Πώς αξιολογούνται οι πωλήσεις, η περιουσία και η ευθύνη των εμπλεκομένων — Τι μπορεί να ειπωθεί δημόσια όσο μια υπόθεση ερευνάται.
Ένας φορολογικός έλεγχος ξεκινά με την εξέταση των συναλλαγών και των υποχρεώσεων μιας επιχείρησης. Στην πορεία μπορεί να εντοπιστούν αδήλωτες πωλήσεις, διαφορές στα βιβλία ή ποσά των οποίων η προέλευση χρειάζεται αιτιολόγηση. Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί τι ακριβώς έχει συμβεί, ποιον αφορά και ποιες συνέπειες προβλέπει ο νόμος.
Όταν η έρευνα γίνεται γνωστή, η δημόσια συζήτηση συχνά προηγείται αυτής της αξιολόγησης. Ένα ποσό, μια εικόνα κατασχεμένων μετρητών ή μια αναφορά σε εταιρικό δίκτυο μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η υπόθεση έχει ήδη κριθεί. Ανάμεσα, όμως, στο πρώτο εύρημα και στην απόδοση ευθύνης μεσολαβούν ο έλεγχος των στοιχείων, οι εξηγήσεις των ελεγχόμενων και η εφαρμογή των κανόνων που διέπουν κάθε διαδικασία.
Τι ακριβώς ελέγχεται
Η απόκρυψη πωλήσεων, η αδικαιολόγητη έκπτωση Φ.Π.Α., η φορολογική αναγνώριση δαπανών που δεν εκπίπτουν και η μη πληρωμή ενός δηλωμένου φόρου είναι διαφορετικές περιπτώσεις. Δεν αρκεί να περιγραφούν όλες ως «φοροδιαφυγή». Καθεμία έχει τις δικές της προϋποθέσεις και απαιτεί διαφορετική τεκμηρίωση.
Το ίδιο ισχύει για τα ποσά που εμφανίζονται ως ζημία του Δημοσίου. Πρέπει να διευκρινίζεται ποια εταιρεία και ποια περίοδο αφορούν, πώς υπολογίστηκαν και αν περιλαμβάνουν φόρους, πρόστιμα ή άλλες επιβαρύνσεις. Ο αδήλωτος τζίρος δεν ταυτίζεται με τον φόρο που ενδέχεται να οφείλεται.
Σε μια έρευνα μπορεί να υπάρχουν οικονομικές αναλύσεις, πορίσματα και προσωρινοί υπολογισμοί με συγκεκριμένα ποσά. Η σημασία τους εξαρτάται από το περιεχόμενο και το στάδιο της διαδικασίας. Μια αρχική εκτίμηση φορολογικής απώλειας διαφέρει από τον προσωρινό προσδιορισμό φόρου και από την οριστική καταλογιστική πράξη. Ακόμη και η τελευταία μπορεί να αμφισβητηθεί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Χρειάζεται, επίσης, προσοχή στη σχέση του φορολογικού ελέγχου με την ποινική δίωξη. Δεν ισχύει χωρίς εξαιρέσεις ότι πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί ο φορολογικός καταλογισμός. Το άρθρο 81 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει ειδική διαδικασία όταν, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, φορολογικό κακούργημα συρρέει με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης. Στην περίπτωση αυτή, προσωρινός προσδιορισμός φόρου ή προστίμου μπορεί να ενσωματωθεί στη δικογραφία πριν από την υποβολή της για άσκηση δίωξης. Η παρουσίαση μιας υπόθεσης οφείλει επομένως να εξηγεί σε ποιο στάδιο βρίσκεται και σε τι στηρίζονται τα ποσά που ανακοινώνονται.
Από τις συναλλαγές στον καταλογισμό
Η σύγκριση παραγγελιών, αποδείξεων και εισπράξεων βοηθά να εντοπιστούν διαφορές. Τα ταμειακά συστήματα, τα POS και το myDATA προσφέρουν περισσότερα στοιχεία για διασταύρωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε καταγραφή είναι πλήρης ή κάθε ασυμφωνία συνιστά παράβαση.
Στις επιχειρήσεις εστίασης, αρτοποιίας και σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, ο έλεγχος μπορεί να συσχετίσει τις αγορές πρώτων υλών και τα αποθέματα με την παραγωγή και τις πωλήσεις. Οι υπολογισμοί χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη τη φύρα, τις επιστροφές, τις μεταβολές των τιμών και τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης. Διαφορετικά, μια θεωρητική απόδοση παραγωγής κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως πραγματικός τζίρος.
Όποια μέθοδος κι αν χρησιμοποιηθεί, ο καταλογισμός πρέπει να εξηγεί πώς προέκυψε η διαφορά και γιατί απορρίφθηκαν τυχόν αντίθετα στοιχεία ή εξηγήσεις.
Τα μετρητά και η προέλευση της περιουσίας
Η ανεύρεση μετρητών, κοσμημάτων ή άλλων αντικειμένων μεγάλης αξίας μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω έρευνα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της φοροδιαφυγή ή παράνομη προέλευση.
Πρέπει να εξεταστεί σε ποιον ανήκουν τα ευρήματα, πότε αποκτήθηκαν και πώς χρηματοδοτήθηκαν. Παλαιότερα εισοδήματα, πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, κληρονομιές ή δάνεια μπορεί να εξηγούν την προέλευσή τους. Οι εξηγήσεις αυτές ελέγχονται με βάση τα δικαιολογητικά και τη φορολογική μεταχείριση κάθε ποσού.
Ο έλεγχος αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας έχει πάντως αυτοτελές αντικείμενο. Δεν απαιτεί σε κάθε περίπτωση να εντοπιστεί συγκεκριμένη αδήλωτη πώληση. Επίσης, η γνωστή προέλευση ενός ποσού δεν σημαίνει ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι φορολογικές υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτό.
Η εικόνα του βιοτικού επιπέδου ενός προσώπου δεν αρκεί για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα. Χρειάζεται να εξεταστούν τα χρήματα, οι συναλλαγές και τα παραστατικά τους.
Η ευθύνη εταιρειών και προσώπων
Σε ένα επιχειρηματικό δίκτυο, διαφορετικές εταιρείες μπορεί να αναλαμβάνουν τις προμήθειες, την παραγωγή και τις τελικές πωλήσεις. Ο έλεγχος χρειάζεται να κατανοήσει τη συνολική λειτουργία του δικτύου, αλλά ο καταλογισμός πρέπει να αφορά τις συναλλαγές και τις υποχρεώσεις της κάθε εταιρείας. Οι εσωτερικές παραδόσεις πρέπει να διαχωρίζονται από τις πωλήσεις στον τελικό πελάτη, ώστε τα ίδια ποσά να μη μετρηθούν δύο φορές.
Για τα φυσικά πρόσωπα, η έρευνα εξετάζει τόσο την τυπική ιδιότητα, όσο και την πραγματική άσκηση διοίκησης: ποιος αποφάσιζε για τις πληρωμές, ποιος έδινε οδηγίες και ποιος έλεγχε τους λογαριασμούς.
Η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας συνδέεται με συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως προς την ιδιότητα, τον κρίσιμο χρόνο και την υπαιτιότητα. Ο νόμος ορίζει, επίσης, ποιος φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Η ευθύνη για την καταβολή μιας εταιρικής οφειλής δεν συνεπάγεται αυτομάτως ποινική ευθύνη, η οποία εξετάζεται χωριστά.
Φοροδιαφυγή και απάτη σε βάρος του Δημοσίου
Οι δύο όροι συχνά χρησιμοποιούνται μαζί, παρότι η σχέση τους δεν είναι αυτονόητη.
Τα εγκλήματα φοροδιαφυγής ρυθμίζονται από ειδικές διατάξεις. Εξετάζονται η πράξη ή η παράλειψη, η πρόθεση, το είδος του φόρου και, όπου προβλέπονται, τα χρηματικά όρια. Κάθε φορολογική διαφορά ή ανεξόφλητη οφειλή δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη έγκλημα φοροδιαφυγής.
Η απάτη του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα απαιτεί παραπλάνηση που οδηγεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και προκαλεί περιουσιακή βλάβη, με σκοπό παράνομο περιουσιακό όφελος. Για την ειδική μορφή σε βάρος του Δημοσίου και των άλλων φορέων που αναφέρει ο νόμος ισχύουν πρόσθετες προϋποθέσεις.
Όταν η ίδια συμπεριφορά καλύπτεται από ειδική διάταξη περί φοροδιαφυγής, πρέπει να εξεταστεί αν αυτή αποκλείει τη γενική διάταξη περί απάτης. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, αλλά και περιπτώσεις όπου πρόσθετη εγκληματική δραστηριότητα, όφελος ή ζημία δικαιολογούν αυτοτελή αξιολόγηση. Ακόμη και η απατηλή επιστροφή Φ.Π.Α. μπορεί να υπάγεται στην ειδική φορολογική-ποινική διάταξη δεν αποτελεί αυτομάτως και απάτη σε βάρος του ελληνικού δημοσίου.
Η διάκριση επηρεάζει την κατηγορία, τη διαδικασία και την ποινική μεταχείριση. Για να αποδοθούν δύο αυτοτελή αδικήματα, χρειάζεται να προσδιορίζονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν καθένα από αυτά.
Φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων
Η απόκρυψη πραγματικών πωλήσεων μειώνει την εμφανιζόμενη δραστηριότητα μιας επιχείρησης. Η καταχώριση εικονικών εισπράξεων μπορεί, αντίθετα, να χρησιμοποιηθεί για να εμφανιστούν χρήματα εγκληματικής προέλευσης ως νόμιμος τζίρος.
Η διάκριση αυτή καθοδηγεί την έρευνα. Αν οι δηλωμένες πωλήσεις δεν συμβαδίζουν με τις αγορές, την παραγωγή, το προσωπικό ή τη δυναμικότητα των εγκαταστάσεων, πρέπει να διερευνηθεί η αιτία. Η απόκλιση από μόνη της δεν αποδεικνύει ούτε φοροδιαφυγή ούτε νομιμοποίηση εσόδων.
Για τη νομιμοποίηση εσόδων απαιτείται να τεκμηριωθεί η εγκληματική προέλευση της περιουσίας και η συγκεκριμένη πράξη που αποδίδεται στον ελεγχόμενο, μαζί με τις υποκειμενικές προϋποθέσεις του αδικήματος. Το ότι η προέλευση χρημάτων παραμένει άγνωστη δεν αρκεί για να θεωρηθεί εγκληματική.
Φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων μπορεί να συνυπάρχουν στην ίδια υπόθεση. Η απόδειξη της μίας, όμως, δεν υποκαθιστά την απόδειξη της άλλης.
Τι αλλάζει όταν αποκαθίσταται η ζημία
Στις υποθέσεις απάτης, η ικανοποίηση του ζημιωθέντος μπορεί να επηρεάσει ουσιωδώς την ποινική μεταχείριση. Το άρθρο 405 του Ποινικού Κώδικα συνδέει τις συνέπειες με τον χρόνο και τον τρόπο αποκατάστασης της ζημίας.
Η παράγραφος 2 προβλέπει εξάλειψη του αξιοποίνου όταν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου. Η μερική ικανοποίηση έχει την αντίστοιχη συνέπεια μόνο για το μέρος που καλύπτει.
Μετά το σημείο αυτό ισχύουν διαφορετικές ρυθμίσεις. Στα πλημμελήματα, η αποδεδειγμένη καταβολή κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας έως το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή από κάθε ποινή. Στα κακουργήματα, η πλήρης καταβολή εντός της ίδιας προθεσμίας οδηγεί σε μειωμένη ποινή. Αν γίνει μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να επιτρέψει απαλλαγή από κάθε ποινή.
Η εξάλειψη του αξιοποίνου διαφέρει από την απαλλαγή από την ποινή ή τη μείωσή της. Καμία από αυτές τις συνέπειες δεν προκύπτει απλώς και μόνο επειδή μια οφειλή εντάχθηκε σε ρύθμιση. Οι παραπάνω διατάξεις επίσης δεν εφαρμόζονται αυτομάτως στα αυτοτελή εγκλήματα φοροδιαφυγής ούτε υποκαθιστούν τον προσδιορισμό και την είσπραξη των φόρων.
Η δημόσια ενημέρωση όσο η έρευνα συνεχίζεται
Η ενημέρωση για μια οικονομική έρευνα υπηρετεί το δημόσιο ενδιαφέρον όταν αποδίδει με ακρίβεια όσα έχουν διαπιστωθεί και όσα παραμένουν ανοιχτά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν δημοσιοποιούνται ονόματα, ποσά και περιουσιακά ευρήματα. Οι εντυπώσεις που δημιουργούνται στην αρχή μπορεί να παραμείνουν ακόμη και αν η υπόθεση εξελιχθεί διαφορετικά.
Η Οδηγία (ΕΕ) 2016/343, που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4596/2019, απαιτεί από τις δημόσιες αρχές να μην παρουσιάζουν υπόπτους ή κατηγορουμένους ως ενόχους πριν αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο. Επιτρέπει τη δημοσιοποίηση πληροφοριών όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ποινική έρευνα ή το δημόσιο συμφέρον.
Το άρθρο 7 του ν. 4596/2019 προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις του, και δυνατότητα άσκησης αγωγής αποζημίωσης για τη βλάβη που προκαλούν δηλώσεις δημόσιων αρχών οι οποίες προσβάλλουν το τεκμήριο αθωότητας (του άρθρου 6 του άνω νόμου). Η διατύπωση μιας ανακοίνωσης έχει επομένως σημασία και για την προστασία των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων
Στο τέλος του ελέγχου πρέπει να μπορεί να εξηγηθεί ποια παράβαση διαπιστώθηκε, πώς υπολογίστηκε η οφειλή και γιατί ευθύνεται το συγκεκριμένο πρόσωπο. Όσο αυτά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, η δημόσια παρουσίαση της υπόθεσης χρειάζεται να το αποτυπώνει.
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι|+30 210 6009062| www.artion.gr).