12/05/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Μέθοδοι αποτίμησης αξίας επιχείρησης

Εισαγωγή

Η αποτίμηση της αξίας μιας επιχείρησης αποτελεί ένα σύνθετο αντικείμενο οικονομικής ανάλυσης, το οποίο απαιτεί τη συνεκτίμηση ποσοτικών και ποιοτικών παραμέτρων, καθώς και την εφαρμογή κατάλληλων και διεθνώς αναγνωρισμένων μεθόδων.

Η επιλογή της μεθοδολογίας αποτίμησης εξαρτάται από τη φύση της επιχείρησης, τη δομή των οικονομικών της μεγεθών, το στάδιο ανάπτυξής της και τον σκοπό της αποτίμησης.

Στο παρόν κείμενο παρουσιάζονται οι βασικότερες μέθοδοι αποτίμησης αξίας επιχείρησης, όπως αυτές εφαρμόζονται στην πράξη.

Αναλύονται τόσο μέθοδοι που βασίζονται στη λογιστική και πραγματική καθαρή θέση, όσο και μέθοδοι που εστιάζουν στη δημιουργία κερδών και ταμειακών ροών. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς κάθε μεθόδου.

Η προσέγγιση που ακολουθεί αποσκοπεί στην εξαγωγή ρεαλιστικών και τεκμηριωμένων εκτιμήσεων. Οι παρουσιαζόμενες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνδυαστικά, ώστε να προκύπτει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη αποτίμηση της αξίας της επιχείρησης.

Μέθοδοι αποτίμησης αξίας επιχείρησης

Η αποτίμηση διενεργείται βάσει διεθνώς αποδεκτών χρηματοοικονομικών και λογιστικών μεθόδων, με σκοπό τη διαμόρφωση τεκμηριωμένου εύρους αξιών, το οποίο αντανακλά τόσο την καθαρή περιουσιακή θέση της εταιρείας, όσο και τη δυναμική κερδοφορίας και δημιουργίας ταμειακών ροών.

Ειδικότερα, για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού εφαρμόζονται οι ακόλουθες μέθοδοι αποτίμησης:

  • Η μέθοδος της Λογιστικής Καθαρής Θέσης, καθώς και η Καθαρή (Πραγματική) Περιουσιακή Θέση (Κ.Π.Θ.), προσαυξημένη με τη Μέση Κεφαλαιοποιημένη Υπερπρόσοδο των τεσσάρων (4) τελευταίων χρήσεων, με:

- επιτόκιο (κόστος απασχολούμενων κεφαλαίων) 7%, και

- επιτόκιο (κόστος απασχολούμενων κεφαλαίων) 10%.

  • Η μέθοδος Προεξόφλησης Καθαρών Ταμειακών Ροών (DCF), με:

- επιτόκιο προεξόφλησης 7%, και

- επιτόκιο προεξόφλησης 10%.

  • Η μέθοδος των Διαθέσιμων Κερδών Πωλητή (Δ.Κ.Π.).
  • Η μέθοδος κεφαλαιοποίησης του μέσου όρου των ετήσιων λειτουργικών κερδών της τελευταίας τετραετίας.
  • Η μέθοδος Schmalenbach, ως συμπληρωματική μέθοδος μικτής προσέγγισης περιουσιακών και εισοδηματικών στοιχείων.

Η τελική εκτίμηση της εύλογης αγοραίας αξίας προκύπτει από τη συγκριτική αξιολόγηση και στάθμιση των αποτελεσμάτων των ανωτέρω μεθόδων, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της εταιρείας, τις συνθήκες της αγοράς και τις προοπτικές βιωσιμότητας και ανάπτυξής της.

Ως «εύλογη αγοραία αξία», σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ν.

4308/2014), νοείται:

«Η τιμή ανταλλαγής ενός περιουσιακού στοιχείου ή ο διακανονισμός μιας υποχρέωσης, μεταξύ πρόθυμων και ενήμερων μερών που ενεργούν υπό κανονικές συνθήκες αγοράς, κατά την ημερομηνία μέτρησης».

Για την αποτίμηση της αξίας της εταιρείας θα αναλυθούν οι ακόλουθες μέθοδοι αποτίμησης:

I. Λογιστική Καθαρή Θέση

Η μέθοδος της λογιστικής καθαρής θέσης είναι μια έμμεση μέθοδος αποτίμησης της αξίας της επιχείρησης. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, η αξία της επιχείρησης είναι ίση με την Καθαρή Θέση της, όπως εμφανίζεται στον ισολογισμό κατά την ημερομηνία αποτίμησης, αφού προηγούμενα γίνουν λογιστικές διορθώσεις στα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού με βάση, ενδεχόμενα, τις παρατηρήσεις των πιστοποιητικών των Ορκωτών Ελεγκτών - Λογιστών.

Να σημειωθεί εδώ ότι η εταιρεία σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4308/2014 δεν πληροί τα κριτήρια για ένταξη ελέγχου από Ελεγκτική Εταιρεία Ορκωτών Ελεγκτών-Λογιστών.

Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η μέθοδος αυτή είναι στατική, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη την αξία που προσδίδουν στην εταιρεία άλλα στοιχεία πέραν αυτών που εμφανίζονται στις δημοσιευμένες καταστάσεις της, όπως η φήμη και η πελατεία της, οι ικανότητες της Διοίκησης, καθώς και οι προοπτικές της εταιρείας για πραγματοποίηση κερδών στο μέλλον.

Έχει το πλεονέκτημα της ευχέρειας στον προσδιορισμό της και το μειονέκτημα της περιορισμένης χρησιμότητά της, αφού τα περιουσιακά στοιχεία λαμβάνονται με τη λογιστική τους αξία, η οποία κατά κανόνα απέχει ουσιωδώς από την τρέχουσα αξία τους.

Για τον λόγο αυτό η συγκεκριμένη μέθοδος χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες αναγνωρισμένες μεθόδους αποτίμησης.

Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, λογιστική καθαρή θέση ή λογιστική καθαρή περιουσία είναι η διαφορά μεταξύ ενεργητικού και πραγματικού παθητικού (υποχρεώσεων προς τρίτους της επιχείρησης), όπως τα μεγέθη αυτά προσδιορίζονται με βάση τις γενικά παραδεγμένες λογιστικές αρχές και τους κανόνες επιμέτρησης που προβλέπονται από τα λογιστικά πρότυπα, και εμφανίζονται στον ισολογισμό του ιστορικού κόστους ως εξής:

  • Κεφάλαια καταβλημένα,
  • Αποθεματικά και
  • Κέρδη εις νέο.

Στην περίπτωσή μας, όμως, και επί της ουσίας συντάσσεται ένας εξωλογιστικός ισολογισμός με τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη, τα οποία ισχύουν κατά τον χρόνο της επιμέτρησης, ήτοι αναπόσβεστη αξία παγίων, αποθέματα εμπορευμάτων, προϊόντων και λοιπών βοηθητικών ειδών.

Επίσης, το εισπρακτέο υπόλοιπο των πελατών, λοιπών απαιτήσεων και διαθεσίμων.

Στο παθητικό θα εμφανιστούν το εταιρικό κεφάλαιο, όπως αναγράφεται στο ισχύον καταστατικό, δάνεια, υποχρεώσεις σε προμηθευτές, πιστωτές, επιδοτήσεις, λοιπές υποχρεώσεις σε Δημόσιο και ασφαλιστικούς φορείς.

Η διαφορά θα προστεθεί στα ίδια κεφάλαια εφόσον το ενεργητικό είναι μεγαλύτερο του παθητικού.

Λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, των αποθεμάτων, των χρηματοοικονομικών στοιχείων και των υποχρεώσεων που μας παρασχέθηκαν εγγράφως από το συνεργαζόμενο λογιστικό γραφείο της εταιρείας με το από 28/11/2025 email και αφορούν τη χρονική περίοδο από 01/01/2025 έως 31/10/2025, έχουν απογραφεί σωστά, συντάχτηκε εξωλογιστικά ο ισολογισμός της εταιρείας, οπότε με τη μέθοδο αυτή η αξία της εταιρείας εκτιμάται ως η διαφορά μεταξύ του συνολικού ενεργητικού και των συνολικών υποχρεώσεων.

Άρα η συνολική αξία της εταιρείας με τη μέθοδο αυτή είναι:

Σύνολο Ενεργητικού - Σύνολο υποχρεώσεων = Σύνολο καθαρής θέσης

II. Καθαρή (πραγματική) Περιουσιακή Θέση (Κ.Π.Θ.) προσαυξημένη με τη Μέση Κεφαλαιοποιημένη Υπερπρόσοδο των 4 τελευταίων ετών

Πραγματική καθαρή θέση της επιχείρησης είναι η διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας των περιουσιακών στοιχείων και του πραγματικού παθητικού (υποχρεώσεων στους τρίτους).

Τρέχουσα τιμή αγοράς είναι η τιμή αντικατάστασης στην οποία η οικονομική μονάδα έχει τη δυνατότητα να προμηθευτεί το περιουσιακό στοιχείο, κατά την ημέρα σύνταξης της απογραφής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη περιπτωσιακά και προσωρινά γεγονότα που προκαλούν αδικαιολόγητες διακυμάνσεις τιμών. Η τρέχουσα τιμή αγοράς διαμορφώνεται με τον συνυπολογισμό όλων των στοιχείων του κόστους κτήσης.

Αυτή η μέθοδος απαιτεί να προσδιορισθεί η «δίκαιη αξία της αγοράς-fair market value» των περιουσιακών στοιχείων της.

Εντούτοις, τα διάφορα περιουσιακά στοιχεία από τη στιγμή που εντάσσονται και οργανώνονται κάτω από την ενιαία οργάνωση της επιχείρησης χάνουν την ατομικότητα και την αυτοτέλειά τους και προσλαμβάνουν μια ενιαία συνολική αξία, που συνήθως είναι διαφορετική από το άθροισμα της αξίας των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων (μεγαλύτερη στις κερδοφόρες επιχειρήσεις και μικρότερη στις ζημιογόνες).

Στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων που λειτουργούν αποδοτικά, η αξία της επιχείρησης ως συνόλου είναι μεγαλύτερη του αλγεβρικού αθροίσματος των επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων, δηλαδή μεγαλύτερη της πραγματικής καθαρής θέσης.

Η διαφορά μεταξύ της πραγματικής καθαρής θέσης και της αξίας της επιχείρησης ως συνόλου συνιστά τη λεγόμενη υπεραξία (αέρας - Goodwill) της επιχείρησης και οφείλεται στο γεγονός ότι το κεφάλαιο της επιχείρησης εξασφαλίζει μεγαλύτερες αποδόσεις από το τραπεζικό επιτόκιο.

Η υπεραξία αυτή υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των λειτουργικών καθαρών κερδών της τελευταίας 4ετίας, μετά, όμως, την αναγωγή αυτών σε τρέχουσα αγοραστική δύναμη, χρησιμοποιώντας τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΛ.ΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

Εάν από τα κέρδη αυτά αφαιρεθούν οι τόκοι του απασχολούμενου κεφαλαίου, δηλαδή των κεφαλαίων που επιζητούν αμοιβή (ίδια κεφάλαια συν μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις συν βραχυπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός), υπολογιζόμενοι με το τρέχον επιτόκιο, τότε η τυχόν θετική διαφορά συνιστά την ετήσια υπερπρόσοδο, η οποία κεφαλαιοποιούμενη με το τρέχον επιτόκιο δίνει τη συνολική αξία του Goodwill.

Δηλαδή, ως Goodwill θεωρείται η αρχική αξία διηνεκούς ράντας, της οποίας ετήσιος όρος είναι η παραπάνω θετική διαφορά (υπερπρόσοδος) και το επιτόκιο το τρέχον.

Επειδή, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι η επιχείρηση θα εξακολουθήσει και στο διηνεκές να πραγματοποιεί την ίδια ετήσια υπερπρόσοδο, συνιστάται να λαμβάνεται ράντα πρόσκαιρη διάρκειας 4 ετών.

Η μέθοδος εφαρμόζεται μόνο εφόσον η επιχείρηση είναι κερδοφόρα και μάλιστα εφόσον τα κέρδη της είναι μεγαλύτερα από το επίπεδο εκείνο που χαρακτηρίζεται ως κανονική πρόσοδος και ο τόκος που θα έδινε το απασχολούμενο κεφάλαιο, αν τοκιζόταν με το τρέχον επιτόκιο.

Έχει το πλεονέκτημα ότι επιτυγχάνει ρεαλιστική (συντηρητική) εκτίμηση, αφού βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε αισιόδοξες προβλέψεις. Η εκτίμηση της μεθόδου αυτής αποτελεί μια minimum αξία την οποία δικαιούται να ζητήσει ο πωλητής μιας επιχείρησης. Άρα η συνολική αξία της εταιρείας με τη μέθοδο αυτή είναι:

Καθαρή (πραγματική) Περιουσιακή Θέση (Κ.Π.Θ.) + Μέση Κεφαλαιοποιημένη

Υπερπρόσοδος των 4 τελευταίων ετών

III. Μέση Κεφαλαιοποιημένη Υπερπρόσοδος των 4 τελευταίων ετών

Με τη μέθοδο αυτή η αξία της επιχείρησης υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των λειτουργικών καθαρών κερδών της τελευταίας 4ετίας, μετά, όμως, την αναγωγή τους σε τρέχουσα αγοραστική δύναμη, χρησιμοποιώντας τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή της ΕΛ.ΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

Εάν από τα κέρδη αυτά αφαιρεθούν οι τόκοι του απασχολούμενου κεφαλαίου, δηλαδή των κεφαλαίων που επιζητούν αμοιβή (ίδια κεφάλαια συν μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις συν βραχυπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός), υπολογιζόμενοι με το τρέχον επιτόκιο, τότε η τυχόν θετική διαφορά συνιστά την ετήσια υπερπρόσοδο, η οποία κεφαλαιοποιούμενη με το τρέχον επιτόκιο δίνει τη συνολική αξία του Goodwill.

Δηλαδή, ως Goodwill θεωρείται η αρχική αξία διηνεκούς ράντας, της οποίας ετήσιος όρος είναι η παραπάνω θετική διαφορά (υπερπρόσοδος) με χρήση του τρέχοντος επιτοκίου.

Επειδή, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι η επιχείρηση θα εξακολουθήσει και στο διηνεκές να πραγματοποιεί την ίδια ετήσια υπερπρόσοδο, συνιστάται να λαμβάνεται ράντα πρόσκαιρη διάρκειας 4 ετών.

Η μέθοδος εφαρμόζεται μόνο εφόσον η επιχείρηση είναι κερδοφόρα και μάλιστα εφόσον τα κέρδη της είναι μεγαλύτερα από το επίπεδο εκείνο που χαρακτηρίζεται ως κανονική πρόσοδος και ο τόκος που θα έδινε το απασχολούμενο κεφάλαιο, αν τοκιζόταν με το τρέχον επιτόκιο. Έχει το πλεονέκτημα ότι επιτυγχάνει ρεαλιστική (συντηρητική) εκτίμηση, αφού βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε αισιόδοξες προβλέψεις.

Η εκτίμηση της μεθόδου αυτής αποτελεί μια minimum αξία, την οποία δικαιούται να ζητήσει ο πωλητής μιας επιχείρησης.

IV. Προεξόφληση Καθαρών Ταμειακών Ροών

Αυτή η μέθοδος μετράει τις ταμειακές ροές μιας επιχείρησης για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το διάστημα αυτό, συνήθως είναι 2 με 7 έτη.

Λέγεται «Προεξοφλημένη», γιατί σε βάθος χρόνου το χρήμα πάντα κοστίζει, είτε λόγο τόκων, είτε λόγο πληθωρισμού.

Άρα, δεν αξιολογούμε μια επιχείρηση απλά μέσω ταμειακών ροών, αλλά λαμβάνουμε υπόψη και το κόστος του χρήματος, με το οποίο φυσικά επιβαρύνεται πάντα ο επενδυτής. Ο μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό μέσω αυτής της μεθόδου είναι:

Όπου:

CF = Ταμειακές Ροές

r = Ποσοστιαίο κόστος χρήματος (π.χ. πληθωρισμός)

Η μέθοδος αυτή και σχετικό υπόδειγμά της χρησιμοποιείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ) για τον υπολογισμό της ενδεικτικής αξίας μιας επιχείρησης.

Α. Βήματα υπολογισμού

  • Συμπληρώνεται στη φόρμουλα ο κύκλος εργασιών και το ποσοστό του μικτού κέρδους, με βάση τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης, για το τελευταίο έτος και μέχρι 3 προηγούμενα, ενώ ταυτόχρονα υπολογίζονται το κόστος πωλήσεων και το Μικτό Κέρδος.
  • Για τον υπολογισμό του Καθαρού Κέρδους της επιχείρησης απαραίτητα στοιχεία είναι τα Λειτουργικά Έξοδα (εκτός αποσβέσεων και απομειώσεων ως μη ταμειακά έξοδα), δηλαδή ενοίκια, μισθοδοσία και διάφορα έξοδα (λοιπά έξοδα).
  • Αφού έχει συμπληρωθεί όλος ο πίνακας, υπολογίζεται ο μέσος όρος των τελευταίων 4 ετών.
  • Συμπληρώνεται, επίσης, η εμπορική (εύλογη) αξία των αποθεμάτων, καθώς και των παγίων της επιχείρησης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας ή όπως προκύπτει από την ετήσια λογιστική χρήση στο κλείσιμο του τελευταίου έτους, εφόσον δεν υπάρχουν μεταξύ τους σημαντικές διαφορές..

Β. Προεξόφληση Καθαρών Ταμειακών Ροών

Αυτό το μοντέλο αποτίμησης αποτελεί μια απλουστευμένη προσέγγιση της μεθόδου προεξόφλησης ελεύθερων ταμειακών ροών και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα αποτίμησης.

Γενικά, η διαδικασία αποτίμησης μέσω της προεξόφλησης των ελεύθερων ταμειακών ροών είναι μια από τις πιο γνωστές και ευρέως αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

Σκοπός της εν λόγω μεθόδου είναι να υπολογίσει την παρούσα αξία των οικονομικών αποδόσεων που θα επιτευχθούν στο μέλλον από μια συγκεκριμένη επιχειρηματική μονάδα.

Τα βασικά στάδια της εν λόγω μεθόδου είναι τα εξής δύο (2).

1. Μελλοντικά προβλεπόμενα οικονομικά μεγέθη (αποτελεί εκτίμηση και συνήθως βασίζεται σε επιχειρηματικό σχέδιο (business plan).

2. Προεξόφληση των ροών που απορρέουν από τις παραπάνω προβλέψεις (το προεξοφλητικό επιτόκιο προκύπτει από ειδική μελέτη που βασίζεται σε μικροοικονομικά και μακροοικονομικά οικονομικά μεγέθη).

Σημειώνεται, όμως, ότι, για την εύρεση του κατάλληλου προεξοφλητικού επιτοκίου συνήθως χρησιμοποιείται το μοντέλο CAPM - (Capital Asset Pricing Model) ή το WACC (Weighted Average Cost of Capital).

V. Διαθέσιμα Κέρδη Πωλητή (Δ.Κ.Π.)

Είναι μια από τις απλούστερες και βασικότερες μεθόδους κατά την άποψη αρκετών ειδικών, καθώς μετράει τα κέρδη προ φόρων, αποσβέσεων, αμοιβών ιδιοκτήτη επιχείρησης, έξοδα τόκων καθώς και μη προγραμματισμένα έξοδα, δηλαδή το EBITDA (Earnings before interest tax depreciation and amortization).

Οι μικρές επιχειρήσεις κάνουν τις φορολογικές τους δηλώσεις με κύριο γνώμονα την ελαχιστοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο του φορολογητέου ποσού και συχνά επιβαρύνονται με μη απαραίτητα για τη λειτουργία τους έξοδα (π.χ. ακριβότερο αυτοκίνητο).

Έτσι, μια εκτίμηση με βάση τη φορολογική δήλωση θα οδηγούσε προφανώς σε λάθος εκτίμηση της αξίας της επιχείρησης.

Από την άλλη, μια προσέγγιση με την μέθοδο Δ.Κ.Π. λαμβάνει αυτό το ζήτημα υπόψη και το αποτρέπει δίνοντας έτσι μια εικόνα πιο κοντά στην πραγματική αξία.

Έπειτα, αφού εκτιμηθεί το Δ.Κ.Π., γίνεται ο πολλαπλασιασμός με τον εκάστοτε «Δ.Κ.Π. πολλαπλασιαστή» της αγοράς στην οποία ανήκει η οντότητα.

Συνήθως, το εύρος τιμών των πολλαπλασιαστών κυμαίνεται από 2 έως 7.

«Ο «Δ.Κ.Π. πολλαπλασιαστής», με απλά λόγια, είναι ο αποδεκτός χρόνος (συνήθως σε έτη) επανείσπραξης της επένδυσης που έγινε.

VI. Η μέθοδος κεφαλαιοποίησης του μέσου όρου των ετήσιων λειτουργικών κερδών της τελευταίας 4ετίας

Κατά τη μέθοδο αυτή κεφαλαιοποιείται ο μέσος όρος των λειτουργικών κερδών της τελευταίας 4ετίας με το τρέχον επιτόκιο. Δηλαδή, η συνολική αξία της επιχείρησης ισούται με την αρχική αξία διηνεκούς σταθερής ράντας, όρος της οποίας είναι ο μέσος όρος των αποπληθωρισμένων κερδών της τελευταίας 4ετίας.

Διευκρινίζεται ότι, πρέπει να κεφαλαιοποιείται το καθαρό εισόδημα του επενδυτή από τα λειτουργικά κέρδη της εταιρείας και το οποίο πρέπει να συγκρίνεται με το ποσό του τόκου του απασχολούμενου κεφαλαίου.

Γι' αυτό, από τα οργανικά κέρδη της εταιρείας πρέπει να αφαιρείται ο αναλογών φόρος και να κεφαλαιοποιούνται τα καθαρά κέρδη που περιέρχονται στον επενδυτή.

Η συνολική αξία της επιχείρησης ισούται με την αρχική αξία διηνεκούς σταθερής ράντας, όρος της οποίας είναι ο μέσος όρος των αποπληθωρισμένων κερδών της τελευταίας 4ετίας.

Έτσι θα έχουμε:

Όμως, για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής θα πρέπει να κεφαλαιοποιείται το καθαρό κέρδος μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος, το οποίο στη συνέχεια θα συγκρίνεται με το ποσό του τόκου του απασχολούμενου κεφαλαίου.

Και αν υποθέσουμε ότι ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος στο παράδειγμά μας είναι 22%, τότε η αξία της επιχείρησης προσδιορίζεται ως εξής:

και ισοδυναμεί με:

VII. Η μέθοδος του Schmalenbach

Η μέθοδος αυτή κεφαλαιοποιεί τα μελλοντικά κέρδη, όπως και η μέθοδος των κεφαλαιοποιημένων λειτουργικών κερδών, κάνει ωστόσο τις εξής πρόσθετες υποθέσεις:

  • Η υπεραξία της επιχείρησης αποσβένεται σε έναν αριθμό ετών, έστω n.
  • Τα κέρδη της επιχείρησης θα παραμένουν σταθερά διαχρονικά και ίσα με ένα προβλεπτό μέγεθος.
  • Από τα κέρδη αυτά θα πρέπει να αφαιρείται η απόσβεση της υπεραξίας.

Με βάση τις υποθέσεις αυτές βρίσκεται η αξία της επιχείρησης.

Η αξία αυτή δίδεται από τον μαθηματικό τύπο:

Ο τύπος αυτός θα πρέπει να λυθεί ως προς V.

Όπου:

Ρ = Ετήσια κέρδη της επιχείρησης

V = Ζητούμενη αξία της επιχείρησης

NV = Καθαρή περιουσιακή θέση της επιχείρησης V - NV = Υπεραξία της επιχείρησης. i = Συντελεστής προεξόφλησης = 7%

n = Έτη απόσβεσης υπεραξίας = 4


Αποποίηση Ευθύνης:

Το περιεχόμενο της στήλης είναι καθαρά ενημερωτικό και πληροφοριακό και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επενδυτική συμβουλή, ούτε υποκίνηση για συμμετοχή σε οποιαδήποτε συναλλαγή.

Ο αρθρογράφος δεν ευθύνεται για τυχόν επενδυτικές και λοιπές αποφάσεις που θα ληφθούν με βάση τις πληροφορίες αυτές.

Για περισσότερες πληροφορίες που αφορούν μεθόδους αποτίμησης αξίας επιχείρησης, καθώς και για παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών αποτίμησης στο πλαίσιο μεταβιβάσεων, εταιρικών αναδιαρθρώσεων ή φορολογικών ελέγχων, μπορείτε να απευθυνθείτε στην Νασόπουλος Ι.Κ.Ε. (Φίλωνος 35 Πειραιάς,+30 213 0069187, www.https://nasopoulostaxaccount.gr/).


Το ομότιτλο άρθρο του κ. Αντώνη Νασόπουλου δημοσιεύθηκε στο τεύχος Απριλίου του περιοδικού Epsilon7.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επιχείρηση, Αξία