Η πρόωρη καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου και η λύση σύμβασης κατά τη δοκιμαστική περίοδο αποτελούν δύο διαφορετικά εργασιακά καθεστώτα, βασική διαφορά των οποίων αποτελεί το αν η λύση της συνεργασίας επήλθε λόγω «σπουδαίου λόγου» ή στην ελεύθερη βούληση του εργοδότη, λόγω δοκιμής.
Α. Πρόωρη καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου Η σύμβαση ορισμένου χρόνου λήγει αυτόματα με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου και δεν μπορεί να καταγγελθεί πρόωρα (πριν τη λήξη της δηλαδή) χωρίς «σπουδαίο λόγο». Σπουδαίος λόγος θεωρείται π.χ. κάποια σοβαρή παράβαση όρων από τον εργαζόμενο, αδυναμία εργασίας, κ.ά.). Αποζημίωση: Αν η καταγγελία της σύμβασης ορισμένου χρόνου γίνει από τον εργοδότη χωρίς σπουδαίο λόγο, ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τους μισθούς που θα λάμβανε μέχρι τη λήξη της σύμβασης. Όρος πρόωρης λύσης: Αν η σύμβαση περιλαμβάνει όρο για πρόωρη καταγγελία, εφαρμόζεται η νομοθεσία περί αορίστου χρόνου όσον αφορά το πλαίσιο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Β. Δοκιμαστική περίοδος Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ.4. του Ν.5053/2023 - Άρθρο 2 ΠΔ 62/2025, σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η δοκιμαστική περίοδος που συμφωνείται είναι ανάλογη του συνολικού χρόνου που προβλέπεται στη σύμβαση και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) της συνολικής περιόδου απασχόλησης, με ανώτατο όριο τους έξι (6) μήνες.
Λύση: Κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, η σύμβαση μπορεί να λυθεί ελεύθερα από τον εργοδότη χωρίς αποζημίωση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Δεν απαιτείται «σπουδαίος λόγος», παρά μόνο η διαπίστωση ότι ο εργαζόμενος δεν είναι κατάλληλος για τη θέση εργασίας .
Σημειώνεται ότι, εάν σε σύμβαση ορισμένου χρόνου περιλαμβάνεται όρος δοκιμαστικής περιόδου, η λύση της λόγω μη επιτυχούς δοκιμής δεν απαιτεί αποζημίωση, αρκεί να δηλωθεί στο πεδίο του ΠΣ Εργάνη ΙΙ και στη ψηφιακη αναγγελία λήξης εργασίας , η Αυτοδίκαιη Λύση Δοκιμαστικής Περιόδου
Η δοκιμαστική περίοδος συμπεριλαμβάνεται στους ουσιώδεις όρους εργασίας , αποτελεί απλώς μια επιλογή που μπορεί να κάνει ο εργοδότης, εφόσον το επιθυμεί.
Η Αυτοδίκαιη Λύση Δοκιμαστικής Περιόδου δεν απαιτεί υπογραφή ούτε του εργαζόμενου ούτε του εργοδότη. Επίσης δεν απαιτεί επισύναψη αρχείου.
Τέλος το πιο ουσιαστικό είναι ότι ο εργοδότης , σε τυχόν εργατική διαφορά με τον εργαζόμενο , δεν διατρέχει τον κίνδυνο καταβολής αποζημίωσης ( εφόσον έχει συμφωνήσει με τον εργαζόμενο και έχει κάνει χρήση της δοκιμαστικής περιόδου), ενώ αντίθετα αν καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με βάση τον όρο του άρθρου 40
Ν.3986/2011 – άρθρο 346
ΠΔ 62/2025, είναι δυνατόν κατόπιν δικαστικής απόφασης , να καταστεί υπερήμερος και να κληθεί να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το απομένον διάστημα έως τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα
Πιο συγκεκριμένα , αν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλθηκε πρόωρα από τον εργοδότη χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο μισθωτός, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ), αλλά μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα.