Ένα από τα σημαντικά πράγματα που πρέπει να εξετάζουν όσοι επιλέγουν να συγκαταλέγονται στους χρηματιστηριακούς επενδυτές είναι το αν οι δικές τους αποδόσεις είναι καλύτερες ή χειρότερες (υπεραπόδοση ή υποαπόδοση) σε σύγκριση με τη «μέση επίδοση» της αγοράς, η οποία συνήθως απεικονίζεται μέσα από το Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου της Αθήνας.
Για να υπερβαίνει, λοιπόν, η απόδοση ενός επενδυτή αυτή του Γενικού Δείκτη, θα πρέπει είτε να διαθέτει ένα μετοχικό χαρτοφυλάκιο που τα πηγαίνει καλύτερα από το μέσο όρο, είτε συνήθως να αγοράζει όταν ο Γενικός Δείκτης προσεγγίζει τα χαμηλά του επίπεδα (πόσο εύκολο είναι κάτι τέτοιο στην πράξη;) και να ρευστοποιεί όταν ο ίδιος Δείκτης πλησιάζει τα υψηλά του επίπεδα. Μήπως, όμως, στην πράξη για τους περισσότερους «μικροεπενδυτές» συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο;
Ο πλέον αξιόπιστος δείκτης για να διαπιστώσει κάποιος πως συμπεριφέρονται οι Έλληνες χρηματιστηριακοί μικροεπενδυτές στο Χ.Α. δεν είναι ο αριθμός των ενεργών κωδικών (δεν ξέρεις αν είναι αγοραστές ή πωλητές, δεν ξέρεις τί ποσά αγοράζουν και τί πουλάνε, κ.λπ.), αλλά οι καθαρές εισροές (τοποθετήσεις μείον ρευστοποιήσεις) στα Μετοχικά Αμοιβαία Κεφάλαια Εσωτερικού (χαρτοφυλάκια που τουλάχιστον το 65% του ενεργητικού τους αποτελείται από μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου).
Τί διαπιστώνεται, λοιπόν, από την πορεία του Χ.Α., όπου μέχρι το Φεβρουάριο του 2026 ο Γενικός Δείκτης είχε καταγράψει κέρδη πενταετίας, τα οποία μαζί με τα μερίσματα και τις επιστροφές κεφαλαίου προσέγγιζαν το +200%;
Αυτό που διαπιστώνεται, λοιπόν, είναι κατά την τελευταία πενταετία της μεγάλης χρηματιστηριακής ανόδου: Κατά τα πρώτα δύο χρόνια, οι Έλληνες μικροεπενδυτές ήταν σε γενικές γραμμές πωλητές. Το τρίτο και το τέταρτο έτος αγόρασαν κάτι… ψίχουλα. Η μερίδα του λέοντος των αγοραστών έλαβε χώρο το τελευταίο έτος και κυρίως κατά οκτάμηνο μεταξύ Ιουλίου του 2025 και Φεβρουαρίου του 2026.
Τί σημαίνει αυτό;
Πρώτον, ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων επενδυτών συνέχισε να απέχει από το Χρηματιστήριο της Αθήνας κατά την τελευταία πενταετία, οπότε έχασε το ανοδικό ράλι στο σύνολό του (παρέμεινε προφανώς στις τραπεζικές καταθέσεις με οριακά επιτόκια που υπολείπονται του πληθωρισμού).
Δεύτερον, ότι από όσους αγόρασαν την τελευταία πενταετία, πάνω από τους μισούς Έλληνες έχασαν το μεγαλύτερο κομμάτι της χρηματιστηριακής ανόδου και μάλιστα μετά τη διόρθωση του Μαρτίου είναι αμφίβολο αν ακόμη καταγράφουν κέρδη.
Και τρίτον, ότι αν για διάφορους λόγους συνεχιστεί η υποχώρηση των τιμών των μετοχών, θα αρχίσουν να υποχρεώνονται σε -μικρές ή μεγαλύτερες- ζημιές και θα αρχίσουν να διαμαρτύρονται.
Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι το χρηματιστήριο δεν είναι μόδα, όπου ψωνίζουμε όταν ψωνίζουν οι γείτονές μας, αλλά απαιτεί μακροπρόθεσμης διάρκειας επιλεγμένες τοποθετήσεις. Σύμφωνα, μάλιστα, με πολλούς αναλυτές, αυτή είναι η βασικότερη μέθοδος (buy and hold), έτσι ώστε να υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να καταγράψει κάποιος διατηρήσιμα κέρδη σε μακροπρόθεσμη βάση.
Σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους, σε περιόδους κρίσεων επιβραβεύεται όποιος έχει τοποθετηθεί σε ποιοτικές εταιρείες με μακροπρόθεσμη προοπτική, όπου ο χρόνος δουλεύει υπέρ του και όχι εναντίον του. Ακόμη και στην περίπτωση που βρεθεί π.χ. στο -30% λόγω μιας κρίσης, θα εισπράττει τα μερίσματά του και θα περιμένει μέχρις ότου να έρθει η ανάκαμψη και να επανέλθει στα κέρδη.
Και βέβαια, πάντα χρειάζεται -σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους- να έχουμε χτίσει ένα μικτό χαρτοφυλάκιο (οι μετοχές έως το 40%-50%), έτσι ώστε και να περιορίζουμε το ρίσκο και να διαθέτουμε εφόδια προκειμένου να αγοράσουμε -πάντοτε επιλεκτικά και σταδιακά- όταν διαπιστώνουμε αγοραστικές ευκαιρίες.
Με άλλα λόγια, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι κατάλληλα πριν να έρθει κάποια κρίση (το βέβαιο είναι ότι μελετώντας την ιστορία, το ερώτημα δεν είναι το αν θα έρθει, αλλά το πότε θα έρθει η επόμενη κρίση) και όχι να τρέχουμε εκ των υστέρων. Άλλωστε, στο χρηματιστήριο -όπως και στη ζωή γενικότερα- ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται…