Εορταστική η εβδομάδα που πέρασε, ιδιαίτερα για την πόλη της Θεσσαλονίκης, και φυσικά για ολόκληρη την Ελλάδα. Η συμπρωτεύουσα τίμησε τον πολιούχο της, Άγιο Δημήτριο, και γιόρτασε την επέτειο της απελευθέρωσής της, στις 26 Οκτωβρίου 1912. Λίγες ημέρες αργότερα, η 28η Οκτωβρίου μάς έφερε και πάλι στη μνήμη το έπος του 1940, τότε που ένας λαός, χωρίς να υπολογίσει αριθμούς και συσχετισμούς δυνάμεων, ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στον φασισμό.
Δύο ιστορικές ημερομηνίες, που δεν αποτελούν απλώς επετείους, αλλά ζωντανά σημεία αναφοράς της εθνικής μας μνήμης, της ελευθερίας και της συλλογικής μας ταυτότητας. Μέσα σε αυτό το εορταστικό κλίμα, ωστόσο, η οικονομική και επαγγελματική καθημερινότητα συνεχίζει τον δικό της ρυθμό. Η φορολογική επικαιρότητα, οι θεσμικές αλλαγές και οι εκκρεμότητες της οικονομίας δεν γνωρίζουν αργίες. Ας δούμε, λοιπόν, τι μας απασχόλησε την εβδομάδα που πέρασε και τι αναμένεται να μας απασχολήσει εκείνη που έρχεται.
Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος της αναμόρφωσης του κληρονομικού δικαίου είναι η αξιοποίηση των σχολαζουσών κληρονομιών, όχι μόνο ως ζητήματος διαχείρισης περιουσίας, αλλά και ως δυνητικής πηγής δημοσίων εσόδων. Πρόκειται για ένα θέμα με σημαντική οικονομική, κοινωνική και θεσμική διάσταση, το οποίο συνδέεται άμεσα με την αύξηση των αποποιήσεων κληρονομικών μερίδων, την αδυναμία αξιοποίησης σημαντικού αριθμού ακινήτων και την ανάγκη αποτελεσματικότερης προστασίας της δημόσιας περιουσίας.
Ο νέος Ν. 5303/2026 (ΦΕΚ Α΄ 81/22-5-2026), με τίτλο «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις», με ιδιαίτερη μνεία, προβλέπει την περιέλευση της κληρονομίας στο Δημόσιο στο άρθρο 1818 (έκτη τάξη).
Η σχολάζουσα κληρονομία δεν ταυτίζεται με την περιουσία που έχει ήδη περιέλθει στο Δημόσιο. Σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4182/2013 (Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις), πρόκειται για κληρονομία της οποίας ο κληρονόμος είναι άγνωστος, δεν έχει ακόμη εντοπιστεί ή δεν είναι βέβαιο ότι την έχει αποδεχθεί. Επομένως, η σχολάζουσα κληρονομία αποτελεί ένα ενδιάμεσο νομικό και διαχειριστικό καθεστώς, κατά το οποίο απαιτείται η διαφύλαξη, η εξακρίβωση και, ενδεχομένως, η εκκαθάριση της περιουσίας.
Το ισχύον πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε, καθορίζεται κυρίως από τον Ν. 4182/2013, «Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών και Σχολαζουσών Κληρονομιών», ο οποίος αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το προηγούμενο καθεστώς του Ν. 2039/1939 και του Β.Δ. 18.9/20-10-1947. Ειδικότερα, τα άρθρα 61-68 του Ν. 4182/2013 ρυθμίζουν τον χαρακτηρισμό μιας κληρονομίας ως σχολάζουσας, τον διορισμό κηδεμόνα, την προσωρινή διοίκηση και την εκκαθάρισή της. Ο κηδεμόνας αναλαμβάνει την αναζήτηση των περιουσιακών στοιχείων, των οφειλών και των πιθανών κληρονόμων, υποβάλλοντας τις προβλεπόμενες εκθέσεις στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Στο πλαίσιο αυτό, η περιέλευση της κληρονομίας στο Δημόσιο δεν είναι αυτόματη συνέπεια της αποποίησης ενός ή περισσότερων συγγενών. Προϋποθέτει την εξάντληση της νόμιμης σειράς κληρονομικής διαδοχής και τη δικαστική βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος. Το Δημόσιο καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στην τελευταία τάξη, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4182/2013, δεν μπορεί να αποποιηθεί κληρονομία που του έχει επαχθεί εξ αδιαθέτου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση του φαινομένου με τη φορολογία κληρονομιών. Η συνεχής αύξηση των αποποιήσεων, η οποία πλέον αφορά κληρονόμους όλων των συγγενικών τάξεων, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη φορολογική επιβάρυνση. Ωστόσο, το φορολογικό κόστος, σε συνδυασμό με τα υφιστάμενα χρέη, τις οφειλές από ΕΝ.Φ.Ι.Α., τις δαπάνες συντήρησης και την περιορισμένη εμπορευσιμότητα πολλών ακινήτων, διαμορφώνει συχνά ένα οικονομικά ασύμφορο πλαίσιο αποδοχής.
Με βάση τον Ν. 5219/2025 (Κώδικας Φορολογίας Περιουσίας), ο φόρος κληρονομίας προσδιορίζεται ανάλογα με την καθαρή αξία της κληρονομικής μερίδας και τη συγγενική σχέση του δικαιούχου με τον αποβιώσαντα. Στην Α΄ κατηγορία, στην οποία υπάγονται κυρίως σύζυγοι, τέκνα, εγγόνια και γονείς, ισχύει αφορολόγητο όριο 150.000 ευρώ και προοδευτική φορολογική κλίμακα. Για τις υπόλοιπες συγγενικές κατηγορίες τα αφορολόγητα όρια είναι σημαντικά χαμηλότερα και οι συντελεστές υψηλότεροι.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στον φόρο. Η κληρονομική διαδοχή μπορεί να μεταφέρει στους δικαιούχους όχι μόνο περιουσιακά στοιχεία, αλλά και υποχρεώσεις. Έτσι, όταν η πραγματική αξία ενός ακινήτου είναι χαμηλή, η περιουσία είναι εξ αδιαιρέτου ή συνοδεύεται από σημαντικές οφειλές, η αποποίηση μπορεί να αποτελεί την οικονομικά ορθολογική επιλογή. Η αποποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 1845 του νέου Αστικού Κώδικα, πρέπει να γίνει εντός τεσσάρων μηνών από τη γνώση της επαγωγής και του λόγου της, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που συνδέονται με κατοικία ή διαμονή στο εξωτερικό η προθεσμία ανέρχεται σε ένα έτος. Η αποποίηση μεταφέρει την κλήση στον επόμενο δικαιούχο της κληρονομικής διαδοχής. Όταν η διαδικασία επαναλαμβάνεται διαδοχικά από τέκνα, εγγόνια, αδέλφια και λοιπούς συγγενείς, μπορεί τελικά να μην απομείνει ιδιώτης κληρονόμος και να κληθεί το Δημόσιο. Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται και στα διαθέσιμα δικαστικά στοιχεία. Σύμφωνα με απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης στη Βουλή, κατά το διάστημα 2023-2024 (έως 16-12-2024) καταγράφηκαν 67.416 αποποιήσεις στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά. Επισημαίνεται ότι, πρόκειται για το σύνολο των αποποιήσεων στα συγκεκριμένα δικαστήρια και όχι για αποποιήσεις που κατέληξαν κατ' ανάγκη σε σχολάζουσες κληρονομίες (Υπ. Δικαιοσύνης Αρ. Πρωτ. 274/19-12-2024).
Σημαντική εξέλιξη αποτελεί η Υπουργική Απόφαση 37605 ΕΞ 2026 (ΦΕΚ Β΄ 6344/21-10-2026), με την οποία ενισχύεται η διαλειτουργικότητα του πληροφοριακού συστήματος «ΨΥΔΗΠΕΕΚ – Υποσύστημα Κοινωφελών Περιουσιών». Μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας παρέχεται πρόσβαση σε έξι διαδικτυακές υπηρεσίες, που αφορούν:
- τη λήψη ληξιαρχικών πράξεων θανάτου,
- την άντληση πιστοποιητικών και στοιχείων από το Μητρώο Πολιτών,
- την αναζήτηση και λήψη κτηματολογικών εγγραφών προσώπων,
- τη διασταύρωση τραπεζικών λογαριασμών (IBAN) με Α.Φ.Μ.,
- την άντληση στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου και
- την ανάκτηση βασικών στοιχείων ακινήτων από το Περιουσιολόγιο.
Με τον τρόπο αυτό, οι αρμόδιες υπηρεσίες αποκτούν τη δυνατότητα να συνθέτουν πληρέστερη εικόνα της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος, να εντοπίζουν συγγενείς και πιθανούς δικαιούχους και να διερευνούν την ύπαρξη κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου. Πρόκειται για ουσιαστική μετάβαση από την αποσπασματική αναζήτηση στοιχείων σε ένα περισσότερο ολοκληρωμένο σύστημα ψηφιακής διαχείρισης. Η πρόσβαση, βεβαίως, πρέπει να περιορίζεται στους συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς και να διενεργείται με τις εγγυήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Η νέα αυτή δυνατότητα, σε συνδυασμό με την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου με τον Ν. 5303/2026, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ενός χρόνιου προβλήματος, την παραμονή σημαντικών περιουσιακών στοιχείων σε καθεστώς αβεβαιότητας και αδράνειας.
Η πρόκληση για το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι φυσικά να αυξήσει τις περιουσίες που περιέρχονται σε αυτό, αλλά να επιταχύνει τον εντοπισμό τους, να περιορίσει το διοικητικό κόστος διαχείρισης και να εξασφαλίσει την οικονομική αξιοποίησή τους. Ακίνητα που παραμένουν επί χρόνια αναξιοποίητα, τραπεζικές καταθέσεις που δεν αναζητούνται και λοιπά περιουσιακά στοιχεία μπορούν, μετά την ολοκλήρωση των νόμιμων διαδικασιών και την αφαίρεση των σχετικών υποχρεώσεων, να αποτελέσουν πηγή δημόσιου πλούτου και εσόδων. Ωστόσο, η ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί και μια ευρύτερη επανεξέταση της φορολογικής και κληρονομικής πολιτικής. Δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία του κράτους η περιέλευση μιας περιουσίας σε αυτό, όταν η προηγούμενη διαδοχή συγγενών έχει οδηγηθεί σε διαδοχικές αποποιήσεις εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας ή της δυσανάλογης επιβάρυνσης που συνεπάγεται η αποδοχή της.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι διπλό. Αφενός να διασφαλιστεί ότι καμία περιουσία δεν θα παραμένει χωρίς ιδιοκτήτη και διαχείριση και αφετέρου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, ώστε η κληρονομική περιουσία να αποτελεί οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο, αντί να μετατρέπεται σε φορολογικό και διαχειριστικό βάρος για τους πολίτες και, τελικά, σε διοικητική εκκρεμότητα για το Δημόσιο.
Από την ειδησεογραφία της Εβδομάδας που πέρασε, «Πόθεν Έσχες: Η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους καθιερώνεται ως σταθερή καταληκτική προθεσμία υποβολής». Με το άρθρο 5 της τροπολογίας που κατατέθηκε στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Υγείας, με τίτλο «Σύσταση και οργάνωση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ» - Σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας - Σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής - Άσκηση του νοσηλευτικού επαγγέλματος - Γιατροί και νοσηλευτές του Εθνικού Συστήματος Υγείας - Τεχνολογίες υγείας - Φάρμακο και άλλες διατάξεις», τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν.5026/2023 ως εξής:
1. Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 5026/2023 (Α' 45), περί χρόνου υποβολής της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης, οι λέξεις «εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και αποκλειστικά έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Η αρχική Δ.Π.Κ. υποβάλλεται μέσα σε ενενήντα (90) ημερολογιακές ημέρες απάτη δέκατη έκτη (16η) ημέρα του μήνα που έπεται της απόκτησης της ιδιότητας και δεν επηρεάζεται από χρονικά μεταγενέστερη απόκτηση άλλης ιδιότητας, που εμπίπτει στο Κεφάλαιο Β'. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τους υπόχρεους ετησίως, όσο διαρκεί η θητεία της δραστηριότητας ή διατηρείται η ιδιότητα των υπόχρεων και για ένα (1) έτος μετά την απώλεια της ιδιότητας. Ειδικά, για τους υπόχρεους του άρθρου 4, της περ. α) του άρθρου 6 και της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 8, η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται και για τρία (3) έτη μετά την απώλεια της ιδιότητας ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της λήξης της θητείας. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τον ίδιο τον υπόχρεο μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και αποκλειστικά έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.».
2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και για τις ετήσιες Δηλώσεις Περιουσιακής Κατάστασης και Δηλώσεις Οικονομικών Συμφερόντων του έτους 2026 (χρήση 2025).
«ΑΑΔΕ: Έως 13/11 η υποβολή Δηλώσεων Βραχυχρόνιας Διαμονής». Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, Γιώργου Πιτσιλή (Α.1227/2026), μετατίθεται έως και την 13η Νοεμβρίου 2026 η καταληκτική προθεσμία υποβολής των Δηλώσεων Βραχυχρόνιας Διαμονής που αφορούν τον μήνα Σεπτέμβριο 2026.
Η μετάθεση της καταληκτικής προθεσμίας διευκολύνει τους υπόχρεους και τους διαχειριστές ακινήτων που αντιμετώπισαν τεχνικές δυσκολίες κατά την ψηφιακή υποβολή των δηλώσεων, ώστε να ολοκληρώσουν απρόσκοπτα τη διαδικασία υποβολής τους.
Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στην Εξυπηρέτηση Φορολογουμένων της ΑΑΔΕ, my1521:
- Τηλεφωνικά στο 1521, εργάσιμες ημέρες από 7:00 έως 20:00,
- Ψηφιακά μέσω της πλατφόρμας my1521, 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα, επιλέγοντας:
- Θέματα Φορολογίας Εισοδήματος > Φορολογία Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων > Δηλώσεις Μισθωμάτων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων Φυσικών Προσώπων > Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής για Φυσικά Πρόσωπα.
- Θέματα Φορολογίας Εισοδήματος > Φορολογία Εισοδήματος Νομικών Προσώπων > Δηλώσεις Μισθωμάτων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων Νομικών Προσώπων > Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής για Νομικά Πρόσωπα.
«Κατατέθηκε στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο για τη φορολογική μεταχείριση και εποπτεία κρυπτοστοιχείων, τη ρύθμιση των 120 δόσεων, κ.ά.». Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, με τίτλο «Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις - Προστασία συνεπών οφειλετών - Φορολογική μεταχείριση και εποπτεία κρυπτοστοιχείων - Λογιστική μεταρρύθμιση της Γενικής Κυβέρνησης - Ενίσχυση των συλλογικών επενδύσεων και της κεφαλαιαγοράς καθώς και της διαχείρισης κινδύνων και της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος - Ενσωμάτωση των Οδηγιών (ΕΕ) 2024/1619, (ΕΕ) 2024/2994, (ΕΕ) 2024/927, (ΕΕ) 2023/2864, (ΕΕ) 2024/2811 και (ΕΕ) 2024/1640 - Διατάξεις αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους - Συνταξιοδοτική ρύθμιση και λοιπές διατάξεις».
Δείτε αναλυτικά το κατατεθέν σχέδιο νόμου εδώ και την αιτιολογική έκθεση εδώ.
«ΑΑΔΕ - Δήλωση απόδοσης ψηφιακού τέλους συναλλαγής: Οι ενημερωμένες συχνές ερωτήσεις – απαντήσεις». Δημοσιεύθηκε από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων η νέα έκδοση του αρχείου συχνών ερωτήσεων - απαντήσεων για τη δήλωση απόδοσης του ψηφιακού τέλους συναλλαγής.
Δείτε αναλυτικά το νέο αρχείο στην Online Τράπεζα.
Από την αρθρογραφία της Εβδομάδας που πέρασε, κ. Αριστείδης Οντούλης, Λογιστής Ά τάξης, Founder της εταιρείας Ισολογισμός και «Η εταιρεία διαγράφεται, το χρέος μένει: Πότε ο διαχειριστής ΙΚΕ ευθύνεται προσωπικά για φόρους και εισφορές». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Η εταιρεία κλείνει: ποιος εκκαθαρίζει και γιατί έχει σημασία
Στην ατομική επιχείρηση η διακοπή εργασιών στη Δ.Ο.Υ. οδηγεί στη διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. (περ. α της παρ. 1 του άρθρου 28 του Ν. 4919/2022). Στην Ι.Κ.Ε. η σειρά είναι αντίστροφη και στη μέση μπαίνει η εκκαθάριση.
Ποιος εκκαθαρίζει; Ο νόμος έχει μια προεπιλογή που σπάνια συζητείται. Η εκκαθάριση ενεργείται από τον διαχειριστή, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει διαφορετικά ή αν οι εταίροι αποφασίσουν άλλως και οι διατάξεις για τον διαχειριστή εφαρμόζονται αναλόγως στον εκκαθαριστή (παρ. 3 και 4 του άρθρου 104 του Ν. 4072/2012). Το καταστατικό του Θανάση δεν προβλέπει τίποτα, η απόφαση λύσης δεν ορίζει άλλον και ο Θανάσης γίνεται εκκαθαριστής της εταιρείας του, επειδή δεν όρισε κανέναν άλλον, χωρίς να το έχει σκεφτεί ως επιλογή.
Ο εκκαθαριστής υποχρεούται να περατώσει αμελλητί τις εκκρεμείς υποθέσεις, να εξοφλήσει τα χρέη, να εισπράξει τις απαιτήσεις και να ρευστοποιήσει την περιουσία (παρ. 2 του άρθρου 105). Στο τέλος καταρτίζει οικονομικές καταστάσεις περάτωσης, που εγκρίνουν οι εταίροι (παρ. 5) και μεριμνά για την καταχώριση της ολοκλήρωσης στο Γ.Ε.ΜΗ. (παρ. 6). Μέχρι το πέρας της εκκαθάρισης η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει (παρ. 1 του άρθρου 104). Με την περάτωση διαγράφεται, μετά από αίτηση του εκκαθαριστή, εταίρου ή τρίτου με έννομο συμφέρον (παρ. 3 του άρθρου 28 του Ν. 4919/2022). Ακολουθεί η δήλωση διακοπής στη Δ.Ο.Υ., η οποία υποβάλλεται όταν η εταιρεία δεν διαθέτει πια αποθέματα, πάγια ή εμπορεύσιμα. Ως χρόνος διακοπής νομικού προσώπου λαμβάνεται κατά κανόνα ο χρόνος διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. (παρ.1 και περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 2 της Α.1157/2024, όπως ισχύει).
Προσοχή: η διακοπή στη Δ.Ο.Υ. μπορεί να ολοκληρωθεί, ενώ οι φόροι του άρθρου 49 του Κ.Φ.Δ. μένουν απλήρωτοι. Για την ολοκλήρωσή της πρέπει να έχουν υποβληθεί όλες οι φορολογικές δηλώσεις μέχρι τον χρόνο διακοπής (παρ. 3 του άρθρου 2 της Α.1157), αλλά η επαλήθευση των ανεξόφλητων βεβαιωμένων οφειλών αφορά μόνο όσες «δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 του Κ.Φ.Δ.» (παρ. 12.2 του άρθρου 4). Κατά το γράμμα της διάταξης, ο Φ.Π.Α. του Θανάση, που εμπίπτει, δεν εμποδίζει τη διακοπή. Ούτε οι οφειλές στον Ε.Φ.Κ.Α. επηρεάζουν τον χρόνο της (παρ. 1 του άρθρου 6). Το ότι η Δ.Ο.Υ. ολοκληρώνει τη διακοπή δεν σημαίνει ότι ο εκκαθαριστής εκπλήρωσε την υποχρέωση της παρ. 2 του άρθρου 105. Σημαίνει μόνο ότι κανείς δεν τον σταμάτησε.
Το κλείσιμο δεν είναι καν οριστικό. Αν στην εκκαθάριση παραλείφθηκε περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση, η εταιρεία επανεγγράφεται στο Γ.Ε.ΜΗ. με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον και επανέρχεται σε εκκαθάριση. Τα καθήκοντα των τελευταίων εκκαθαριστών αναβιώνουν, και αν δεν τα αναλάβουν άμεσα, αντικαθίστανται κατά την παρ. 3 του άρθρου 786 της ΚΠολΔ (παρ. 4 του άρθρου 28 του Ν. 4919/2022). Την ίδια αναβίωση απαιτεί η Α.1157 όταν εντοπίζονται φορολογικές υποχρεώσεις, ακίνητα ή άλλες ενδείξεις δραστηριότητας σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής (παρ. 3 του άρθρου 5)…».
Ακόμα ένα ολιστικό επί του θέματος και εξαιρετικά τεκμηριωμένο άρθρο του κ. Αριστείδη Οντούλη, το σύνολο του οποίου μπορείτε να το αναγνώσετε μέσω του αρχικού μας συνδέσμου.
Κ. Γιάννης Καρούζος, Δικηγόρος, Εργατολόγος και «Δικαιούται ο εργαζόμενος πρόσθετη αμοιβή για παρεμφερείς εργασίες που του υποδεικνύει ο εργοδότης;». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Κύρια υποχρέωση του εργαζομένου αποτελεί, βάσει του άρ. 648 ΑΚ, η παροχή της εργασίας του στον εργοδότη? η δε αυτή υποχρέωση του εργαζομένου εκτείνεται, και στις παρεμφερείς, με το κύριο αντικείμενο, εργασίες, εφόσον από τη σύμβαση εργασίας δεν προκύπτει ότι έχει συμφωνηθεί εργασία αυστηρά εξειδικευμένου είδους.
Ως παρεμφερής ή συναφής θεωρείται η εργασία εκείνη που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εργασία που συμφωνήθηκε στη σύμβαση, όπως οι προπαρασκευαστικές, συμπληρωματικές ή παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης εργασίες, η παροχή των οποίων δεν αλλοιώνει ουσιαστικά τον χαρακτήρα της συνολικής απασχόλησης. Ο εργοδότης μπορεί να υποδείξει στον εργαζόμενο την εκτέλεση παρεμφερών εργασιών στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος. Ως παρεμφερείς εργασίες έχουν κριθεί, παραδείγματος χάριν, για τον εκπαιδευτικό η συμμετοχή του σε μονοήμερες εκδρομές του σχολείου και για τον επαγγελματία οδηγό αυτοκινήτου η εκτέλεση ελαφριών ελαφρών εργασιών συντήρησης, όπως η αλλαγή λαδιών.
Εφόσον οι εργασίες αυτές εκτελούνται εντός του συμφωνημένου ωραρίου του εργαζομένου, δεν του οφείλεται πρόσθετη αμοιβή, καθώς, κατά την κοινή πείρα και λογική, αποτελούν συστατικό στοιχείο της υποχρέωσης παροχής εργασίας του άρ. 648 ΑΚ? ανήκουν, δηλαδή, στη συμφωνημένη κύρια απασχόληση. Φυσικά, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων του άρ. 361 ΑΚ, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι θα οφείλεται πρόσθετη αμοιβή και για τις συναφείς αυτές εργασίες.
Διάκριση πρέπει, ωστόσο, να γίνει μεταξύ των παρεμφερών και των πρόσθετων εργασιών, καθώς το ως άνω διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη δεν καλύπτει τις «πρόσθετες» εργασίες. Ως πρόσθετες εργασίες νοούνται αυτές που δεν είναι παρεμφερείς, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, με το συμφωνηθέν αντικείμενο εργασίας και, ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος δεν έχει κατ’ αρχήν υποχρέωση να τις παράσχει. Ως πρόσθετη εργασία έχει κριθεί, παραδείγματος χάριν, για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, η εκτέλεση καθηκόντων εισπράκτορα εισιτηρίων, στα δρομολόγια χωρίς εισπράκτορα.
Κατ’ άρθρο 659 ΑΚ, ωστόσο, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από τη θεωρία και νομολογία, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παράσχει προσωρινά την πρόσθετη αυτή εργασία, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών της επιχείρησης, εφόσον η άρνησή του θα προσέκρουε στην «καλή πίστη». Ο εργοδότης δεν μπορεί να απαιτήσει την εκτέλεση της πρόσθετης εργασίας από τον εργαζόμενο κατά τρόπο μόνιμο, εκτός εάν υφίσταται σχετική συμφωνία του τελευταίου, ρητή ή σιωπηρή.
Επισημαίνεται ότι για την πρόσθετη αυτή εργασία, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει και πρόσθετη αμοιβή, η οποία καθορίζεται είτε με συμφωνία των μερών είτε με κανονιστική διάταξη νόμου. Άλλως, σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική συμφωνία ή κανονιστική διάταξη που να ρυθμίζει την αμοιβή, τότε ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο, για την πρόσθετη αυτή εργασία, τον «συνηθισμένο μισθό», κατ’ άρθρο 653 ΑΚ, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται σε άλλους εργαζόμενους που παρέχουν την εργασία αυτή, με τα ίδια καθήκοντα και υπό τις ίδιες συνθήκες. Για τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής για την πρόσθετη εργασία λαμβάνεται υπόψιν, εκτός του είδους της εν λόγω «πρόσθετης» εργασίας, και ο χρόνος απασχόλησης του εργαζομένου με την εργασία αυτή εντός του νομίμου ωραρίου του. Πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη εργασία δεν οφείλεται, σε περίπτωση που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά από τα μέρη ότι η πρόσθετη εργασία θα παρέχεται χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, ή θα καλύπτεται από τον μισθό της κύριας απασχόλησης.
Εν κατακλείδι, η διάκριση μεταξύ παρεμφερών και πρόσθετων εργασιών αποτελεί κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό των ορίων της υποχρέωσης παροχής εργασίας του εργαζομένου. Ενώ οι παρεμφερείς εργασίες εντάσσονται στο συμβατικά συμφωνημένο αντικείμενο και μπορούν να ανατεθούν στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, οι πρόσθετες εργασίες υπερβαίνουν το αντικείμενο αυτό και, κατ’ αρχήν, προϋποθέτουν τη συναίνεση του εργαζομένου, καθώς και αντίστοιχη αμοιβή. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ της οργανωτικής εξουσίας του εργοδότη και της συμβατικής προστασίας του εργαζομένου.».
Δείτε περισσότερα στο www.dikigorosergatologos.gr
Τέλος εργασιακής Εβδομάδας και νέος μήνας από την Κυριακή, στο διάβα του έτους που οδεύει προς το τέλος του. Μέχρι την ώρα που γράφεται η στήλη, δεν έχει υπάρξει ακόμα ανταπόκριση της Ανεξάρτητης Αρχής προς το Ο.Ε.Ε., για να μεταφερθεί στις 31 Δεκεμβρίου η προθεσμία για τη διόρθωση των Κ.Α.Δ.. Ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί έως το τέλος της ημέρας, το θέμα σίγουρα θα μας απασχολήσει για την Εβδομάδα που έρχεται.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αρκετοί επαγγελματίες δεν γνώριζαν καν ποιον Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) είχαν δηλώσει στη φορολογική τους αρχή. Η πανδημία, όμως, και η σύνδεση των Κ.Α.Δ. με τις επιστρεπτέες προκαταβολές και τις λοιπές κρατικές ενισχύσεις ανέδειξαν τη σημασία τους, καθώς μια εσφαλμένη καταχώριση μπορούσε να στερήσει από μια επιχείρηση σημαντικές οικονομικές διευκολύνσεις.
Οι Κ.Α.Δ. δεν αποτελούν απλώς αριθμητικούς προσδιορισμούς επαγγελμάτων. Είναι το σύστημα ταξινόμησης της οικονομικής δραστηριότητας, με σκοπό την ενιαία καταγραφή, στατιστική παρακολούθηση και διοικητική αξιοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Η ιστορική εξέλιξή τους συνδέεται με την ευρωπαϊκή ταξινόμηση NACE, ενώ η προηγούμενη ελληνική ονοματολογία του 2008 βασίστηκε στον Κανονισμό (Ε.Κ.) 1893/2006. Η νέα ταξινόμηση Κ.Α.Δ. 2025, σύμφωνα με την αναθεωρημένη ευρωπαϊκή NACE Rev. 2.1, επιχειρεί να αποτυπώσει τις μεταβολές της οικονομίας και την εμφάνιση νέων δραστηριοτήτων.
Με την απόφαση Α.1003/2026 [Καθορισμός νέας Εθνικής Ονοματολογίας Οικονομικών Δραστηριοτήτων (Κ.Α.Δ. 2025)] καθορίστηκε η νέα ονοματολογία, ενώ με την Α.1004/2026 προσδιορίστηκε η διαδικασία αυτόματης αντιστοίχισης των παλαιών Κ.Α.Δ. 2008 στους νέους, οι οποίοι ισχύουν από την 1η Μαρτίου 2026.
Η αντιστοίχιση πραγματοποιήθηκε κεντρικά από την Α.Α.Δ.Ε., χωρίς προηγούμενη ενέργεια των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η αυτοματοποιημένη διαδικασία δεν απέφυγε τις αστοχίες, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν περιπτώσεις ουσιαστικής αναντιστοιχίας μεταξύ της πραγματικής δραστηριότητας και της νέας μητρώου-εικόνας. Η σημασία του Κ.Α.Δ. είναι ιδιαίτερη, καθώς λαμβάνεται υπόψη από τη φορολογική διοίκηση για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων, την εφαρμογή ειδικών φορολογικών και διοικητικών ρυθμίσεων, αλλά και τη διασταύρωση στοιχείων με άλλες υπηρεσίες.
Με την απόφαση Α.1118/2026 η δυνατότητα διόρθωσης, μεταβολής ή διαγραφής των νέων Κ.Α.Δ. χωρίς πρόστιμο παρατάθηκε έως τις 30 Οκτωβρίου 2026. Ωστόσο, μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας, στις 29 Οκτωβρίου, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, με επιστολή του προέδρου του Κωνσταντίνου Κόλλια προς την Α.Α.Δ.Ε. και την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ζήτησε νέα παράταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Το αίτημα στηρίζεται στα τεχνικά και συστημικά προβλήματα, στις ασάφειες της νέας ονοματολογίας και στον υπερβολικό φόρτο εργασίας των λογιστών-φοροτεχνικών.
Μέχρι την έκδοση σχετικής νέας απόφασης, πάντως, ισχύει ως καταληκτική ημερομηνία η 30ή Οκτωβρίου. Μετά την ημερομηνία αυτή ενεργοποιούνται οι κυρώσεις του άρθρου 53 του Ν. 5104/2024 (Κ.Φ.Δ. - Κωδικοποιημένος σύμφωνα με τον Ν.5303/2026).
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η αντικατάσταση ενός κωδικού αριθμού με έναν άλλον. Είναι η αξιόπιστη αποτύπωση της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, ώστε η ψηφιακή φορολογική διοίκηση να στηρίζεται σε ορθά δεδομένα και να μην επιβαρύνει τις επιχειρήσεις με συνέπειες που απορρέουν από δικές της τεχνικές ή διοικητικές αστοχίες.
Με έναν βροχερό Οκτώβρη να μας αποχαιρετά, σχεδόν σε όλη τη χώρα, βαδίζοντας προς το χειμώνα και στο τέλος και αυτού του χρόνου, για το διήμερο προσωπικής αποσυμπίεσης που ακολουθεί, σας ευχόμαστε ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ και ΚΑΛΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ.