Σε συνεργασία με τον Ηλία Χατζηγεωργίου - Φοροτεχνικό, Πρόεδρο Επιτροπής Λογιστών Ε.Ε.Α.
Χωρίς να το πάρουμε είδηση, πάει και ο Σεπτέμβριος και αισίως από εχθές μπήκαμε στον Οκτώβριο, μαζί με τις πρώτες βροχές που εμφανίζονται αλλού πολύ έντονες και αλλού ηπιότερες. Καλό μήνα σε όλους, λοιπόν.
Πάντως, ο Σεπτέμβριος οριακά πριν την εκπνοή του μας έδωσε δύο νέες ειδήσεις. Η πρώτη είδηση ήταν η ανακοίνωση με σχετικό δελτίο τύπου της παράτασης της υποχρεωτικής εφαρμογής της Β’ φάσης του ηλεκτρονικού τιμολογίου, αλλά και της Β’ φάσης του δελτίου αποστολής, είδηση η οποία ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη και δεν θα αφιερωθούμε σήμερα σε αυτήν.
Η δεύτερη είδηση θα λέγαμε ότι αποτέλεσε μία έκπληξη, ευχάριστη ή όχι είναι σχετικό και θα φανεί από την νομοθέτηση της. Προφανώς και αναφερόμαστε στην διεύρυνση και επιμήκυνση της ρύθμισης των 72 δόσεων και αντικατάσταση της από τις 120 δόσεις. Ανακοινώθηκε, λοιπόν, προχθές από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό η νέα ρύθμιση, με την οποία οι 72 δόσεις μετατρέπονται σε 120, μέτρο το οποίο στην συνέχεια εξειδικεύθηκε από τον υπουργό οικονομικών, μαζί με το σχετικό δελτίο τύπου που εκδόθηκε στην συνέχεια.
Όπως και να έχει, η εν λόγω ρύθμιση αυτή έρχεται να ικανοποιήσει ένα πάγιο αίτημα της αγοράς, ώστε, σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, κατά κύριο λόγο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που την χρειάζονταν να μπορέσουν να παραμείνουν ζωντανές. Η αύξηση της τιμής των καυσίμων, άρα κατ’ επέκταση του κόστους παραγωγής και του κόστους μεταφοράς, μαζί και με την εκτίναξη του κόστους διαβίωσης, έχουν φέρει σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τη μικρομεσαία επιχείρηση, αλλά και γενικότερα τους Έλληνες φορολογουμένους και τα ελληνικά νοικοκυριά.
Βάσει του παραπάνω, κάθε μέτρο το οποίο ανακοινώνεται και είναι προς όφελος των φορολογουμένων και των επιχειρήσεων ασφαλώς και είναι καλοδεχούμενο από όλους. Όμως, θεωρούμε ότι θα άξιζε πριν τη νομοθέτηση του μέτρου να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις όσον αφορά την συγκεκριμένη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων.
Δεδομένου ότι και βάσει λεγομένων του πρωθυπουργού συνδέεται άμεσα με τις 72 δόσεις, αφού θα είναι όπως προαναφέραμε η διεύρυνση της, αξίζει να θυμίσουμε τι ίσχυε σε αυτή. Στην προηγούμενη ρύθμιση των 72 δόσεων, λοιπόν, μπορούσαν να ενταχθούν όσοι είχαν οφειλές που είχαν γίνει ληξιπρόθεσμες μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2023, αλλά παράλληλα δεν είχαν ρυθμίσει τις συγκεκριμένες οφειλές μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24 δόσεων έως και τις 21/4/2026 ή και γενικότερα πριν την υποβολή της αίτησης.
Ταυτόχρονα, όμως, για τις 72 δόσεις υπήρχε και άλλος ένας όρος, ότι οι οφειλές από 1/1/2024 και μετά θα έπρεπε να ενταχθούν στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων, για να παραμείνει ενεργή η ρύθμιση των 72 δόσεων. Μάλιστα, στα ασφαλιστικά ταμεία αξίζει να αναφέρουμε ότι η ρύθμιση των 24 δόσεων γίνονταν ταυτόχρονα, χωρίς να δώσει το σύστημα εναλλακτική επιλογή στον αιτούμενο. Δηλαδή, αν δεν έκανε την 24άρα, δεν προχωρούσε η 72άρα καθόλου.
Αυτή η διαδικασία που περιγράφουμε σήμαινε ότι οι οφειλέτες μπορούσαν να ρυθμίσουν τις παλαιές οφειλές του 2023 και προηγούμενων ετών στις 72 δόσεις, όμως, ταυτόχρονα, θα έπρεπε να έχουν τακτοποιήσει ή ρυθμίσει τις οφειλές που είχαν δημιουργηθεί από 1ης Ιανουαρίου 2024 και μετά.
Στις ανακοινώσεις και στο δελτίο τύπου μάθαμε ότι με τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων θα ρυθμίζονται οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Ταυτόχρονα μάθαμε ότι οι συγκεκριμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν θα πρέπει να έχουν ήδη ρυθμιστεί στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων μέχρι και τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ημέρα που ανακοίνωσε το συγκεκριμένο μέτρο ο πρωθυπουργός, όπως ακριβώς είχε προκύψει η 21η Απριλίου 2026 για τις 72 δόσεις.
Παράλληλα με όλα αυτά ανακοινώθηκε και η νέα προθεσμία υπαγωγής στην συγκεκριμένη ρύθμιση. Ενώ στην αρχική ρύθμιση των 72 δόσεων η προθεσμία έφθανε έως της 31 Δεκεμβρίου 2026, με τη νέα ρύθμιση η ημερομηνία υπαγωγής μεταφέρεται τις 30 Ιουνίου 2027.
Αξίζει, όμως, να δούμε μαζί ορισμένα σημεία, τα οποία, κατά τη γνώμη μας, ενδέχεται να δημιουργήσουν προβλήματα στην εφαρμογή της ρύθμισης, δημιουργώντας αδικίες ή μάλλον καλύτερα διευρύνοντας τις υπάρχουσες.
Το πρώτο σημείο αφορά το επιτόκιο. Το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84% ετησίως, δηλαδή βρίσκεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο. Πρόκειται ουσιαστικά για το επιτόκιο της πάγιας ρύθμισης και θεωρούμε ότι είναι πολύ υψηλό για μια ρύθμιση, η οποία έχει ως στόχο να δώσει τη δυνατότητα σε όσο το δυνατόν περισσότερους φορολογουμένους να τακτοποιήσουν τις οφειλές τους. Υπολογίζοντας ότι 120 μηνιαίες δόσεις είναι συνολικά 10 έτη, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο υψηλός θα είναι ο ρυθμιζόμενος τόκος, μαζί με τις οφειλές, αλλά και τις ρυθμιζόμενες προσαυξήσεις που θα συμπεριληφθούν σε αυτή.
Το δεύτερο σημείο, κατά την άποψη μας αυτό που δημιουργεί την μεγαλύτερη αδικία, αφορά τη δυσμενή μεταχείριση εκείνων οι οποίοι είχαν ήδη υπαχθεί σε προηγούμενη πάγια ρύθμιση. Στην αρχική ρύθμιση των 72 δόσεων το κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν η 21ή Απριλίου 2026, ενώ με τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων μεταφέρεται στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Οι φορολογούμενοι αυτοί που μπήκαν στη διαδικασία και ρύθμισαν στις 24 δόσεις, ουσιαστικά δεν ευνοούνται καθόλου από τη νέα ρύθμιση. Είναι αναγκασμένοι να συνεχίσουν να εξοφλούν της συγκεκριμένες οφειλές σε 24 δόσεις, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τις μεταφέρουν στη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων. Από την άλλη ακούσαμε για όσους έχουν μπει στις 72 ότι θα μπορούν να τις μεταφέρουν στις 120. Σωστό και τίμιο… Έλα, όμως, που οι οφειλές του διαστήματος 1/1/2024 έως 31/12/2024 έπρεπε να μπουν στις 24 όπως προαναφέραμε, άρα εκ προοιμίου αυτές δεν θα μπορούν να τις μεταφέρουν στις 120 δόσεις, τιμωρώντας τους που ήταν σε αυτούς τους λίγους που έκαναν τις 72 δόσεις.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο θέμα είναι η ημερομηνία των οφειλών που μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση. Με τη νέα ρύθμιση μπορούν να ενταχθούν οφειλές μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, αντί τις 31ης Δεκεμβρίου 2023, που ίσχυε προηγουμένως. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ο φορολογούμενος βλέπει ότι μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα (περίπου 5 μήνες και 10 ημέρες) η ημερομηνία των οφειλών που μπορούν να ρυθμιστούν μεταφέρεται κατά ένα ολόκληρο έτος, δηλαδή από το τέλος του 2023 στο τέλος του 2024. Ταυτόχρονα βλέπει πως την «πάτησαν» αυτοί με τις 24 δόσεις.
Είναι, επομένως, εύλογο να δημιουργηθεί σε κάποιους η σκέψη, γιατί να ενταχθούν σήμερα στη ρύθμιση και να μην περιμένουν την επόμενη, θεωρώντας ότι τους επόμενους μήνες —και μάλιστα σε μια περίοδο που πλησιάζει προς εκλογικές διαδικασίες— ενδεχομένως να μεταφερθεί εκ νέου η ημερομηνία, ώστε να συμπεριληφθούν οφειλές μέχρι το τέλος του 2025 ή ακόμη και οφειλές του 2026;
Αυτή ακριβώς η προσδοκία μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά. Αντί ο φορολογούμενος να ενταχθεί άμεσα στη ρύθμιση, μπορεί να επιλέξει να περιμένει μια ενδεχόμενη νέα, ευνοϊκότερη ρύθμιση. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται ότι λειτούργησε ανασταλτικά και στην προηγούμενη ρύθμιση των 72 δόσεων, στην οποία τελικά εντάχθηκε περιορισμένος αριθμός επιχειρήσεων σε σχέση με το σύνολο εκείνων που θα μπορούσαν να υπαχθούν.
Εκείνο που είχε ζητηθεί από παράγοντες της αγοράς, αλλά και από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, ήταν μια συνολική ρύθμιση 120 δόσεων η οποία να συμπεριλαμβάνει όλες τις οφειλές, εφαρμόζοντας παράλληλα ένα χαμηλότερο επιτόκιο από το πολύ υψηλό που ισχύει στην πάγια ρύθμιση. Να τεθεί, δηλαδή, μία συγκεκριμένη και πρόσφατη ημερομηνία και μέχρι εκεί να δοθεί η δυνατότητα σε όλους να ρυθμίσουν τις οφειλές τους σε έως 120 δόσεις, με μία δόση που θα μπορούν να ανταπεξέλθουν.
Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε, αφενός, ο φορολογούμενος να ανταποκριθεί πραγματικά στις υποχρεώσεις του και, αφετέρου, το Δημόσιο να εισπράξει οφειλές οι οποίες διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να παραμείνουν ανείσπρακτες. Αυτό, μέχρι στιγμής, δεν έγινε και μένει να φανεί κατά πόσο οι προϋποθέσεις που τέθηκαν θα επηρεάσουν τον αριθμό των φορολογουμένων που τελικά θα ενταχθούν.
Συμπερασματικά και συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται ασφαλώς για μια θετική ρύθμιση 120 δόσεων, αλλά με προϋποθέσεις και περιορισμούς που ενδέχεται να λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην ένταξη σημαντικού αριθμού φορολογουμένων.
Καλό Σαββατοκύριακο και καλό μήνα σε όλους.