17/10/18 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Απεικόνιση μακροπροθέσμων υποχρεώσεων στα ΕΛΠ όταν υπήρχαν οι συνθήκες, αλλά όχι η πρόθεση να καταγγελθούν


Αναδημοσίευση από το Ενημερωτικό Δελτίο Ιουνίου - Ιουλίου 2018 της ΣΟΛ ΟΡΚΩΤΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.

www.solae.gr

ΕΡΩΤΗΜΑ

Εταιρεία που εφαρμόζει το λογιστικό πλαίσιο των ΕΛΠ, έχει συνάψει δάνειο με τράπεζα, το μακρoπρόθεσμο υπόλοιπο του οποίου, την 31/12/2017, ανέρχεται σε € 6.6 εκ.

Στα πλαίσια της σύμβασης, η εταιρεία έχει αναλάβει την υποχρέωση διατήρησης σε συγκεκριμένα επίπεδα δύο χρηματοοικονομικών δεικτών καθ' όλη τη διάρκεια του Δανείου και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, εκτός εάν προηγουμένως συναινέσει εγγράφως η τράπεζα.

Την 31/12/2017 κατά τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων δεικτών διαπιστώθηκε ότι, δεν ήταν σύμφωνοι με τα οριζόμενα στη σύμβαση.

Σύμφωνα με την σύμβαση του δανείου, σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι, η τράπεζα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση και να ζητήσει άμεσα την επιστροφή του δανείου.

Η τράπεζα, σε συνέχεια προφορικών συζητήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί πριν την 31/12/2017, αναμένεται να αποστείλει και γραπτώς προς την διοίκηση της εταιρείας σχετική επιστολή παραίτησης των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τη μη τήρηση των ανωτέρω χρηματοοικονομικών δεικτών.

Δύναται η δανειζόμενη εταιρεία με βάση τις προφορικές διαβεβαιώσεις της τράπεζας, προ της 31/12/2017, άλλα και τη γραπτή διαβεβαίωση της, εντός του 2018 και πριν την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων, σχετικά με την παραίτηση της από το δικαίωμα της καταγγελίας του δανείου, το μακροπρόθεσμο τμήμα του δανείου, από 6.3 εκ.€, να εξακολουθήσει να το εμφανίζει στις Μακροπρόθεσμες Υποχρεώσεις;

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ

Σύμφωνα με τους ορισμούς του Ν.4308/2014:

«Μακροπρόθεσμη υποχρέωση (long term liability): Μια υποχρέωση που δεν είναι βραχυπρόθεσμη.

Βραχυπρόθεσμη υποχρέωση (current liability): Μια υποχρέωση που η οντότητα:

α) αναμένει να διακανονίσει εντός του κανονικού λειτουργικού κύκλου της, ή

β) κατέχει πρωτίστως για εμπορικούς σκοπούς, ή

γ) οφείλει να διακανονίσει εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αναφοράς των οικονομικών καταστάσεων, ή

δ) δεν έχει άνευ όρων δικαίωμα αναβολής του διακανονισμού της για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αναφοράς των χρηματοοικονομικών καταστάσεων. Η ύπαρξη όρων που, κατά την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου μέρους, προβλέπουν τον διακανονισμό της υποχρέωσης με την έκδοση συμμετοχικών τίτλων της οντότητας, δεν επηρεάζει την κατάταξη της υποχρέωσης ως βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης».

Επίσης, στην παράγραφο 8 του άρθρου 17 του παραπάνω νόμου «Γενικές αρχές σύνταξης χρηματοοικονομικών καταστάσεων», αναφέρεται:

«8. Γεγονότα που έγιναν εμφανή μετά τη λήξη της περιόδου (ημερομηνία αναφοράς), αλλά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το αρμόδιο όργανο εγκρίνει τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις για δημοσιοποίηση, αναγνωρίζονται στην κλειόμενη περίοδο, εφόσον αναφέρονται σε συν-θήκες που υπήρχαν στο τέλος αυτής της περιόδου και επηρεάζουν τα κονδύλια του ισολογισμού και της κατάστασης αποτελεσμάτων».

Σε αντίθεση με τα ΔΠΧΑ, στα ΕΛΠ δεν περιλαμβάνεται διάταξη αντίστοιχη της παραγράφου 74 του ΔΛΠ 1, όπου αναφέρεται:

«74. Όταν μία οικονομική οντότητα αθετεί έναν όρο μιας μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού στο τέλος ή πριν το τέλος της περιόδου αναφοράς ώστε η υποχρέωση να καθίσταται πληρωτέα κατ’ απαίτηση, η υποχρέωση κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη, έστω και αν ο δανειστής είχε συμφωνήσει, μετά την περίοδο αναφοράς και πριν την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων για έκδοση, να μην απαιτήσει την πληρωμή εξαιτίας της αθέτησης. Μια οικονομική οντότητα κατατάσσει την υποχρέωση ως βραχυπρόθεσμη επειδή, στο τέλος της περιόδου αναφοράς, δεν κατείχε ανεπιφύλακτο δικαίωμα αναβολής του διακανονισμού για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία αυτή».

Όπως προκύπτει από την πιο πάνω παράγραφο, στα ΔΠΧΑ, στην περίπτωση αυτή, δεν εξετάζεται αν το μεταγενέστερο γεγονός ήταν διορθωτικό, δηλαδή αν επιβεβαίωσε συνθήκες που υπήρχαν στο τέλος της περιόδου αναφοράς. Σημειώνεται ότι και στο ΔΛΠ 10, παρ.3 (1) , προβλέπεται ότι διορθωτικά γεγονότα είναι «… εκείνα που παρέχουν απόδειξη των συνθηκών που υπήρξαν κατά την περίοδο αναφοράς».

(1) «Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς είναι εκείνα τα γεγονότα, ευνοϊκά και μη ευνοϊκά, που συμβαίνουν μεταξύ του τέλους της περιόδου αναφοράς και της ημερομηνίας κατά την οποία οι οικονομικές καταστάσεις εγκρίνονται για έκδοση. Δύο τύποι γεγονότων μπορούν να εξατομικευτούν:
α) εκείνα που παρέχουν απόδειξη των συνθηκών που υπήρξαν κατά την περίοδο αναφοράς (διορθωτικά γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς) και
β) εκείνα τα οποία είναι ενδεικτικά των συνθηκών που προέκυψαν μεταγενέστερα από την περίοδο αναφοράς (μη διορθωτικά γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς)».

Σημειώνουμε ότι στο σημείο αυτό τα ΔΠΧΑ διαφοροποιούνται και από τα Αμερικανικά λογιστικά πρότυπα (US GAAP) τα οποία, για την κατάταξη των υποχρεώσεων, εξετάζουν γεγονότα μεταγενέστερα του ισολογισμού. Τα US GAAP απαιτούν επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εκτίμηση της πιθανότητας για το κατά πόσον ο δανειστής θα επιδιώξει την επιτάχυνση της εξόφλησης του χρέους.

Όπως περιγράφεται στο ερώτημα, η μεταγενέστερη γραπτή διαβεβαίωση της τράπεζας, ότι δε θα ασκήσει το δικαίωμα της για πρόωρη είσπραξη του δάνειου, απλώς επιβεβαίωσε τις προθέσεις της, όπως αυτές είχαν ήδη διαφανεί πριν την 31/12/2017.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, το γεγονός της μεταγενέστερης παραίτησης της τράπεζας, από το δικαίωμα της καταγγελίας του δανείου, είναι διορθωτικό και, κατά συνέπεια, το μακροπρόθεσμο τμήμα του δανείου θα συνεχίζει να εμφανίζεται στις Μακροπρόθεσμες Υποχρεώσεις.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Δάνεια, ΕΛΠ, Μακροπρόθεσμες Υποχρεώσεις