06/10/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Δικαιώματα μειοψηφίας στην ΙΚΕ: Γιατί η σύγκριση με την ΑΕ οδηγεί σε λάθος

Όποιος έχει διαβάσει για τα δικαιώματα μειοψηφίας στην ανώνυμη εταιρεία κουβαλά, συχνά χωρίς να το προσέξει, μια συγκεκριμένη εικόνα: ποσοστά διαβαθμισμένα (1/20, 1/10, 1/5, 1/3), δικαστική παρέμβαση όποτε σιωπά η διοίκηση και έτοιμος μηχανισμός για κάθε σύγκρουση. Όταν ο ίδιος αναγνώστης βρεθεί μπροστά σε διένεξη εταίρων Ι.Κ.Ε., ψάχνει στον Ν. 4072/2012 το αντίστοιχο άρθρο, συχνά δεν το βρίσκει και συμπεραίνει ότι η Ι.Κ.Ε. προστατεύει λιγότερο τη μειοψηφία. Το συμπέρασμα δεν στέκει και εκεί βρίσκεται η παγίδα. Η Ι.Κ.Ε. δίνει στον μεμονωμένο εταίρο εργαλεία που στην Α.Ε. απαιτούν ποσοστό, δεν του δίνει, όμως, έτοιμο δικονομικό μηχανισμό για το πιο βασικό από αυτά, την πρόσβαση στα βιβλία, και αφήνει στο καταστατικό πολλά από όσα η Α.Ε. ρυθμίζει με τον νόμο. Το κείμενο εξετάζει πρώτα τι δίνει ο νόμος στον εταίρο, έπειτα πώς επιβάλλεται το δικαίωμα από το οποίο εξαρτώνται όλα τα άλλα και συναντά τις δύο γραμμές σε ένα παράδειγμα που κάθε λογιστής αναγνωρίζει: την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων σε Ι.Κ.Ε. με δύο εταίρους.

Πρώτη γραμμή: τι δίνει ο νόμος

Στην Α.Ε. τα περισσότερα δικαιώματα μειοψηφίας προϋποθέτουν ποσοστό που κλιμακώνεται ανάλογα με το τι ζητά ο μέτοχος. Στην Ι.Κ.Ε. τρία από τα βασικά ανήκουν σε κάθε εταίρο, έστω κι αν κατέχει ένα μόνο μερίδιο και ένα τέταρτο ασκείται χωρίς δικαστήριο.

Το πρώτο είναι η πληροφόρηση. Κάθε εταίρος Ι.Κ.Ε. δικαιούται να λαμβάνει γνώση της πορείας των εταιρικών υποθέσεων, να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας και να ζητά τις πληροφορίες που χρειάζεται για να κατανοήσει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης (παρ. 2 και 3 του άρθρου 94 του Ν. 4072/2012). Το καταστατικό μπορεί να περιορίσει την άσκηση του δικαιώματος σε τακτά χρονικά διαστήματα, όχι μεγαλύτερα του τριμήνου.

Και ο μέτοχος Α.Ε. έχει ατομικό δικαίωμα πληροφόρησης για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, αν το ζητήσει πέντε πλήρεις ημέρες πριν από τη συνέλευση. Για τις αμοιβές και τις συμβάσεις των μελών του Δ.Σ., όμως, χρειάζεται το 1/20 του κεφαλαίου και για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση το 1/10 (παρ. 6 και 7 του άρθρου 141 του Ν. 4548/2018). Η διαφορά δεν βρίσκεται, λοιπόν, στην πληροφόρηση ενόψει συνέλευσης, που υπάρχει και στις δύο μορφές, αλλά στο ότι ο εταίρος Ι.Κ.Ε. εξετάζει ο ίδιος τα βιβλία και τα έγγραφα. Στις διατάξεις του Ν.4548/2018 για τα δικαιώματα της μειοψηφίας δεν εντοπίστηκε αντίστοιχο ατομικό δικαίωμα του μετόχου.

Το δεύτερο είναι η ακύρωση απόφασης. Στην Α.Ε. την αγωγή ακύρωσης μπορεί να ασκήσει μέτοχος που κατέχει τουλάχιστον δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου και δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε (παρ. 3 του άρθρου 137 του Ν. 4548/2018). Όποιος δεν φτάνει το ποσοστό μπορεί μόνο να αξιώσει από την εταιρεία αποζημίωση για τη ζημία του (παρ. 4 του άρθρου 137). Στην Ι.Κ.Ε. την ακύρωση απόφασης που λήφθηκε με τρόπο μη σύμφωνο με τον νόμο ή το καταστατικό, ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., ζητούν με αίτηση, και όχι με αγωγή, ο διαχειριστής και κάθε εταίρος που απουσίασε ή αντιτάχθηκε, χωρίς ελάχιστο ποσοστό, μέσα σε τέσσερις μήνες από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών (παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν.4072/2012). Αν η απόφαση είναι κατά το περιεχόμενό της αντίθετη στον νόμο ή στο καταστατικό, είναι άκυρη και την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί όποιος έχει έννομο συμφέρον, μέσα σε έξι μήνες από την ίδια καταχώριση (παρ. 2 του άρθρου 74). Στην Α.Ε. η ίδια τετράμηνη προθεσμία μετρά από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. (παρ. 8 του άρθρου 137). Και στην Α.Ε. η απόφαση που κατά το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρη (παρ. 1 του άρθρου 138). Η διαφορά βρίσκεται, λοιπόν, στην ακυρωσία, όπου ο μικρός μέτοχος Α.Ε. παίρνει μόνο χρήματα, ενώ ο μικρός εταίρος Ι.Κ.Ε. μπορεί να ανατρέψει την ίδια την απόφαση.

Το τρίτο είναι η εταιρική αγωγή, δηλαδή η αγωγή αποζημίωσης της εταιρείας κατά του διαχειριστή. Στην Ι.Κ.Ε. την ασκεί και οποιοσδήποτε εταίρος (παρ. 4 του άρθρου 67). Στην Α.Ε. η μειοψηφία του 1/20, με μετοχική ιδιότητα έξι μηνών, μπορεί μόνο να ζητήσει εγγράφως από το Δ.Σ. να ασκήσει η εταιρεία τις αξιώσεις της και αν το Δ.Σ. δεν το κάνει ακολουθεί η διαδικασία διορισμού ειδικού εκπροσώπου (άρθρα 104 και 105 του Ν.4548/2018). Και στις δύο μορφές, η αποζημίωση που επιδικάζεται ανήκει στην εταιρεία και όχι στον εταίρο που κίνησε τη διαδικασία.

Το τέταρτο είναι η σύγκληση συνέλευσης. Εταίροι με το 1/10 των μεριδίων ζητούν από τον διαχειριστή να συγκαλέσει συνέλευση με την ημερήσια διάταξη που προτείνουν και αν εκείνος δεν συγκαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες συγκαλούν οι ίδιοι (παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 4072/2012). Στην Α.Ε., με το 1/20, αν το Δ.Σ. δεν συγκαλέσει μέσα σε είκοσι ημέρες από την επίδοση της αίτησης, η σύγκληση γίνεται με απόφαση δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (παρ. 1 του άρθρου 141 του Ν.4548/2018). Η Α.Ε. ζητά μικρότερο ποσοστό, αλλά περνά από δικαστήριο, ενώ η Ι.Κ.Ε. ζητά μεγαλύτερο και δεν χρειάζεται δικαστήριο. Το κέρδος της μειοψηφίας είναι, πάντως, το βήμα και η ημερήσια διάταξη, όχι η απόφαση, αφού και στη συνέλευση που συγκάλεσε η ίδια αποφασίζει η απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μεριδίων (παρ. 4 του άρθρου 72).

Όπου η Ι.Κ.Ε. δίνει λιγότερα

Δεν είναι όλα υπέρ του εταίρου. Ο έκτακτος έλεγχος είναι το πρώτο αντιπαράδειγμα. Στην Ι.Κ.Ε. εταίροι με το 1/10 μπορούν οποτεδήποτε να ζητήσουν από το δικαστήριο τον διορισμό ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή-λογιστή, για να διερευνήσει σοβαρές υπόνοιες παράβασης του νόμου ή του καταστατικού (παρ. 4 του άρθρου 94 του Ν. 4072/2012). Στην Α.Ε. αρκεί το 1/20 για παραβάσεις, με την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης των πράξεων, ενώ το 1/5 επιτρέπει έλεγχο για κακοδιαχείριση (παρ. 1 έως 3 του άρθρου 142 του Ν.4548/2018). Η Ι.Κ.Ε. ζητά επομένως διπλάσιο ποσοστό, δεν θέτει προθεσμία και δεν προβλέπει έλεγχο για κακοδιαχείριση.

Η δεύτερη διαφορά αφορά τη λύση της εταιρείας. Στην Α.Ε. μέτοχοι με το 1/3 του καταβεβλημένου κεφαλαίου μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο τη λύση της, αν σπουδαίος λόγος καθιστά τη συνέχισή της κατά τρόπο προφανή και μόνιμο αδύνατη (παρ. 1 του άρθρου 166 του Ν. 4548/2018). Στην Ι.Κ.Ε. η παρ. 1 του άρθρου 103 του Ν. 4072/2012 απαριθμεί ως λόγους λύσης την απόφαση των εταίρων, την πτώχευση και όσες άλλες περιπτώσεις προβλέπει ο νόμος ή το καταστατικό, χωρίς να αναφέρει δικαστική λύση για σπουδαίο λόγο. Η Ειρ. Σητείας 50/2014 δέχθηκε, πάντως, τέτοια λύση με αίτηση εταίρου. Όπως παρουσιάζεται στη δικηγορική αρθρογραφία, στηρίχθηκε στην αναλογία με την Ε.Π.Ε., όπου η σοβαρή διαταραχή των σχέσεων των εταίρων και οι συνεχείς διαφωνίες τους αποτελούν σπουδαίο λόγο λύσης. Πρόκειται για μεμονωμένη πρωτόδικη απόφαση, που εκδόθηκε με το προγενέστερο κείμενο του άρθρου 103, και δεν εντοπίστηκε νεότερη νομολογία που να την επιβεβαιώνει. Η διαφορά από την Α.Ε. δεν είναι, λοιπόν, ότι ο δρόμος κλείνει, αλλά ότι στην Ι.Κ.Ε. στηρίζεται σε μία απόφαση και όχι στον νόμο. Σε μια Ι.Κ.Ε. με δύο εταίρους στο 50%, όπου καμία απόφαση δεν σχηματίζει πλειοψηφία, ο εταίρος που θέλει να φύγει έχει ως βέβαιο δρόμο την έξοδο της επόμενης ενότητας και μόνο μια ρήτρα στο καταστατικό κάνει βέβαιη και τη λύση.

Όταν η σχέση σπάει: ανάκληση, έξοδος, αποκλεισμός

Στην ανάκληση διαχειριστή η διαφορά βρίσκεται στο εύρος. Εταίροι με το 1/10 μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο την ανάκληση του διαχειριστή που ασκεί καταστατική διαχείριση, όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, όπως η σοβαρή παράβαση καθηκόντων ή η ανικανότητα προς τακτική διαχείριση, και κάθε συμφωνία που το αποκλείει είναι άκυρη (παρ. 1 του άρθρου 61 του Ν. 4072/2012). Η Α.Ε. έχει και αυτή δικαστική ανάκληση από μειοψηφία 1/10, αλλά μόνο για συμβούλους που διορίστηκαν απευθείας από μέτοχο, οι οποίοι δεν μπορούν να ξεπερνούν τα δύο πέμπτα του Δ.Σ. (παρ. 1 και 3 άρθρο 79 του Ν. 4548/2018).

Στην έξοδο η Ι.Κ.Ε. είναι σαφώς πιο γενναιόδωρη. Κάθε εταίρος μπορεί να εξέλθει για σπουδαίο λόγο, με απόφαση του δικαστηρίου που εκδίδεται ύστερα από αίτησή του, και το καταστατικό μπορεί να προβλέψει και άλλες περιπτώσεις εξόδου (άρθρο 92 του Ν.4072/2012). Ο εξερχόμενος δικαιούται την πλήρη αξία των μεριδίων του, την οποία, αν δεν υπάρξει συμφωνία ή ρήτρα αποτίμησης στο καταστατικό, προσδιορίζει το δικαστήριο. Στην Α.Ε. η εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας ζητείται χωρίς ποσοστό, αλλά μόνο για συγκεκριμένους λόγους, όπως η μεταφορά της έδρας στο εξωτερικό, οι περιορισμοί στη μεταβίβαση των μετοχών ή η αλλαγή του σκοπού ή για όσους άλλους προβλέπει το καταστατικό, και μέσα σε τρεις μήνες (άρθρο 45 του Ν.4548/2018). Στη νομολογία για την Ι.Κ.Ε. έχουν κριθεί ως σπουδαίος λόγος, ενδεικτικά, η μακρά αδράνεια, η ζημιογόνα οικονομική κατάσταση και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των εταίρων (Ειρ. Πατρ 200/2024). Ο χρόνος της εξόδου διχάζει: κατά μία άποψη προϋποτίθεται η καταβολή της αξίας των μεριδίων, ενώ κατά την άλλη, που ακολούθησε η ίδια απόφαση, ο εταίρος εξέρχεται με την τελεσιδικία.

Το αντίστροφο όπλο είναι ο αποκλεισμός. Το δικαστήριο μπορεί να αποκλείσει εταίρο για σπουδαίο λόγο, ύστερα από αίτηση διαχειριστή ή εταίρου, αν έχει προηγηθεί απόφαση των λοιπών εταίρων, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 72 (παρ. 1 του άρθρου 93), και ο εταίρος που αποκλείεται δεν ψηφίζει (παρ. 3 του άρθρου 72). Η παραπομπή στην παρ. 4 του άρθρου 72 σημαίνει απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μεριδίων. Με την αυστηρή ανάγνωση που εξετάζεται παρακάτω, ο εταίρος του 40% δεν μπορεί ποτέ να ζητήσει τον αποκλεισμό του εταίρου του 60%, ενώ το αντίστροφο είναι δυνατό.

Δεύτερη γραμμή: πώς επιβάλλεται η πρόσβαση στα βιβλία

Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι ο εταίρος γνωρίζει τι συμβαίνει στην εταιρεία, και εκεί βρίσκεται το πιο λεπτό σημείο. Η παρ. 2 του άρθρου 94 επιτρέπει στην εταιρεία να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών ή την πρόσβαση στα βιβλία αν υπάρχει σοβαρή απειλή στα επιχειρηματικά της συμφέροντα. Ο νόμος δεν λέει ποιος ελέγχει την άρνηση και με ποια διαδικασία.

Η Α.Ε. έχει απαντήσει με τρία εργαλεία. Το Δ.Σ., που αρνείται πληροφορίες πρέπει να αναγράψει στα πρακτικά τον αποχρώντα ουσιώδη λόγο της άρνησης (παρ. 7 του άρθρου 141 του Ν.4548/2018). Η αμφισβήτηση του λόγου λύνεται από το δικαστήριο με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο υποχρεώνει και την εταιρεία να δώσει τις πληροφορίες, με απόφαση που δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα (παρ. 8 του άρθρου 141). Και η απόφαση της συνέλευσης που λήφθηκε χωρίς να δοθούν οι πληροφορίες που ζητήθηκαν είναι ακυρώσιμη (παρ. 2α του άρθρου 137). Στον Ν. 4072/2012 δεν εντοπίστηκε κανένα από τα τρία.

Αυτό δεν αφήνει τον εταίρο Ι.Κ.Ε. χωρίς δρόμο. Το δικαίωμα της παρ. 2 του άρθρου 94 πηγάζει ευθέως από τον νόμο και ο εταίρος που το επικαλείται δεν χρειάζεται, κατά την άποψη που υποστηρίζεται εδώ, να αποδείξει το ειδικό έννομο συμφέρον του άρθρου 902 του Α.Κ., που αφορά όποιον δεν έχει άλλη βάση για να ζητήσει την επίδειξη ενός εγγράφου. Η θέση αυτή δεν βρέθηκε να έχει κριθεί ρητά για την Ι.Κ.Ε., συμφωνεί, όμως, με τον τρόπο που επιβλήθηκε το αντίστοιχο δικαίωμα σε προσωπική εταιρεία, όπως φαίνεται παρακάτω. Το πραγματικό εμπόδιο είναι ο χρόνος.

Ο γρήγορος δρόμος είναι τα ασφαλιστικά μέτρα. Κατά την κρατούσα άποψη, η επίδειξη εγγράφων μπορεί να ζητηθεί και με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (Α.Π. 1613/2000), αλλά μόνο αν ο αιτών πιθανολογήσει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενο κίνδυνο (άρθρο 731 της ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να προσδιορίσει με ακρίβεια τα έγγραφα που ζητά: σε διαφορά που δεν αφορούσε εταίρους, αίτημα για κατάλογο πελατών και οφειλών απορρίφθηκε ως αόριστο ακριβώς γι' αυτό (ΜΠρΑθ 2965/2015).

Ο αργός δρόμος είναι η τακτική αγωγή. Η Α.Π. 1274/2024 αφορά ομόρρυθμη εταιρεία, στην οποία εφαρμόζεται το άρθρο 755 της Α.Κ. με την παραπομπή της παρ. 2 του άρθρου 249 του Ν.4072/2012, και όχι Ι.Κ.Ε.. Είναι, όμως, η πιο κοντινή πρωτογενής πηγή που εντοπίστηκε. Εταίρος με ποσοστό 50% σε φαρμακείο ζήτησε με αγωγή, τον Ιούλιο του 2020, να υποχρεωθούν η εταιρεία και η διαχειρίστρια εταίρος να ανεχθούν τον έλεγχο των βιβλίων και των εγγράφων και κέρδισε σε πρώτο βαθμό το 2021. Στο μεταξύ, όμως, η διαχειρίστρια πέτυχε τον αποκλεισμό της και το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, επειδή η ενάγουσα είχε χάσει την εταιρική ιδιότητα. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση τον Σεπτέμβριο του 2024. Χαρακτήρισε το δικαίωμα πληροφόρησης και ελέγχου σύμφυτο με την εταιρική ιδιότητα και πυρήνα της ορθής άσκησης των υπόλοιπων δικαιωμάτων και έκρινε ότι δεν χάνεται με τον αποκλεισμό, αν είχε ήδη ασκηθεί, δικαστικά ή εξώδικα, πριν αυτός ολοκληρωθεί. Η υπόθεση επέστρεψε στο Εφετείο. Ο δρόμος αποδίδει, αλλά η πλειοψηφία έχει τρόπους να τον καθυστερήσει και η ημερομηνία του αιτήματος αποδείχθηκε κρίσιμη.

Οι άλλες δύο οδοί είναι έμμεσες. Η πρώτη είναι ο έκτακτος έλεγχος της παρ. 4 του άρθρου 94, αν ο εταίρος συγκεντρώνει το 1/10. Η δεύτερη είναι η αγωγή λογοδοσίας. Κατά την άποψη που υποστηρίζεται σε ενημερωτικό κείμενο δικηγορικού γραφείου (kstlaw.gr, Μάιος 2026), ο διαχειριστής Ι.Κ.Ε. λογοδοτεί στους εταίρους ως διαχειριστής ξένης περιουσίας (άρθρο 303 του Α.Κ.), με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την εντολή. Ο δρόμος αυτός καλύπτει το πού πήγαν τα χρήματα και όχι την πρόσβαση στο βιβλίο πρακτικών και δεν έχει κριθεί ειδικά για Ι.Κ.Ε.. Η Α.Π. 1831/2025, που επικαλείται το ίδιο κείμενο, αφορά αφανή εταιρεία, στηρίζει την αξίωση λογοδοσίας στα άρθρα 303, 718 και 754 του Α.Κ. και κατέληξε σε αναίρεση της εφετειακής απόφασης για ανεπαρκή αιτιολογία.

Προσοχή:

Για τις υποθέσεις της Ι.Κ.Ε., που ο νόμος υπάγει σε δικαστήριο, όπως η ακύρωση απόφασης, η ανάκληση διαχειριστή, η έξοδος και ο αποκλεισμός, το άρθρο 48 του Ν. 4072/2012 προβλέπει εκδίκαση από το ειρηνοδικείο της έδρας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού με τον Ν. 5108/2024 (παρ. 8 των άρθρων 4 και 14), όπου η νομοθεσία αναφέρει ειρηνοδικείο νοείται το μονομελές πρωτοδικείο. Αρκετά κείμενα που κυκλοφορούν εξακολουθούν να γράφουν ειρηνοδικείο.

Όπου συναντιούνται τα δύο: η έγκριση των καταστάσεων και η απαλλαγή

Η έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων γίνεται με απόφαση των εταίρων (παρ. 1 του άρθρου 100 του Ν. 4072/2012) και είναι η στιγμή όπου ενώνονται οι δύο γραμμές. Ο διαχειριστής ευθύνεται έναντι της εταιρείας για παραβάσεις του νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των εταίρων, καθώς και για κάθε διαχειριστικό πταίσμα (παρ. 1 του άρθρου 67). Οι εταίροι μπορούν να τον απαλλάξουν μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων μόνο για τα διαχειριστικά πταίσματα, εκτός αν παράσχουν ομόφωνα γενική απαλλαγή (παρ. 2 του άρθρου 67). Ο διαχειριστής που είναι και εταίρος δεν ψηφίζει για τη δική του απαλλαγή (παρ. 3 του άρθρου 72).

Ένα υποθετικό παράδειγμα δείχνει πώς λειτουργούν τα παραπάνω στην πράξη. Ο Γιώργος και η Ελένη είναι εταίροι σε Ι.Κ.Ε. εμπορίας οικοδομικών υλικών στη Λάρισα, με 60% και 40% των μεριδίων. Ο Γιώργος είναι ο καταστατικός διαχειριστής. Πριν από δύο χρόνια η εταιρεία μίσθωσε από τον ίδιο τον Γιώργο μια αποθήκη με 2.200 ευρώ τον μήνα, ενώ εκείνος είχε προσφέρει το ακίνητο σε τρίτο για 1.500. Η διαφορά των 700 ευρώ τον μήνα φτάνει τις 16.800 ευρώ σε δύο χρόνια. Η σύμβαση δεν καταγράφηκε στο βιβλίο πρακτικών και δεν ανακοινώθηκε στην Ελένη, όπως απαιτεί η παρ. 1 του άρθρου 95 για κάθε σύμβαση της εταιρείας με τον διαχειριστή. Η Ελένη το αντιλαμβάνεται λίγο πριν από τη συνέλευση που θα εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις, όταν ζητά από τον λογιστή την ανάλυση του λογαριασμού των ενοικίων και βλέπει ότι δικαιούχος είναι ο ίδιος ο Γιώργος. Για την προσφορά των 1.500 ευρώ προς τον τρίτο την ενημερώνει ο μεσίτης που είχε χειριστεί το ακίνητο.

Η Ελένη έχει να πάρει τρεις αποφάσεις, και η σειρά τους μετρά.

Η πρώτη αφορά τα έγγραφα. Ζητά το συμφωνητικό και τις εντολές πληρωμής του ενοικίου με εξώδικη δήλωση, που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, ώστε η ημερομηνία του αιτήματος να είναι βέβαιη (παρ. 2 και 3 του άρθρου 94). Ο Γιώργος αρνείται, με το επιχείρημα ότι το ζήτημα απειλεί τα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρείας. Από τα εργαλεία της δεύτερης γραμμής, τα ασφαλιστικά μέτρα ταιριάζουν εδώ περισσότερο, γιατί η συνέλευση που πλησιάζει δίνει στην Ελένη επιχείρημα για το επείγον που δεν έχει κάθε εταίρος. Για την ίδια την αξίωση δεν χρειάζεται να περιμένει τα έγγραφα, αφού τα βασικά στοιχεία, τον δικαιούχο του μισθώματος και την τιμή της αγοράς, τα γνωρίζει ήδη.

Η δεύτερη απόφαση παίρνεται στη συνέλευση, όπου υπάρχουν δύο διαφορετικά θέματα. Το πρώτο είναι η έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, που περνά με το 60% του Γιώργου (παρ. 4 του άρθρου 72 και παρ. 1 του άρθρου 100). Εδώ, η ψήφος της Ελένης έχει μικρό βάρος. Αν οι καταστάσεις απεικονίζουν σωστά το ενοίκιο που πληρώθηκε, είναι ακριβείς και η ακύρωσή τους θα είχε νόημα κυρίως αν με την ίδια απόφαση διανέμονταν κέρδη. Αν, πάντως, θέλει να κρατήσει ανοιχτή την ακύρωση, πρέπει να καταψηφίσει και να ζητήσει να καταγραφεί η αντίθεσή της, γιατί την ακυρωσία της παρ. 1 του άρθρου 74 τη ζητά μόνο όποιος απουσίασε ή αντιτάχθηκε, μέσα σε τέσσερις μήνες. Το αν η άρνηση πληροφόρησης κάνει την απόφαση να έχει ληφθεί «με τρόπο μη σύμφωνο με τον νόμο» μένει ανοιχτό, ενώ στην Α.Ε. η ίδια περίπτωση αποτελεί ρητά λόγο ακύρωσης (παρ. 2α του άρθρου 137).

Το δεύτερο θέμα, η γενική απαλλαγή του Γιώργου, είναι το πραγματικά κρίσιμο, και εκεί ο Γιώργος δεν ψηφίζει (παρ. 3 του άρθρου 72). Η παράλειψη καταγραφής και ανακοίνωσης της σύμβασης είναι παράβαση του άρθρου 95, που κατά το γράμμα της παρ. 1 και 2 του άρθρου 67 καλύπτεται μόνο από ομόφωνη γενική απαλλαγή. Ο Γιώργος θα αντέτεινε ότι η ζημία προέρχεται από το ύψος του μισθώματος και όχι από την παράλειψη καταγραφής, άρα από διαχειριστική επιλογή, που καλύπτεται από την απλή απαλλαγή για διαχειριστικά πταίσματα. Στον κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης της παρ. 1 του άρθρου 67, πάντως, δεν θα μπορούσε να στηριχθεί, γιατί αυτός απαιτεί απόφαση που λήφθηκε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος και η μίσθωση δικού του ακινήτου πάνω από την τιμή της αγοράς δύσκολα περνά αυτό το κριτήριο. Όποια ανάγνωση κι αν επικρατήσει, χωρίς το «ναι» της Ελένης δεν περνά καμία μορφή απαλλαγής. Η σωστή της κίνηση είναι να καταψηφίσει και να ζητήσει να καταγραφεί η αντίθεσή της.

Προσοχή:

Ο νόμος δεν λέει αν το «ναι» της Ελένης θα αρκούσε. Η παρ. 4 του άρθρου 72 απαιτεί απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μεριδίων, και η παρ. 3 απαγορεύει την ψήφο του Γιώργου χωρίς να λέει αν τα μερίδιά του μένουν στη βάση του υπολογισμού. Για το ανώτατο όριο ψήφων, η παρ. 2 ορίζει ρητά ότι τα επιπλέον μερίδια δεν υπολογίζονται, για την απαγόρευση ψήφου, όμως, σιωπά. Αν τα μερίδια μένουν στη βάση, διαχειριστής με πλειοψηφία δεν θα μπορούσε ποτέ να απαλλαγεί, ούτε καν για διαχειριστικά πταίσματα, και εταίρος με πλειοψηφία δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκλειστεί (άρθρο 93). Το αποτέλεσμα αυτό γέρνει τη ζυγαριά προς την αφαίρεση των μεριδίων από τη βάση, χωρίς να κλείνει το ζήτημα. Το ερώτημα προέκυψε κατά την επεξεργασία του παραδείγματος για το παρόν κείμενο και δεν βρέθηκε να αναφέρεται σε σχολιασμό ή απόφαση.

Η τρίτη απόφαση αφορά την αξίωση. Αφού η απαλλαγή δεν δόθηκε, η αξίωση της εταιρείας κατά του Γιώργου παραμένει και η Ελένη μπορεί να την ασκήσει η ίδια, χωρίς ελάχιστο ποσοστό (παρ. 4 του άρθρου 67). Η αποζημίωση θα καταβληθεί στην εταιρεία και όχι στην ίδια. Η αξίωση, όμως, παραγράφεται τρία χρόνια μετά την πράξη (παρ. 3 του άρθρου 67). Αν ως πράξη θεωρηθεί η σύναψη της μίσθωσης, ολόκληρη η αξίωση παραγράφεται σε έναν χρόνο. Αν θεωρηθεί κάθε μηνιαία υπερπληρωμή, οι πρώτες παραγράφονται επίσης σε έναν χρόνο και από εκεί και πέρα κάθε μήνας αναμονής κοστίζει 700 ευρώ αξίωσης. Η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής (άρθρο 261 του Α.Κ.) και δεν περιμένει να λυθεί το ζήτημα της πρόσβασης στα έγγραφα.

Υπάρχει και δεύτερη βάση, που δεν επηρεάζεται ούτε από την απαλλαγή, ούτε απότην τριετία. Η παρ. 5 του άρθρου 100 υποχρεώνει τους εταίρους που εισέπραξαν κέρδη κατά παράβαση του νόμου να τα επιστρέψουν στην εταιρεία και η παρ. 6 επεκτείνει την υποχρέωση στην κεκρυμμένη καταβολή κερδών. Η υπέρβαση του μισθώματος πάνω από την αγοραία αξία, όταν καταβάλλεται σε εταίρο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελεί τέτοια καταβολή. Για την αντίστοιχη ρύθμιση της Α.Ε., σήμερα στο άρθρο163 του Ν. 4548/2018, επισημαίνεται στη σχετική αρθρογραφία ότι καλύπτει και την παροχή που συγκαλύπτεται πίσω από δικαιοπραξία (Εφ.Πειρ. 907/2005) και ότι, αφού ονόμος δεν ορίζει ειδική προθεσμία, ισχύει η γενική εικοσαετία του άρθρου 249 του Α.Κ.. Τοίδιο φαίνεται να ισχύει κατ' αναλογία για την Ι.Κ.Ε., ο χαρακτηρισμός, όμως, δεν βρέθηκε να έχει κριθεί. Η αξίωση αυτή στρέφεται κατά του Γιώργου ως εταίρου και όχι ως διαχειριστή, είναι επιχείρημα και όχι βεβαιότητα, και γι' αυτό λειτουργεί ως δεύτερη βάση της αγωγής και όχι ως λόγος αναμονής.

Συνοπτικά, η Ελένη, με τη συνδρομή δικηγόρου, ζητά τα έγγραφα με εξώδικη δήλωση πριν από τη συνέλευση, καταψηφίζει την απαλλαγή ζητώντας να καταγραφεί η αντίθεσή της και ασκεί την αγωγή του άρθρου 67 μέσα στον επόμενο χρόνο, με το άρθρο 100 ως δεύτερη βάση. Η σειρά μετρά περισσότερο από το ποσό, γιατί κάθε βήμα που περιμένει το προηγούμενο κοστίζει χρόνο που η παραγραφή δεν χαρίζει.

Τι καταγράφεται και τι διαπραγματεύεται εκ των προτέρων

Η πρώτη πρακτική συνέπεια αφορά όποιον συντάσσει τα πρακτικά. Το βιβλίο πρακτικών το τηρεί ο διαχειριστής (παρ. 1 του άρθρου 66 του Ν. 4072/2012) και ο λογιστήςσυνήθως το συντάσσει στην πράξη, όχι επειδή το ορίζει ο νόμος. Η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις ελήφθησαν την ημερομηνία και ώρα που αναγράφονται στο βιβλίο (παρ. 2 του άρθρου 66), άρα η ακρίβεια των ημερομηνιών στα πρακτικά είναι ζήτημα ουσίας και όχι τυπικότητα. Με την ίδια λογική, κάθε αίτημα πληροφόρησης εταίρου αξίζει να καταγράφεται εγγράφως, με ημερομηνία, μαζί με την απάντηση της εταιρείας. Αντίστοιχα, ο εταίρος που διαφωνεί με μια απόφαση ζητά να καταγραφεί ρητά η αντίθεσή του στο πρακτικό, γιατί από αυτήν εξαρτάται το δικαίωμα ακύρωσης (παρ. 1 του άρθρου 74). Η καταγραφή προστατεύει και τις δύο πλευρές: τον εταίρο, γιατί η ημερομηνία του αιτήματος μπορεί να κρίνει την υπόθεση, όπως στην Α.Π. 1274/2024, και τον διαχειριστή, γιατί αποδεικνύει ότι έδωσε πρόσβαση. Η πρόταση απαλλαγής διατυπώνεται ως χωριστό θέμα από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων, γιατί έχει διαφορετική ψηφοφορία και διαφορετικές συνέπειες (παρ. 3 του άρθρου 72 και παρ. 1 του άρθρου 100). Και κάθε σύμβαση με εταίρο ή διαχειριστή καταγράφεται και ανακοινώνεται στους εταίρους μέσα σε έναν μήνα (παρ. 1 του άρθρου 95).

Η δεύτερη συνέπεια αφορά την ώρα πριν από τη σύγκρουση, όταν υπογράφεται το καταστατικό. Το καταστατικό μπορεί να περιορίσει την άσκηση του δικαιώματος της παρ. 2 του άρθρου 94 σε τακτά διαστήματα έως τριμήνου, να ορίσει τον τρόπο αποτίμησης των μεριδίων σε περίπτωση εξόδου και να προβλέψει πρόσθετες περιπτώσεις εξόδου (άρθρο 92), να προβλέψει δικαστική λύση για σπουδαίο λόγο και να αυξήσει τις πλειοψηφίες ή να ορίσει ομοφωνία για ορισμένες αποφάσεις (παρ. 6 του άρθρου 72). Αντίθετα, η συμφωνία που αποκλείει τη δικαστική ανάκληση διαχειριστή για σπουδαίο λόγο είναι άκυρη (παρ. 1 του άρθρου 61). Επειδή η θέσπιση των ρυθμίσεων της παρ. 6 του άρθρου 72 με μεταγενέστερη τροποποίηση του καταστατικού απαιτεί ομοφωνία, η ευκαιρία της μειοψηφίας να τις εξασφαλίσει είναι η αρχική σύνταξη και όχι η ώρατης διαφωνίας.

Συμβουλή του υπογράφοντος είναι όποιος μπαίνει σε Ι.Κ.Ε. ως μειοψηφία να ελέγχει, πριν υπογράψει, τέσσερα σημεία: το διάστημα άσκησης του δικαιώματος πληροφόρησης, τον τρόπο αποτίμησης των μεριδίων σε περίπτωση εξόδου, την ύπαρξη ρήτρας δικαστικής λύσης για σπουδαίο λόγο και τις πλειοψηφίες για τις αποφάσεις που τον αφορούν. Ό,τι δεν έχει γραφτεί εκεί θα το κρίνει αργότερα δικαστήριο.

Τι μένει ανοιχτό

Έξι σημεία δεν έχουν σήμερα καθαρή απάντηση. Το πρώτο είναι η βάση της πλειοψηφίας όταν ένας εταίρος δεν ψηφίζει (παρ. 3 και 4 του άρθρου 72 του Ν. 4072/2012), ζήτημα που κρίνει τόσο την απαλλαγή του διαχειριστή, όσο και τον αποκλεισμό εταίρου. Το δεύτερο είναι αν η άρνηση πληροφόρησης κατά την παρ. 3 του άρθρου 94 αποτελεί λόγο ακύρωσης της απόφασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 74, όπως ρητά ισχύει στην Α.Ε. με την παρ. 2α του άρθρου 137. Το τρίτο είναι ο δικονομικός δρόμος για την επιβολή της παρ. 2 του άρθρου 94: αν η διαφορά υπάγεται στην εκούσια δικαιοδοσία του άρθρου 48, στην τακτική διαδικασία ή στα ασφαλιστικά μέτρα και με ποιες προϋποθέσεις. Το τέταρτο είναι αν η υπερτιμολογημένη συναλλαγή της εταιρείας με εταίρο αποτελεί κεκρυμμένη καταβολή κερδών κατά την παρ. 6 του άρθρου 100, και αν η αξίωση επιστροφής υπόκειται στην εικοσαετία του άρθρου 249 του Α.Κ.. Το πέμπτο είναι ο χρόνος της εξόδου εταίρου, δηλαδή αν ολοκληρώνεται με την τελεσιδικία ή με την καταβολή της αξίας των μεριδίων. Το έκτο είναι αν η Ι.Κ.Ε. λύεται δικαστικά για σπουδαίο λόγο χωρίς καταστατική πρόβλεψη. Για κανένα από τα πρώτα τέσσερα δεν εντοπίστηκε δημοσιευμένη απόφαση για Ι.Κ.Ε., για το πέμπτο η νομολογία και η θεωρία διχάζονται και για το έκτο υπάρχει μία μόνο πρωτόδικη απόφαση. Μια νομοθετική παρέμβαση που θα έδινε στον εταίρο Ι.Κ.Ε. ρητό δρόμο ανάλογο της παρ. 8 του άρθρου 141 του Ν. 4548/2018 θα έκλεινε το πιο πρακτικό από αυτά.

Η Ι.Κ.Ε. σχεδιάστηκε για να είναι η απλή, γρήγορη και φθηνή εταιρική μορφή του μικρού επιχειρηματία και οι περισσότερες Ι.Κ.Ε. που περνούν από ένα λογιστικό γραφείο δεν θα δουν ποτέ δικαστήριο. Όταν, όμως, προκύψει διαφορά σε μικρή Ι.Κ.Ε., συνήθως αφορά δύο ανθρώπους που ξεκίνησαν με εμπιστοσύνη και όχι με έγγραφα. Ο λογιστής δεν παίζει ρόλο δικηγόρου, βρίσκεται, όμως, στο σημείο όπου η υπογραφή σε ένα πρακτικό ή η ημερομηνία σε ένα έγγραφο κρίνει αργότερα ποιος είχε δίκιο.


Σχετικές Παραπομπές

άρθρο 48, παρ. 1 του άρθρου 61, 66, 67, παρ. 2 του άρθρου 70, 72, παρ. 1 έως 2 του άρθρου 74, 92, παρ. 1 του άρθρου 93, 94, παρ. 1 του άρθρου 95, παρ. 1 του άρθρου 100, παρ. 1του άρθρου 103 και παρ. 2 του άρθρου 249 του Ν. 4072/2012

άρθρο 45, 79, 104, 105, 137, παρ. 1 του άρθρου 138, 141, 142, 163 και παρ. 1 του άρθρου 166 του Ν. 4548/2018

άρθρο 4 και παρ. 8 του άρθρου 14 του Ν.5108/2024

άρθρα 249, 26, 28, 303, 718, 754, 755 και 902 του Α.Κ.

άρθρο 731 της ΚΠολΔ

Α.Π. 1274/2024

Α.Π. 1831/2025

Α.Π. 1613/2000

ΜΠρΑθ 2965/2015

ΕιρΠατρ 200/2024

ΕιρΣητείας 50/2014

ΕφΠειρ 907/2005



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
δικαιώματα μειοψηφίας, ΙΚΕ, ΑΕ