Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και άλλες διατάξεις».
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση:
Με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις επέρχεται ολική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την εναλλακτική επίλυση διαφορών. Για πρώτη φορά θεσπίζεται Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, με τον οποίο ρυθμίζονται συνολικά οι επώνυμες μορφές εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (διαιτησία, διαμεσολάβηση, δικαστική μεσολάβηση), αλλά ταυτόχρονα ρυθμίζεται και κάθε άλλη μορφή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών με τη θέσπιση γενικών αρχών κανονιστικού περιεχομένου.
Ειδικότερα, ο Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών:
α) ενσωματώνει και εκσυγχρονίζει τη διαιτησία [μέχρι σήμερα η εθνική διαιτησία ρυθμίζεται στα άρθρα 867 έως 903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) ενώ η διεθνής διαιτησία στον ν. 5016/2023 (Α’ 21)] υιοθετώντας μονιστικό σύστημα,
β) αντικαθιστά τον ν. 4640/2019 (Α’ 190) για τη διαμεσολάβηση,
γ) αναπτύσσει τη δικαστική μεσολάβηση σε ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο,
δ) συγκεντρώνει, επικαιροποιεί και εξορθολογίζει διάσπαρτες διατάξεις σχετικών νομοθετημάτων και
ε) προβλέπει γενικές αρχές για όλες τις μεθόδους, συσχέτιση μεταξύ τους και υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία.
Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της απουσίας ενός σύγχρονου, συνεκτικού και αξιόπιστου πλαισίου εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών και των επιχειρήσεων στις μεθόδους εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, ενώ το ελληνικό δίκαιο δεν ήταν προσαρμοσμένο στις διεθνείς πρακτικές.
Ως προς τη διαιτησία, τα προβλήματα συνίσταντο στη μη ύπαρξη ενός μονιστικού συστήματος για εσωτερική και διεθνή διαιτησία, με αποτέλεσμα να υφίστανται διαιτησίες διαφορετικών κανονιστικών πλαισίων. Πρόβλημα αποτελούσε και η ταυτόχρονη έλλειψη διεθνώς αναγνωρισμένων καινοτομιών, όπως είναι η χρηματοδότηση από τρίτο και η πολυμερής διαιτησία.
Όσον αφορά στη διαμεσολάβηση, το πεδίο των υπαγόμενων διαφορών και των διαφορών που υπάγονται σε υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία ήταν περιορισμένο, στερώντας τη δυνατότητα γνωριμίας των πολιτών και των νομικών επιστημόνων με τον θεσμό αυτό, μέσω της θεσμοθετημένης υποχρεωτικής συμμετοχής στη διαδικασία. Ταυτόχρονα, σημαντικά προβλήματα αποτελούσαν η έλλειψη αναβάθμισης της ποιότητας των διαμεσολαβητών μέσω συστήματος ανέλιξης και της παροχής ενισχυμένης βασικής κατάρτισης με νομικό σκέλος και συνεχιζόμενης μετεκπαίδευσης, ώστε οι διαμεσολαβητές να ανταποκρίνονται στην πράξη, σε συνδυασμό με την απουσία απαιτητικών εξετάσεων διαπίστευσης και ολοκληρωμένου πειθαρχικού πλαισίου. Επιπρόσθετα, οι χαμηλές ελάχιστες αμοιβές των νομικών παραστατών και του διαμεσολαβητή αποτελούσαν τροχοπέδη για τη διάδοση και την προτίμηση της διαμεσολάβησης έναντι της δικαστικής προσφυγής. Τέλος, το πιο κρίσιμο από όλα τα ζητήματα αποτελούσε η ύπαρξη μίας τυπικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, η οποία επιτέλεσε μεν τον σκοπό της εισαγωγής του θεσμού στην ελληνική έννομη τάξη, ωστόσο δεν αρκούσε για την περαιτέρω και ουσιαστική εδραίωση αυτού. Η δικαστική μεσολάβηση υπήρχε χωρίς ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο με ρύθμιση σ’ ένα μόνο άρθρο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και χωρίς αναλυτική ρύθμιση της διαδικασίας.
Η υπάρχουσα ψηφιακή πλατφόρμα διαμεσολάβησης δεν εξυπηρετούσε ουσιαστικά τις ανάγκες του θεσμού, καθώς υφίστανται η ανάγκη τήρησης ηλεκτρονικών μητρώων, ψηφιακής ανάρτησης πρακτικών με δυνατότητα ελέγχου εγκυρότητας για λόγους ασφαλείας και αυτοματοποιημένης υποβολής εκθέσεων πεπραγμένων.
Τέλος, με τις ρυθμίσεις του Μέρους Ζ' αντιμετωπίζονται επιμέρους επείγοντα ζητήματα που αφορούν ιδίως στη στελέχωση υπηρεσιών και φορέων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στη διαδικασία επιλογής προσωπικού, στην ποινική αντιμετώπιση διακεκριμένων μορφών απάτης, στην παρέκκλιση από την αυτόφωρη διαδικασία ορισμένων ειδικών περιπτώσεων εγκληματικών συμπεριφορών, καθώς και σε οργανωτικά, δικονομικά, εκπαιδευτικά και μισθολογικά ζητήματα του χώρου της δικαιοσύνης. Η μη ρύθμιση των εν λόγω ζητημάτων θα διατηρούσε ανεκπλήρωτες τις υφιστάμενες ανάγκες στελέχωσης και λειτουργίας, τις επιμέρους διαδικαστικές εκκρεμότητες και τις ρυθμιστικές ανάγκες που οι προτεινόμενες διατάξεις επιδιώκουν να καλύψουν.