Διαβάζοντας κάποιος τον ετήσιο απολογισμό του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος για την οικονομική χρήση του 2022 μπορεί να αντλήσει σημαντικά συμπεράσματα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, των δημοσιονομικών μας μεγεθών, αλλά και ολόκληρου του εγχώριου χρηματοπιστωτικού τομέα.
Έτσι, μερικές πρώτες επισημάνσεις που αφορούν το σκέλος των δημοσίων εσόδων είναι οι παρακάτω:
- Το μεγαλύτερο κονδύλι, με απόσταση, των κρατικών εσόδων προέρχεται από τους φόρους, οι οποίοι το 2022 ανήλθαν στα 55,217 δισ. ευρώ (διψήφιο ποσοστό ανόδου σε σύγκριση με το 2021 παρά την υποχώρηση αρκετών επιμέρους φορολογιών, εξ’ αιτίας της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ και του πληθωρισμού).
- Από τα 55,217 δισ. ευρώ συνολικών φόρων, τα 31,584 δισ., δηλαδή το 57,2%, προήλθε από τους φόρους που επιβλήθηκαν στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, όπως πχ από το ΦΠΑ, από τον ειδικό φόρο καυσίμων, τον φόρο στα τσιγάρα, κ.λπ. Σύμφωνα τουλάχιστον με τη θεωρεία, οι έμμεσοι φόροι είναι οι πλέον κοινωνικά άδικοι γιατί πλήττουν αναλογικά τόσο τα υψηλά, όσο και χαμηλότερα οικονομικά εισοδήματα. Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν θέσει στόχους για βελτίωση της αναλογίας μεταξύ φορολογίας εισοδήματος και έμμεσων φόρων, κάτι όμως που με την πάροδο των ετών ατόνησε και ξεχάστηκε.
- Από φόρους ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ) το κράτος εισέπραξε το 2022 το ποσό των 2,692 δισ. ευρώ (κοντά στο 5% του συνόλου) και από λοιπές κατηγορίες φόρων 3,93 δισ. ευρώ.
- Από φόρους φυσικών προσώπων, το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε το 2022 17,011 δισ. ευρώ, δηλαδή μόλις το 30,8% των συνολικών φόρων. Μάλιστα, από τα 17,011 δισ., τα 11,04 δισ. προήλθαν από τα φυσικά πρόσωπα και τα υπόλοιπα 4,629 δισ. ευρώ από τα νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις).
Με άλλα λόγια, από την σαφώς περιορισμένη σε συμμετοχή άμεση φορολογία, το μεγαλύτερο βάρος το σηκώνουν τα φυσικά πρόσωπα. Και από τα φυσικά πρόσωπα, με βάση τα πολύ χαμηλά εισοδήματα που δηλώνουν κατά μέσο όσο οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες, ένα μεγάλο φορτίο πέφτει στους ώμους των μισθωτών και των συνταξιούχων. Ειδικότερα τώρα μεταξύ των μισθωτών (συνεκτιμώντας και την προοδευτική πορεία της φορολογικής κλίμακας) την υψηλότερη επιβάρυνση υπόκεινται αυτοί με τις μεσαίες και τις υψηλότερες αποδοχές (δηλαδή κυρίως οι υψηλόμισθοι που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα).
- Παρά το γεγονός ότι οι συντελεστές άμεσης και έμμεσης φορολόγησης στη χώρα μας θεωρούνται υψηλοί (το ίδιο συμβαίνει και για τις ασφαλιστικές εισφορές), το σύνολο των φορολογικών εσόδων του 2022 κυμάνθηκε περίπου στο σχετικά περιορισμένο 25% του ΑΕΠ, γεγονός που υποκρύπτει μια σαφώς εκτεταμένη φοροδιαφυγή τόσο στο μέτωπο των άμεσων, όσο και σε αυτό των έμμεσων φόρων, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς κινήσεις που έγιναν προς τη σωστή κατεύθυνση (πχ βλέπε στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα για το πόσο έχει αυξηθεί ο κύκλος εργασιών του συνόλου των επιχειρήσεων που τηρούν διπλογραφικό σύστημα κατά την τελευταία τετραετία).
Είναι λοιπόν προφανές, πως ένας ενδεχόμενος περιορισμός της φοροδιαφυγής κατά τα επόμενα χρόνια (συμβάλλει θετικά η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και των ηλεκτρονικών βιβλίων, κ.λπ.) θα μπορούσε να καταστήσει την κρατική φορολογική πολιτική δικαιότερη, να ενισχύσει τα δημόσια οικονομικά (με ό,τι αυτό θα μπορούσε να σημάνει για την κοινωνική πολιτική, τις δημόσιες επενδύσεις και τη σταθερότητα της οικονομίας), αλλά και παράλληλα να οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση των συντελεστών φορολόγησης.
Το μέτωπο των δαπανών
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των κρατικών δαπανών του 2022, όπου από το συνολικό κονδύλι των 71.279 εκατ. ευρώ:
- Σε πληρωμή τόκων κατευθύνθηκαν 5.039 εκατ. ευρώ (ποσό σχετικά πολύ χαμηλό σε σύγκριση με το ύψος του δημοσίου χρέους της χώρας, καθώς προκύπτει ένα μέσο επιτόκιο δανεισμού κοντά στο 1,25%). Το θετικό στοιχείο είναι ότι οι δαπάνες για τόκους θα διατηρηθούν σε παραπλήσια επίπεδα και κατά τα επόμενα χρόνια παρά την εκτίναξη του κόστους του χρήματος, λόγω του ότι η Ελλάδα έχει «κλειδωμένο» χαμηλό επιτόκιο για το μεγαλύτερο τμήμα του δημοσίου χρέους της.
- Σε πληρωμή εργαζομένων (μισθοί δημοσίου) δόθηκαν 13.640 εκατ. ευρώ.
- Για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων δαπανήθηκε το ποσό των 8.162 εκατ. ευρώ, κονδύλι που κάτω από άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι σαφώς υψηλότερο, αλλά συγκρατείται λόγω των γενικότερων οικονομικών περιορισμών του ελληνικού δημοσίου.
- Για μεταβιβάσεις (το κυριότερο κονδύλι αυτών αφορά τις συνταξιοδοτικές δαπάνες) διατέθηκαν 35.086 εκατ. ευρώ, δηλαδή κάτι λιγότερο από το 50% των συνολικών κρατικών εξόδων.
Η επόμενη μέρα
Η Ελλάδα καλείται από το 2023 να επιτυγχάνει θετικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, έχοντας θέσει φέτος ως στόχο το +0,7% επί του ΑΕΠ. Με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία, τα πράγματα φαίνεται να εξελίσσονται σχετικά ικανοποιητικά, καθώς: α) Η πορεία των εσόδων του δημοσίου κινούνται καλύτερα από τα προβλεπόμενα στο φετινό Προϋπολογισμό (πρωτογενές πλεόνασμα 3.070 εκατ. ευρώ έναντι στόχου για μόλις 28 εκατ. ευρώ και ελλείμματος 1.650 εκατ. για την ίδια περίοδο του 2022 καταγράφει ο προϋπολογισμός στο πρώτο φετινό τρίμηνο) β) Η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους έχει ανακουφίσει τις κρατικές δαπάνες στο μέτωπο των ενισχύσεων προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις γ) Η Ελλάδα αναθεώρησε επί τα βελτίω την πρόβλεψή της για την πορεία του φετινού Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος της από το +1,8% στο +2,4% (όσο περισσότερο αυξάνεται το ΑΕΠ -άρα και τα εισοδήματα νοικοκυριών και επιχειρήσεων- τόσο θετικά επηρεάζεται το φορολογητέο εισόδημα και τα κρατικά έσοδα).
Γενικότερη κατεύθυνση για τα επόμενα χρόνια είναι η προτεραιότητα στην αύξηση του ΑΕΠ, μέσα από μια σειρά διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων, προσέλκυσης νέων επενδύσεων, αλλά και μέσα από την απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ.
| Φορολογικά έσοδα έτους 2022 | |
| Φόροι επί αγαθών & υπηρεσιών | 31584 |
| Φόροι ακίνητης περιουσίας | 2692 |
| Φόροι φυσικών προσώπων | 17011 |
| * Νομικά 4.629 εκατ. ευρώ | |
| * Φυσικά 11.047 εκατ. ευρώ | |
| Λοιποί φόροι | 3930 |
| Σύνολο φόρων | 55217 |
| Τα ποσά σε εκατ. ευρώ | |
| Κύκλος εργασιών επιχ. με διπλογραφικό σύστημα |
| Έτος | Ιανουάριος | | | |
| 2019 | 16.984.045 | | | |
| 2020 | 18.923.817 | | | |
| 2021 | 16.350.028 | | | |
| 2022 | 21.067.775 | | | |
| 2023 | 26.194.571 | | | |
| Τα ποσά σε χιλ. ευρώ | | | |
| Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ | | | |