29/04/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Τηλεϊατρική και ΦΠΑ: Η Ε.2008/2026 αποσαφηνίζει πότε η ψηφιακή ιατρική πράξη απαλλάσσεται και πότε φορολογείται

Με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά και του Νίκου Βενιού*

Η σταδιακή ενσωμάτωση της τηλεϊατρικής στην καθημερινή άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος δημιούργησε εύλογα και φορολογικά ερωτήματα. Η χρήση ψηφιακών εφαρμογών, τηλεφωνικής επικοινωνίας ή άλλων τεχνολογικών μέσων δεν αμφισβητεί πλέον τη νομιμότητα της ιατρικής πράξης, υπό τις προϋποθέσεις της ειδικής υγειονομικής νομοθεσίας. Εκεί όπου υπήρχε πραγματική ανάγκη διευκρίνισης ήταν το πεδίο του Φ.Π.Α.: αρκεί το γεγονός ότι μια υπηρεσία παρέχεται από ιατρό και αφορά την υγεία για να απαλλάσσεται από τον φόρο ή απαιτείται κάτι περισσότερο;

Στο ερώτημα αυτό απαντά η Ε.2008/26.2.2026 της Α.Α.Δ.Ε., η οποία θέτει ως αποφασιστικό κριτήριο όχι το τεχνολογικό μέσο, αλλά τον ουσιαστικό θεραπευτικό σκοπό της υπηρεσίας.

Η εγκύκλιος εκδόθηκε ακριβώς για να αποσαφηνίσει την εφαρμογή της απαλλαγής της περ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 27 του Κώδικα Φ.Π.Α. στις υπηρεσίες τηλεϊατρικής. Υπενθυμίζει ότι, κατά την παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 3418/2005, ιατρικές γνωματεύσεις και συνταγές μπορούν να εκδίδονται μετά από εξέταση του ασθενούς είτε δια ζώσης, είτε εξ αποστάσεως μέσω συστήματος τηλεϊατρικής, ενώ παραπέμπει και στην υπουργική απόφαση 7686/10-3-2025, η οποία ορίζει ως τηλεϊατρική την παροχή ιατρικών υπηρεσιών από απόσταση σε ασθενείς με χρήση ψηφιακών εφαρμογών από ιατρούς ή ιδιωτικούς φορείς πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

Το πρώτο κρίσιμο συμπέρασμα της εγκυκλίου είναι ότι η τηλεϊατρική δεν αποτελεί αυτοτελή φορολογική κατηγορία. Δεν υπάρχει, δηλαδή, ειδική απαλλαγή επειδή μια υπηρεσία είναι «ψηφιακή» ή «εξ αποστάσεως». Η φορολογική της μεταχείριση ακολουθεί τον γενικό κανόνα που ισχύει για τις υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης. Επομένως, αν η πράξη που παρέχεται εξ αποστάσεως έχει το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο που θα είχε και σε μια φυσική επίσκεψη στο ιατρείο, τότε μπορεί να υπαχθεί στην ίδια απαλλακτική διάταξη. Αν, όμως, η ψηφιακή επαφή περιορίζεται σε γενικές πληροφορίες, εμπορική καθοδήγηση ή συμβουλές χωρίς πραγματική θεραπευτική στόχευση, τότε δεν αρκεί η ιδιότητα του παρόχου ως ιατρού για να θεμελιωθεί απαλλαγή.

Η Α.Α.Δ.Ε. συνδέει την παραπάνω θέση με την πάγια ερμηνεία της ΠΟΛ.1100/2010, σύμφωνα με την οποία η απαλλαγή καλύπτει υπηρεσίες που έχουν σκοπό τη διάγνωση, περίθαλψη, πρόληψη και, στο μέτρο του δυνατού, θεραπεία ασθενειών ή ανωμαλιών της υγείας. Το κριτήριο αυτό μεταφέρεται αυτούσιο και στις υπηρεσίες τηλεϊατρικής. Επομένως, η εξ αποστάσεως εξέταση, η αξιολόγηση συμπτωμάτων, η ιατρική κρίση, η συνταγογράφηση θεραπείας ή φαρμάκων, η παραπομπή για εξετάσεις και η τηλεπαρακολούθηση της πορείας της υγείας ασθενούς μπορούν να εμπίπτουν στην απαλλαγή, αρκεί να υπηρετούν τον παραπάνω θεραπευτικό προσανατολισμό.

Η εγκύκλιος εναρμονίζεται ρητά με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως με την απόφαση C-48/19, X (VAT exemption for telephone consultations). Το Δ.Ε.Ε. δέχθηκε ότι ακόμη και υπηρεσίες που παρέχονται μέσω τηλεφώνου μπορούν να εμπίπτουν στην έννοια της ιατρικής περίθαλψης, εφόσον επιδιώκουν θεραπευτικό σκοπό. Αντίθετα, υπηρεσίες γενικού χαρακτήρα, που απλώς ενημερώνουν για παθήσεις ή θεραπείες, χωρίς να μπορούν να συμβάλουν στην προστασία, διατήρηση ή αποκατάσταση της υγείας συγκεκριμένων προσώπων, δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή. Με τον τρόπο αυτό, η ελληνική εγκύκλιος δεν εισάγει νέο κριτήριο, αλλά προσαρμόζει στο ελληνικό περιβάλλον την ενωσιακή γραμμή ότι ο σκοπός της υπηρεσίας υπερισχύει του μέσου παροχής της.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η ίδια η υγειονομική νομοθεσία για την τηλεϊατρική περιγράφει ένα ευρύ λειτουργικό πεδίο, το οποίο περιλαμβάνει εξέταση, διάγνωση, συνταγογράφηση, εντολή για παρακλινικές εξετάσεις, έκδοση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων, αλλά και γενική συμβουλευτική υποστήριξη του ασθενούς. Όμως, η φορολογική μεταχείριση δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το σύνολο των επιτρεπτών ιατρικών πράξεων. Από φορολογική άποψη, εκείνο που ελέγχεται είναι αν η συγκεκριμένη παροχή έχει πράγματι θεραπευτικό περιεχόμενο. Άρα, το ότι μια υπηρεσία είναι επιτρεπτή και εντάσσεται στο πλαίσιο της τηλεϊατρικής δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι είναι και απαλλασσόμενη από Φ.Π.Α..

Ας δούμε, όμως, πώς λειτουργεί στην πράξη η διάκριση αυτή.

Στην πρώτη περίπτωση, καρδιολόγος παρακολουθεί εξ αποστάσεως ασθενή με αρρυθμία, αξιολογεί τα συμπτώματα που του αναφέρονται μέσω βιντεοκλήσης, ελέγχει τις πρόσφατες μετρήσεις, προσαρμόζει τη φαρμακευτική αγωγή και εκδίδει ηλεκτρονική συνταγή. Εδώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπηρεσία έχει σαφή θεραπευτικό σκοπό, συνδέεται με τη διάγνωση και την παρακολούθηση της υγείας συγκεκριμένου ασθενούς και, κατά την Ε.2008/2026, απαλλάσσεται από τον Φ.Π.Α., ανεξαρτήτως ότι δεν υπήρξε φυσική παρουσία στο ιατρείο.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενδοκρινολόγος παρακολουθεί ασθενή με σακχαρώδη διαβήτη μέσω εφαρμογής τηλεπαρακολούθησης, λαμβάνει τιμές γλυκόζης, δίνει οδηγίες προσαρμογής της αγωγής και αξιολογεί την ανάγκη πρόσθετων εξετάσεων. Η πράξη αυτή δεν είναι απλή ενημέρωση ή καθοδήγηση ευεξίας, αλλά οργανωμένη ιατρική παρακολούθηση χρόνιας πάθησης. Επομένως, εντάσσεται στο προστατευτικό πεδίο της απαλλαγής, ακριβώς επειδή υπηρετεί τη διατήρηση και αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς.

Στην τρίτη περίπτωση, μια πλατφόρμα υγείας προσφέρει επί πληρωμή γενικές τηλεφωνικές συμβουλές για διατροφή, άσκηση, διαχείριση άγχους και επιλογή ιατρικής ειδικότητας, χωρίς να εξετάζεται συγκεκριμένος ασθενής, χωρίς να τίθεται διάγνωση και χωρίς να παρέχεται εξατομικευμένη θεραπευτική καθοδήγηση. Ακόμη κι αν οι απαντήσεις δίνονται από επαγγελματίες με ιατρικό υπόβαθρο, η υπηρεσία αυτή έχει κυρίως ενημερωτικό και γενικό συμβουλευτικό χαρακτήρα. Συνεπώς, δεν πληροί το κριτήριο του θεραπευτικού σκοπού και η αμοιβή υπάγεται στον κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α..

Στην τέταρτη περίπτωση, ιατρός συμμετέχει σε ψηφιακή πλατφόρμα και αμείβεται όχι για την παροχή ιατρικής περίθαλψης, αλλά ουσιαστικά για την παραπομπή ή «σύσταση πελατείας» προς συγκεκριμένες δομές ή εξετάσεις. Η ίδια η εγκύκλιος, ακολουθώντας και την παλαιότερη ερμηνευτική γραμμή, ξεκαθαρίζει ότι όταν η αμοιβή δεν αφορά υπηρεσία ιατρικής περίθαλψης, αλλά προμήθεια ή άλλη παροχή διαφορετικού χαρακτήρα, αυτή δεν απαλλάσσεται και υπάγεται στον φόρο με τον κανονικό συντελεστή. Το ίδιο ισχύει και όταν η αμοιβή αφορά γενικές συμβουλευτικές υπηρεσίες ή πληροφορίες για ιατρικά θέματα και μηχανήματα, χωρίς θεραπευτική στόχευση.

Από πρακτική άποψη, η Ε.2008/2026 έχει ιδιαίτερη σημασία για ιατρούς, πολυϊατρεία, διαγνωστικά κέντρα και ψηφιακές πλατφόρμες υγείας, διότι επιβάλλει προσεκτική χαρτογράφηση της κάθε υπηρεσίας. Δεν αρκεί η γενική περιγραφή «υπηρεσίες τηλεϊατρικής» στο ιδιωτικό συμφωνητικό ή στο εμπορικό υλικό. Εκείνο που τελικά θα κρίνει τη φορολογική μεταχείριση είναι το πραγματικό περιεχόμενο της πράξης: αν υπήρξε ιατρική αξιολόγηση συγκεκριμένου ασθενούς, αν η υπηρεσία εντάσσεται σε διάγνωση, περίθαλψη, πρόληψη ή θεραπευτική παρακολούθηση και αν ο πάροχος δρα στο κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο. Υπό την έννοια αυτή, η τεκμηρίωση του φακέλου, η περιγραφή της υπηρεσίας στο παραστατικό και η συμβατική οργάνωση με την πλατφόρμα ή τον φορέα αποκτούν καθοριστική σημασία. Η τελευταία αυτή διαπίστωση αποτελεί εύλογη ερμηνευτική συνέπεια της εγκυκλίου.

Συμπέρασμα

Η Ε.2008/2026 δεν θεσπίζει μια νέα φορολογική απαλλαγή υπέρ της τηλεϊατρικής. Επιβεβαιώνει, όμως, με σαφήνεια ότι η εξ αποστάσεως παροχή δεν αναιρεί τον ιατρικό χαρακτήρα της πράξης, όταν αυτή υπηρετεί πραγματικό θεραπευτικό σκοπό.

Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι αν ο ιατρός είδε τον ασθενή στην οθόνη, στο τηλέφωνο ή στο ιατρείο, αλλά αν αυτό που παρείχε ήταν ουσιαστικά ιατρική περίθαλψη και όχι γενική συμβουλευτική ή εμπορική υπηρεσία. Για τον λόγο αυτό, κάθε επιχείρηση ή επαγγελματίας που δραστηριοποιείται στον χώρο της ψηφιακής υγείας οφείλει να εξετάζει μία προς μία τις παροχές του και να αποφεύγει τη μηχανική εξομοίωση όλων των υπηρεσιών τηλεϊατρικής με απαλλασσόμενες πράξεις.

Η απαλλαγή υπάρχει, αλλά δεν καταλαμβάνει αδιακρίτως κάθε ψηφιακή επαφή με ιατρικό περιεχόμενο.

Διαβάστε τον Φορολογικό Οδηγό για Ιατρικές Υπηρεσίες και Φ.Π.Α. εδώ.



* H Μαρία Πουρνιά είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Διευθύντρια Οικονομικών & HR της Artion Α.Ε

Ο Νίκος Βενιός είναι Partner της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι|+30 210 6009062| www.artion.gr).



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, τηλεϊατρική