Τα βασικά στοιχεία του ασφαλιστικού μας συστήματος είναι τα παρακάτω:
Πρώτον, επί του παρόντος βρίσκεται σε μια επαχθή ισορροπία, καθώς οι καταβαλλόμενες συντάξεις είναι χαμηλές για τους περισσότερους εκ των συμπολιτών μας, ενώ παράλληλα ο κρατικός προϋπολογισμός ενισχύει κάθε χρόνο το σύστημα με ποσό που κυμαίνεται γύρω στα 17 δισ. ευρώ (ως ποσοστό του Α.Ε.Π. πολύ υψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης, γεγονός που έχει πολλές φορές επισημανθεί αρνητικά από διεθνείς οίκους και οργανισμούς).
Δεύτερον, με βάση τις προσδοκώμενες δημογραφικές εξελίξεις τα πράγματα αναμένεται να επιδεινωθούν κατά πολύ τις επόμενες δεκαετίες (ανησυχίες για την εξέλιξη της αναλογίας μεταξύ συνταξιούχων και εργαζομένων). Η Πολιτεία από την πλευρά της επιχειρεί μέσα από σειρά πολιτικών να αμβλύνει το πρόβλημα, όπως π.χ. μέσα από τα κίνητρα που δίδονται προκειμένου οι συνταξιούχοι να συνεχίσουν να εργάζονται, ή μέσα από τη μείωση της ανεργίας, από την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής και την προσπάθεια για μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. Ένα επιπλέον μέτρο που έχει ληφθεί κατά τα τελευταία χρόνια για τους νέους εργαζόμενους είναι η ίδρυση και λειτουργία του Τ.Ε.Κ.Α. (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης) μέσω του οποίου ένα τμήμα των μελλοντικών συντάξεων θα έχει πλήρως ανταποδοτικό χαρακτήρα και δεν θα επηρεάζεται από την εξέλιξη στο δημογραφικό. Σε κάθε περίπτωση, κατά περιόδους οι όροι συνταξιοδότησης θα επανεξετάζονται.
Η επόμενη επανεξέταση έχει καθοριστεί για το έτος 2030, όπου πιθανολογείται για τότε μια περιορισμένη αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης. Βάση αυτών των εκτιμήσεων αποτελεί ο μεγάλος αριθμός των ατόμων που αιτείται συνταξιοδότηση κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα ο αριθμός των νέων συνταξιούχων να υπερβαίνει τον αριθμό των θανάτων και άρα να πιέζονται τα οικονομικά του συστήματος. Για παράδειγμα, κατά την πενταετία 2020-2024 υποβλήθηκαν αθροιστικά 990 χιλιάδες αιτήσεις συνταξιοδότησης και εκτιμάται ότι την περίοδο αυτή ο αριθμός των συνταξιούχων (αν αφαιρεθούν και οι θάνατοι της τετραετίας) αυξήθηκε περίπου κατά 350.000 άτομα! Η τάση αυτή δεν αναμένεται να ανακοπεί κατά τα επόμενα χρόνια.
Και τρίτον, το ύψος των μελλοντικών «κρατικών» συντάξεων αναμένεται να πιεστεί μελλοντικά, καθώς ολοένα και περισσότεροι συνταξιούχοι θα συνταξιοδοτούνται διαθέτοντας λιγότερα χρόνια ασφάλισης και έχοντας καταβάλει μικρότερες εισφορές στο «ασφαλιστικό σύστημα». Αυτό οδηγεί σε χαμηλότερο ύψος συντάξεων για μεγάλο αριθμό συμπολιτών μας, χωρίς να αλλάξουν οι όροι συνταξιοδότησης.
Για παράδειγμα, λόγω της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας (βλέπε ανεργία, υποαπασχόληση, ή και αδήλωτη εργασία), θα βρεθούν πολλοί μελλοντικοί συνταξιούχοι με μικρότερο αριθμό ενσήμων. Επίσης, με δεδομένο ότι οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν επιλέξει να ενταχθούν στις δύο χαμηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες, το αποτέλεσμα θα είναι και η είσπραξη χαμηλών συντάξεων, ακόμη και αν αυτή ληφθεί στα 67 έτη.
Τρόποι αντιμετώπισης
Ορισμένοι αισιοδοξούν ότι το συνταξιοδοτικό πρόβλημα θα μπορούσε ως ένα βαθμό να αντιμετωπιστεί από τα τη διάθεση μέρους των εσόδων τα οποία θα προκύψουν μελλοντικά για το Ελληνικό Δημόσιο, μέσα από την εκμετάλλευση των φυσικών του πόρων (βλέπε κοιτάσματα φυσικού αερίου σε Ιόνιο πέλαγος και νοτίως της Κρήτης). Ωστόσο, η είσπραξη των ποσών αυτών είναι εντελώς αβέβαιη και χρονικά δύσκολα προσδιορίσιμη.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το βασικό σενάριο, καθίσταται επιτακτική η δημιουργία συνταξιοδοτικής αποταμίευσης από τους σημερινούς εργαζόμενους και μάλιστα από τα πρώτα χρόνια της εργασιακής τους πορείας. Να σημειωθεί ότι, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρώπη σε ότι αφορά τη συνταξιοδοτική αποταμίευση. Ένα ακόμη ζητούμενο είναι το να τοποθετηθεί η αυξημένη συνταξιοδοτική αποταμίευση -σε μεγάλο βαθμό- σε εγχώρια χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία -πέρα από μελλοντικές συντάξεις για τους εργαζομένους- θα συμβάλλουν και στην τόνωση της ελληνικής οικονομίας γενικότερα, μέσα από τη χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων.
Τέλος, η Πολιτεία θα πρέπει να εξετάσει τη θεσμοθέτηση φορολογικών κινήτρων κυρίως για άτομα νέας ηλικίας που αποταμιεύουν μέσα από τη δημιουργία μακροπρόθεσμης διάρκειας επενδυτικών χαρτοφυλακίων (τα συνταξιοδοτικά συμβόλαια θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται σε αυτά). Τέτοια φορολογικά κίνητρα υπήρχαν κατά το παρελθόν, αλλά καταργήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία, λόγω της οικονομικής κρίσης και της ανάγκης για εξυγίανση των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας.