λαμβάνεται η αξία τους κατά τον χρόνο της συναλλαγής.
Άρθρο 281: Εισάγεται το νέο άρθρο 42Β ΚΦΕ. Φορολογείται η υπεραξία από κάθε επαχθή μεταβίβαση, περιλαμβανομένης της ανταλλαγής με χρήματα, της χρήσης crypto για αγορά αγαθών ή υπηρεσιών και της εισφοράς σε εταιρικό κεφάλαιο. Η υπεραξία είναι η διαφορά τιμής κτήσης και μεταβίβασης. Ζημία άνω των €500 μεταφέρεται για πέντε έτη, ενώ καθαρή ετήσια υπεραξία έως €500 απαλλάσσεται.
Άρθρα 282-283: Προβλέπεται η δυνατότητα οικειοθελούς δήλωσης παλαιών, μη δηλωμένων υπεραξιών χωρίς πρόστιμα και τόκους, ενώ ο νέος ειδικός φορολογικός συντελεστής ορίζεται σε 10%.
Άρθρο 284: Οι πωλήσεις κρυπτοστοιχείων εξαιρούνται από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής.
Άρθρα 285-287: Για κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές τα crypto χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία και καθορίζεται ειδικός τρόπος αποτίμησής τους, με βάση την τιμή της προηγούμενης ημέρας από αναγνωρισμένες πλατφόρμες.
Οι ρυθμίσεις εισοδήματος εφαρμόζονται από το φορολογικό έτος 2027, ενώ οι ρυθμίσεις του Ψηφιακού Τέλους από 1/12/2026 και οι ρυθμίσεις κληρονομιών/δωρεών από 1/1/2027.
Περαιτέρω, σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει ενιαίος συντελεστής φορολόγησης crypto. Η Γαλλία φορολογεί τις ιδιωτικές υπεραξίες με flat tax 31,4%, η Αυστρία με 27,5%, ενώ η Γερμανία διατηρεί διαφορετικό μοντέλο, με απαλλαγή ιδιωτικών υπεραξιών μετά την παρέλευση ενός έτους, ήδη όμως, το Βερολίνο εξετάζει νέα ειδική μεταρρύθμιση.
Η ουσιαστική ευρωπαϊκή σύγκλιση σήμερα βρίσκεται περισσότερο στη διαφάνεια παρά στον συντελεστή. Η DAC8 εφαρμόζεται από 1/1/2026 και προβλέπει υποχρεωτική συλλογή και αυτόματη ανταλλαγή στοιχείων για τις συναλλαγές crypto, με πρώτη ανταλλαγή δεδομένων το 2027.
Συμπερασματικά, η Ελλάδα δεν ακολουθεί απλώς μια ευρωπαϊκή τάση φορολόγησης των crypto, αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει ένα αρκετά ολοκληρωμένο αυτοτελές καθεστώς, με ιδιαίτερα χαμηλό συντελεστή 10% και παράλληλη ένταξη των crypto στα τεκμήρια, στις δωρεές και στις κληρονομιές.
Για το διήμερο ξεκούρασης που έρχεται, ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ.