Ρηξικέλευθη αποτελεί η απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης δυνάμει της οποίας αρκεί η εν τοις πράγμασι άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης για την χορήγηση του οικείου επιδόματος.
Αναλυτικότερα, στην υπό κρίση περίπτωση με την ασκηθείσα αγωγή η ενάγουσα, μόνιμη δικαστική υπάλληλος, ζητά να υποχρεωθεί το εναγόμενο Δημόσιο να της καταβάλλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση της, το ποσό των 7.245 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο από το άρθρο 16 του ν. 4354/2015 επίδομα θέσης ευθύνης, που καταβάλλεται στους Προϊσταμένους Διεύθυνσης Γραμματείας των Δικαστηρίων, για το χρονικό διάστημα από 13.12.2023 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2024.
Το Δικαστήριο έκρινε επί της αρχής πως η χορήγηση του υπό κρίση επιδόματος ευθύνης του άρθρου 16 του ν. 4354/2015 στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων συναρτάται με την νομιμότητα της αναπλήρωσης, η οποία πρέπει να λαμβάνει χώρα κατά την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία και με τις οριζόμενες σε αυτό προϋποθέσεις. Ωστόσο, δέχτηκε πως η καταβολή του επιδόματος αυτού συνδέεται όχι μόνο με την κατοχή της συγκεκριμένης θέσης ευθύνης αλλά και με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων της θέσης αυτής, αποτελώντας κατ΄ουσίαν οικονομικό κίνητρο για την άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου. Παράλληλα, διατύπωσε την θέση πως ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του Α.Κ. έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου στην περίπτωση παροχής από υπάλληλο υπηρεσιών σε αυτό, άνευ νομίμου ερείσματος. Η αξίωση δε του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην περίπτωση αυτή, συνίσταται σε ο,τι το Δημόσιο ή το εκάστοτε ν.π.δ.δ., κατ΄ανάγκη θα κατέβαλε σε άλλον υπάλληλο για την άσκηση των ίδιων καθηκόντων, με αυτά που προσέφερε ο υπάλληλος, που μη νομίμως απασχολήθηκε από το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ.
Το αξιοσημείωτο στην συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί πως μολονότι η ενάγουσα δεν επιλέχτηκε ως αναπληρώτρια προϊσταμένη σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία όπως αυτή εκτίθεται στο ειδικότερο κανονιστικό πλαίσιο των οικείων ρυθμίσεων, το Δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε το ελληνικό Δημόσιο να τις καταβάλλει το επίμαχο ποσό επί την βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Έκρινε, πως σκοπός της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν αποτελεί η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγόμενου και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, πως η συγκεκριμένη ενάγουσα άσκησε καθ΄ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα καθήκοντα αναπληρώτριας Προϊσταμένης, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία (αδικαιολογήτως) σε βάρος της.
Εν ολίγοις, το Δικαστήριο δέχτηκε πως μολονότι η ενάγουσα δεν επιλέχθηκε ως αναπληρώτρια προϊσταμένη, σύμφωνα με την οριζόμενη στον Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων διαδικασία, από την στιγμή που καθ΄ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα άσκησε εν τοις πράγμασι καθήκοντα αναπληρώτριας προϊσταμένης, όπως τούτο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη υπηρεσιακή βεβαίωση, δικαιούται του συγκεκριμένου επιδόματος, όπως αυτό θα είχε καταβληθεί σε οποιονδήποτε άλλον αναπληρωτή προϊστάμενο κατόπιν νόμιμης διαδικασίας αναπλήρωσης.
*Η Μαριάννα Κατσιάδα Καρούζου είναι Δικηγόρος, με εξειδίκευση σε θέματα διοικητικού, ιδίως δημοσιοϋπαλληλικού και πειθαρχικού δικαίου, με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα του δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης, καθώς και συνεργάτης του Δικηγορικού Γραφείου Γιάννης Καρούζος & Συνεργάτες.
Δείτε περισσότερα στο www.dikigorosergatologos.gr