Εκ συμπτώσεως, έπεσε στα χέρια μου ένα κείμενο που ο υποφαινόμενος είχε δημοσιεύσει προ πολλών ετών με τίτλο «Πώς θα μειώσουμε το επενδυτικό μας ρίσκο» και διαπίστωσα με ευκολία δύο πράγματα.
Το πρώτο είναι ότι επενδυτικοί κίνδυνοι υπήρχαν πάντοτε και μάλιστα ήταν σημαντικοί. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ότι επί δύο δεκαετίες κάθε μήνα φοβόμασταν το σενάριο της υποτίμησης της δραχμής έναντι του δολαρίου, του μάρκου και των άλλων ισχυρών νομισμάτων της εποχής (άλλωστε έγιναν τρεις κατά τα έτη 1983, 1985 και 1998). Το 1990 αγωνιούσαμε το πώς θα πληρωθούν οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι συντάξεις. Το 1994 τα διατραπεζικά επιτόκια στην Ελλάδα είχαν φτάσει στο 500%!
Την προηγούμενη δεκαετία ζήσαμε -μεταξύ πολλών άλλων- το κούρεμα των κρατικών ομολόγων το 2012 και την επιβολή των capital controls το 2015. Τη διετία 2020-2021 αντιμετωπίσαμε την πανδημία covid-19 και το τελευταίο χρονικό διάστημα βιώνουμε δύο πολέμους, μια κρίση στην ενεργειακή (και γενικότερα στην τροφοδοτική) αλυσίδα και φυσικά μια σαφέστατη επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών στις ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι χώρες όπως οι Η.Π.Α., η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δείκτες χρέους που θυμίζουν την Ελλάδα λίγο πριν από τα… μνημόνια.
Μετά από όλα αυτά, η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι μπορεί μεν πάντοτε να υπήρχαν περιβάλλοντα αβεβαιότητας και κρίσεων, πλην, όμως, σ’ αυτή την περίοδο που ζούμε οι κρίσεις είναι τόσο συχνές, έτσι ώστε -διαδεχόμενες η μία την άλλη- να αποτελούν πλέον τη νέα κανονικότητα.
Το μόνο ευχάριστο της υπόθεσης είναι ότι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά, αλλά και το Ελληνικό Δημόσιο έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται στη συνεχή εμφάνιση κρίσεων, λαμβάνοντας αρκετά μέτρα. Για παράδειγμα, σε δημοσιονομικό επίπεδο η χώρα έχει «νοικοκυρέψει» τα οικονομικά της, εμφανίζοντας πλεονάσματα και βελτιώνοντας το δείκτη του δημοσίου χρέους προς το Α.Ε.Π.. Επίσης, τα νοικοκυριά αποφεύγουν τα μεγάλα δανειακά ανοίγματα, ενώ πολλές εισηγμένες εταιρείες στο Euronext Athens (έτσι έχει μετονομαστεί το Χρηματιστήριο της Αθήνας) είχαν προετοιμαστεί πριν το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, «κλειδώνοντας» επιτόκια και κόστος ενέργειας, ή αυξάνοντας αποθέματα και εξασφαλίζοντας υψηλή ρευστότητα.
Ας επιστρέψουμε, όμως, από τη θεωρεία στην πραγματικότητα και ας ανατρέξουμε σε μερικούς από τους κλασικούς τρόπους μείωσης του επενδυτικού κινδύνου.
Πρώτον, η απόκτηση ενός μικτού-ισορροπημένου χαρτοφυλακίου, το οποίο εκτός από μετοχές θα διαθέτει καταθέσεις και ομόλογα (κρατικά και εταιρικά), δηλαδή θα διαθέτει και «ασφαλή» προϊόντα σταθερού εισοδήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση περιορίζεται το ποσοστό πτώσης του χαρτοφυλακίου μας σε περιόδους κρίσεων. Επίσης, το μικτό χαρτοφυλάκιο -λόγω της ρευστότητάς του- δίνει τη δυνατότητα αγοράς μετοχών σε χαμηλότερα επίπεδα τιμών, εφ’ όσον αυτό κριθεί σκόπιμο.
Δεύτερον, η μείωση του ρίσκου μέσα από την απόκτηση ενός διευρυμένου μετοχικού χαρτοφυλακίου με κλαδική -και ενδεχομένως γεωγραφική- διαφοροποίηση. Στην πράξη η κλαδική διαφοροποίηση αποδίδει ως ένα βαθμό. Αντίθετα, περιορισμένη αποτελεσματικότητα έχει η επιλογή περισσότερων εταιρειών από την ίδιο κλάδο. Ακόμη, όμως, και έτσι, οι διακυμάνσεις των μετοχών και των αποδόσεων (θετικών, ή αρνητικών) εξακολουθούν να είναι μεγάλες.
Τρίτον, η εστίαση του μετοχικού μας χαρτοφυλακίου σε τίτλους με ισχυρά θεμελιώδη δεδομένα, όπου ο χρόνος να δουλεύει προς όφελός τους και όχι εις βάρος τους.
Τέταρτον, η σταδιακή αγορά μετοχών σε τακτά χρονικά διαστήματα (π.χ. μία φορά κάθε τρίμηνο, ή κάθε εξάμηνο). Μια τέτοια στρατηγική εξομαλύνει τους μέσους όρους κτήσης των μετοχών (και των άλλων επενδυτικών προϊόντων) και σε μακροπρόθεσμη βάση είτε μειώνει το ποσοστό ζημιών του επενδυτή, εφ’ όσον η μακροπρόθεσμη τάση της μετοχής εξελιχθεί πτωτικά, είτε περιορίζει το ποσοστό του κέρδους, σε περίπτωση που η μακροπρόθεσμη τάση της μετοχής εξελιχθεί ανοδικά.
Συμπερασματικά, υπάρχουν τρόποι περιορισμού του επενδυτικού κινδύνου από ακολουθούμενες στρατηγικές (μερικές εκ των οποίων αναφέρθηκαν παραπάνω), όσο και μέσα από τη χρήση δεικτών και εξειδικευμένων μοντέλων. Επιπρόσθετα, στο οπλοστάσιο των επενδυτών βρίσκεται και η αγορά των παραγώγων, τα προϊόντα της οποίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για έντονα κερδοσκοπικούς σκοπούς, είτε με στόχο τον περιορισμό του κινδύνου των χαρτοφυλακίων μας.
Παρόλα αυτά, όλοι αναγνωρίζουν πως το επενδυτικό (και το οικονομικό, γενικότερα) περιβάλλον έχει γίνει πολύ πιο σύνθετο και αβέβαιο σε σχέση με το παρελθόν, με αποτέλεσμα όλοι μας να πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε σε καταστάσεις αυξημένης αβεβαιότητας.