Πολλές είναι οι συζητήσεις που γίνονται κατά καιρούς σχετικά με το κατά πόσο η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000 όταν είχαμε οδηγηθεί στην χρεοκοπία, καθώς και για το αν υπάρχει το ενδεχόμενο μιας νέας μελλοντικής «περιπέτειας» κατά τα επόμενα χρόνια.
Ας ξεκινήσουμε ορίζοντας το βασικότερο λόγο για τον οποίον οι αγορές σταμάτησαν να μας δανείζουν το έτος 2010, ο οποίος δεν είναι άλλος από το αποκαλούμενο μεγάλο «τριπλό έλλειμμα»: Πολύ υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, πολύ υψηλό δημόσιο χρέος και υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η κρίση που δημιουργήθηκε εντάθηκε ακόμη περισσότερο εξ’ αιτίας του ότι οι τράπεζες λειτουργούσαν με ένα δείκτη χορηγήσεων προς καταθέσεις γύρω στο 120%-130%, ενώ παράλληλα είχαμε και μια συνταξιοδοτική τρύπα που υπερέβαινε τα δέκα δισ. ευρώ το χρόνο και μάλιστα με έντονα ανοδική τάση.
Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα;
Πρώτον, αναμφίβολα -και παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών- το ελληνικό Α.Ε.Π. σε αποπληθωρισμένες τιμές κυμαίνεται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με το 2008 και το 2009 για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, επειδή η παρατεταμένη κρίση της προηγούμενης δεκαετίας προκάλεσε παρενέργειες στον παραγωγικό ιστό της χώρας που συνεχίζουν να επιδρούν αρνητικά ακόμη και σήμερα. Και δεύτερον, γιατί ενώ στο παρελθόν καταναλώναμε πέρα από τα όσα παρήγαμε και τα ποσά που δανειζόμαστε ως κράτος και ως νοικοκυριά, σήμερα καταναλώνουμε λιγότερα απ’ όσα παράγουμε γιατί ένα τμήμα των φορολογικών μας εσόδων κατευθύνεται για την εξυπηρέτηση των τόκων και την αποπληρωμή κάποιων χρεολυσίων. Επίσης, εδώ και πολλά χρόνια η πιστωτική επέκταση των νοικοκυριών κυμαίνονταν σε αρνητικά επίπεδα (μόλις φέτος αναμένεται να καταγράψει κάποια περιορισμένη ανάκαμψη), δηλαδή οι αποπληρωμές των δανείων των νοικοκυριών υπερέβαιναν τις νέες εκταμιεύσεις.
Δεύτερον, σε αντίθεση με το παρελθόν, η Ελλάδα διακρίνεται για τη «νοικοκυρεμένη» δημοσιονομική της κατάσταση, με την παραγωγή όχι μόνο υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά ορισμένες χρονιές και θετικών συνολικών πλεονασμάτων (π.χ. πέντε δισ. το 2024).
Τρίτον, οι τράπεζες έχουν εξυγιανθεί πλήρως με το δείκτη χορηγήσεων προς καταθέσεις να βρίσκεται μόλις στο 80% και τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (Non Performing Exposures) να αφορούν μόλις γύρω στο 2,5% των συνολικών δανείων. Επίσης, μετά τις (επώδυνες) παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό μέτωπο, παρατηρείται μια σταθεροποίηση της ετήσιας επιβάρυνσης στους ετήσιους Κρατικούς Προϋπολογισμούς, με τις τρέχουσες αναλογιστικές μελέτες να αναφέρονται σε ένα βιώσιμο σύστημα τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια (οι επόμενες παρεμβάσεις αναμένονται πιθανότατα το έτος 2030).
Τέταρτο, ο δείκτης του δημοσίου χρέους αποκλιμακώνεται σταδιακά, καθώς από το 209% του Α.Ε.Π. το 2020 έχει ήδη υποχωρήσει στο 145,9% φέτος και αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία κατά τα επόμενα χρόνια. Σήμερα μάλιστα η χώρα μας δανείζεται φτηνότερα από την Ιταλία και τη Γαλλία.
O πιθανός κίνδυνος
Άρα, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα στους δύο από τους τρεις δείκτες που την οδήγησαν στα «μνημόνια» (δημοσιονομικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος) με τον υπάρχοντα πονοκέφαλο να αφορά το συνεχιζόμενο (αν και σχετικά μειωμένο) έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Άρα -θεωρητικά και σε βάθος χρόνου- η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να οδηγηθεί σε δύσκολες καταστάσεις στο βαθμό που δεν μηδενίσει, ή έστω περιορίσει σημαντικά το έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές της.
Για να γίνει κάτι τέτοιο όμως, χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές σε μια σειρά από μέτωπα, με στόχο την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, την ανάπτυξη υποδομών σε κρίσιμους τομείς (πχ στην ενέργεια και στις τηλεπικοινωνίες) τη στροφή από την κατανάλωση προς την παραγωγή και το μέτωπο της έρευνας και της καινοτομίας, πράγματα που θα οδηγήσουν γενικότερα στην τόνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.
Σε κάθε περίπτωση (βλέπε στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα), με βάση τα στοιχεία του Κρατικού Προϋπολογισμού οι προβλέψεις για το 2026 μιλούν για μια συμπαθητική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας (+2,4%, πάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης που αναμένεται στο +1,2%), η οποία θα βασίζεται κατά κύριο λόγο στον τομέα των επενδύσεων παγίων περιουσιακών στοιχείων (+10,2%) και θα συνοδεύεται από σημαντικά θετικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα και περαιτέρω αποκλιμάκωση του δείκτη δημοσίου χρέους στο 138,2%.
| Κρατικός Προϋπολογισμός 2026 | | |
| | 2024 | 2025 | 2026 |
| Α.Ε.Π. Ευρωζώνης | 0,9% | 1,3% | 1,2% |
| Α.Ε.Π. Ελλάδος | 2,1% | 2,2% | 2,4% |
| Α.Ε.Π. Ελλάδος (δισ. ευρώ) | 236,7 | 248,7 | 260 |
| Πρωτογενές πλεόνασμα (δισ.) | 11,14 | 9,15 | 7,2 |
| Τόκοι (δισ. ευρώ) | 8,2 | 7,68 | 7,7 |
| Δημόσιο χρέος (δισ. ευρώ) | 365 | 362,8 | 359,3 |
| Δημόσιο χρέος προς Α.Ε.Π. | 154,2% | 145,9% | 138,2% |
| Συνταξιοδοτική δαπάνη (δισ.) | 33,34 | 34,3 | 35,66 |
| Ιδιωτική κατανάλωση | 2,4% | 1,9% | 1,7% |
| Δημόσια κατανάλωση | -2,6% | 1,4% | 0,7% |
| Επενδύσεις | 4,5% | 5,7% | 10,2% |