Με τη συνεργασία της Νάνσυ Καλλιανιώτη και της Νίκης Χατζοπούλου*
Σε πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) Αθηνών απορρίφθηκε αίτημα φορολογούμενου να αναγνωριστεί ως εκπιπτόμενη δαπάνη ποσό που καταβλήθηκε μέσω εργοσήμου, το οποίο, όμως, εξαργυρώθηκε από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο τον εργαζόμενο
H συγκεκριμένη απόφαση αναδεικνύει ένα ζήτημα πολύ ευρύτερο από την ίδια την υπόθεση. Δεν είναι απλώς θέμα εφαρμογής των διατάξεων για το εργόσημο. Είναι θέμα του αν η ερμηνεία τους λαμβάνει καθόλου υπόψη πώς λειτουργεί στην πράξη η αγροτική οικονομία.
Η Δ.Ε.Δ. στηρίχθηκε, τυπικά ορθά, στην εγκύκλιο του Ε.Φ.Κ.Α., που ορίζει ότι το εργόσημο πρέπει να εξαργυρώνεται αποκλειστικά από όποιον παρείχε την εργασία. Διαπίστωσε, επίσης, ότι δεν υπήρχαν εξουσιοδοτήσεις, ούτε στοιχεία που να δικαιολογούν την είσπραξη από τρίτο, οπότε έκρινε τη συναλλαγή μη πραγματική ως προς το πρόσωπο και απέρριψε τη δαπάνη βάσει του άρθρου 22 του Κ.Φ.Ε..
Νομικά, δύσκολα θα μπορούσε να κριθεί διαφορετικά. Πρακτικά, όμως, η υπόθεση γεννά ερωτήματα όταν εξετάζεται μέσα από την πραγματική λειτουργία της αγοράς εργασίας στην ύπαιθρο.
Σε περιοχές εντατικής καλλιέργειας, όπως η Ηλεία με τη φράουλα ή η Μανωλάδα, συγκεντρώνονται κατά την περίοδο συγκομιδής εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες εποχικοί εργάτες γης. Πολλοί είναι αλλοδαποί, αλλάζουν συχνά τόπο διαμονής, δεν μιλούν ελληνικά και συχνά δεν έχουν ούτε τραπεζική εξοικείωση ούτε εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικό κατάστημα.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα.
Αν εφαρμοστεί κατά γράμμα η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εξαργύρωσης κάθε εργοσήμου, εκατοντάδες εργαζόμενοι πρέπει να μετακινηθούν ταυτόχρονα στην κοντινότερη πόλη, τα λίγα τραπεζικά καταστήματα δεν αντέχουν τέτοιο όγκο συναλλαγών, ο εργαζόμενος χάνει μία ή περισσότερες ημέρες δουλειάς μόνο για να εισπράξει, και ο εργοδότης μένει χωρίς εργατικά χέρια ακριβώς τη στιγμή που η συγκομιδή δεν αντέχει καθυστέρηση.
Στην πράξη, μια τέτοια εφαρμογή μπορεί να μπλοκάρει ολόκληρο το σύστημα πληρωμής με εργόσημο.
Αξίζει, όμως, να σταθούμε σε αυτό που εξυπηρετεί ο κανόνας, γιατί χωρίς αυτό το κομμάτι η κριτική μένει μονόπλευρη. Το εργόσημο δεν είναι απλώς τρόπος πληρωμής. Είναι ταυτόχρονα το μέσο με το οποίο βεβαιώνεται η ασφάλιση του εργαζομένου στον Ε.Φ.Κ.Α. και η απαίτηση να το εξαργυρώνει ο ίδιος δεν είναι γραφειοκρατική ιδιοτροπία. Διασφαλίζει ότι ο μισθός φτάνει πράγματι στον δικαιούχο, κάτι κρίσιμο σε αγορές εργασίας με έντονη εποχικότητα, όπου η δυνατότητα είσπραξης από τρίτον, εργοδότη ή μεσάζοντα, ανοίγει εύκολα δρόμο για παρακράτηση ή μείωση της πραγματικής αμοιβής. Συνδέει σωστά τον ασφαλιστικό χρόνο με το πρόσωπο που όντως εργάστηκε, χωρίς τον κίνδυνο να πιστωθούν ασφαλιστικές ημέρες σε λάθος όνομα ή να στηθούν εικονικές ασφαλιστικές σχέσεις. Επιπλέον, αποτρέπει την περίπτωση το εργόσημο να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για δαπάνη που φορολογικά δεν αντιστοιχεί σε πραγματική εργασία του δηλωθέντος προσώπου.
Με αυτά τα δεδομένα, η αυστηρότητα της Δ.Ε.Δ. δεν εκπλήσσει, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα, σε μια περίπτωση σαν αυτή, μοιάζει προβληματικό.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να χαλαρώσει ο έλεγχος. Είναι να προσαρμοστεί η διαδικασία στις πραγματικές συνθήκες της αγροτικής παραγωγής, χωρίς να θυσιαστεί ο σκοπός του κανόνα.
Μια βραχυπρόθεσμη λύση θα μπορούσε να είναι η θεσμοθέτηση διαδικασίας εξουσιοδοτημένης είσπραξης μέσω εργοδότη ή τρίτου, με αυστηρές προϋποθέσεις: γραπτή εξουσιοδότηση σε τυποποιημένο έντυπο, καταγραφή Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α. του εξουσιοδοτούμενου, και υποχρεωτική ενημέρωση του Ε.Φ.Κ.Α. πριν την εξαργύρωση, όχι εκ των υστέρων έλεγχο. Κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται νέα υποδομή, μόνο μια διευκρινιστική εγκύκλιο.
Μεσοπρόθεσμα, θα είχε νόημα η σύνδεση της εξαργύρωσης με το ήδη υπάρχον ψηφιακό οικοσύστημα ΕΡΓΑΝΗ και e-Ε.Φ.Κ.Α., ώστε η ταυτοποίηση να γίνεται μέσω κωδικού μιας χρήσης στο κινητό του εργαζομένου. Οι περισσότεροι εποχικοί εργάτες έχουν κινητό, ακόμη κι αν δεν έχουν τραπεζική εξοικείωση, οπότε αυτή η λύση είναι πιο άμεσα εφαρμόσιμη από οποιαδήποτε επένδυση σε νέα υποδομή.
Η απόφαση αυτή δεν είναι απλώς μία ακόμη υπόθεση μη αναγνώρισης δαπάνης.
Δείχνει ένα κενό ανάμεσα στη νομοθετική πρόβλεψη και την αγροτική πραγματικότητα, που η Πολιτεία οφείλει να καλύψει με λύσεις που δουλεύουν στην πράξη, όχι χαλαρώνοντας τον έλεγχο αλλά προσαρμόζοντάς τον, ώστε η νομιμότητα να μην συγκρούεται με την ίδια την παραγωγική διαδικασία που καλείται να προστατεύσει.
* H Νάνσυ Καλλιανιώτη είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ. της Artion Α.Ε. & Διευθύνουσα Σύμβουλος της Artion Μυκόνου Α.Ε.
Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι|+30 210 6009062| www.artion.gr).