07/09/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Artion - Σχολιασμός Νομολογίας

ΣτΕ 2433/2025: Προϋποθέσεις άρσης αυτοτέλειας νομικού προσώπου μητρικής για οφειλές θυγατρικής

Η άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου μητρικής για οφειλές θυγατρικής εταιρείας προϋποθέτει απόδειξη ότι η θυγατρική χρησιμοποιήθηκε ως «όχημα» φοροδιαφυγής και δεν αρκεί η απλή διαπίστωση ότι πρόκειται για συνδεδεμένες εταιρείες

Η εν λόγω υπόθεση αφορά την επιστροφή πιστωτικών υπολοίπων ΦΠΑ χρήσεων 2007 και 2008, συνολικού ύψους 1.031.887,80 ευρώ, σε θυγατρική ανώνυμη εταιρεία. Η μητρική της εταιρεία, η οποία κατείχε το 99,9% των μετοχών, είχε πολύ υψηλές βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο και τελούσε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Το βασικό νομικό ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν το Δημόσιο μπορούσε να συμψηφίσει την απαίτηση της θυγατρικής για επιστροφή ΦΠΑ με τις οφειλές της μητρικής, μέσω άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας των δύο εταιρειών.

Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, με την 79/2018 απόφαση, δέχθηκε ότι έπρεπε να αρθεί η αυτοτέλεια των νομικών προσώπων, επειδή η μητρική κατείχε σχεδόν το σύνολο των μετοχών της θυγατρικής και οι εταιρείες ήταν συνδεδεμένες. Έκρινε, επομένως, ότι υπήρχε αμοιβαιότητα των απαιτήσεων και ότι μπορούσε να διενεργηθεί συμψηφισμός. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η θυγατρική δικαιούταν την επιστροφή του ΦΠΑ νομιμοτόκως.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η αιτιολογία του Διοικητικού Εφετείου ήταν μη νόμιμη.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι για τον συμψηφισμό κατά το άρθρο 83 ΚΕΔΕ απαιτείται αμοιβαιότητα των απαιτήσεων: ο οφειλέτης της μίας απαίτησης πρέπει να είναι συγχρόνως δανειστής της άλλης. Κανονικά, όμως, θυγατρική και μητρική εταιρεία αποτελούν διαφορετικά νομικά πρόσωπα, με αυτοτελή περιουσία και αυτοτελείς υποχρεώσεις.

Η αυτοτέλεια της θυγατρικής μπορεί να παραμεριστεί μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν αποδεικνύεται ότι:

  • η επίκληση της χωριστής νομικής προσωπικότητας είναι καταχρηστική και
  • ο κυρίαρχος μέτοχος χρησιμοποίησε σκοπίμως τη θυγατρική εταιρεία για να καταστρατηγήσει τον νόμο ή να αποφύγει τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του.

Αντίθετα, δεν αρκούν από μόνα τους:

  • η κατοχή του 99,9% ή ακόμη και του συνόλου των μετοχών,
  • η ύπαρξη σχέσης μητρικής–θυγατρικής,
  • ο χαρακτηρισμός των επιχειρήσεων ως συνδεδεμένων,
  • το μεγάλο ύψος των χρεών της μητρικής προς το Δημόσιο,
  • η ιδιότητά τους ως δημόσιων επιχειρήσεων.

Το Διοικητικό Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά στη μετοχική και οργανωτική σύνδεση, χωρίς να ερευνήσει εάν η μητρική χρησιμοποίησε σκοπίμως τη νομική προσωπικότητα της θυγατρικής για καταστρατήγηση των υποχρεώσεών της. Για τον λόγο αυτό, η κρίση του περί άρσης της εταιρικής αυτοτέλειας και ύπαρξης αμοιβαιότητας κρίθηκε πλημμελώς αιτιολογημένη και μη νόμιμη και ανέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση, προκειμένου να εξεταστεί εάν υπήρξε καταχρηστική χρήση της θυγατρικής από τη μητρική με σκοπό την καταστρατήγηση των υποχρεώσεων της τελευταίας.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:


Αριθμός 2433/2025

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2023, με την εξής σύνθεση: Κωνσταντίνος Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βικτωρία Πλαπούτα, Αγορίτσα Σδράκα, Σύμβουλοι, Ιωάννης Ρόκας, Δημήτριος Ζιαμπάρας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.

Α) Για να δικάσει την από 23 Απριλίου 2018 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..........", που εδρεύει στο ......... ........., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ......... (.........), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,

κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με …………., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 79/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Β) Για να δικάσει την από 30 Απριλίου 2018 αίτηση:

της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τον ………….., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..........", που εδρεύει στο ......... ........., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ......... (.........), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Αρχή επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 79/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Αγορίτσας Σδράκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε: α) τον εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως, και β) τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Αρχής, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της πρώτης εκ των κρινόμενων αιτήσεων καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου ........./19.6.2018). Για την άσκηση της δεύτερης εκ των κρινόμενων αιτήσεων δεν απαιτείται, κατά νόμο, η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με τις κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση της 79/2018 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, κατόπιν αποδοχής προσφυγής της αναιρεσείουσας στην πρώτη κρινόμενη αίτηση και αναιρεσίβλητης στην δεύτερη εταιρείας, ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη της ........./3.4.2013 αιτήσεως της εταιρείας αυτής προς την Δ.Ο.Υ. ......... περί επιστροφής ποσών πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. χρήσεων 2007 και 2008 ύψους 603.951,36 και 427.936,44 ευρώ, αντιστοίχως.

3. Επειδή, οι δύο κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις, στρεφόμενες κατά της αυτής αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνεκδικάζονται ως συναφείς (πρβλ. ΣτΕ 141/2015 σκ. 3).

4. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις υπάγονται ως εκ του χρόνου ασκήσεώς τους (22.2.2017 και 4.5.2018 αντιστοίχως) στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ.18/1989 (Α 8) όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213) και το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α' 240). Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την παρ. 3 άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α', 8), να προβάλλεται από τον διάδικο με το εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ουσιώδες για την επίλυση της ένδικης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται εκ νέου της υποθέσεως ύστερα από προηγούμενη αναιρετική απόφασή του. Στην περίπτωση αυτή, για τη θεμελίωση του παραδεκτού της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν αρκεί να προβάλλει, ως λόγο αναιρέσεως, την μη συμμόρφωση του δικάσαντος δικαστηρίου προς την αναιρετική απόφαση, αλλά πρέπει να προβάλει ειδικώς ότι η αίτησή του είναι παραδεκτή λόγω αντιθέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την ως άνω αναιρετική απόφαση για το ίδιο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση αυτής, η αντίθεση δε αυτή πρέπει να προβάλλεται ως αντίθεση προς τη νομολογία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 1459/2021, ΣτΕ 897/2018, ΣτΕ 2276/2018, ΣτΕ 2581/2018, 1609-1612/2016 κ.ά.).

5. Επειδή, εν προκειμένω, το ποσό της επίδικης φορολογικής διαφοράς, που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την πρώτη εκ των κρινομένων αιτήσεων, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, ως προς την δεύτερη κρινόμενη αίτηση, το ποσό της ένδικης διαφοράς, είναι, επίσης, ανώτερο των 40.000 ευρώ (βλ. το επισυναπτόμενο στην αίτηση σημείωμα της φορολογικής αρχής, σύμφωνα με το οποίο το ποσό της ένδικης διαφοράς είναι ίσο με 156.018,42 ευρώ).

6. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία συστάθηκε το έτος 1991. Το καταστατικό της καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών στις 11.2.1991, και περίληψη αυτού δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 377/14.2.1991, Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Σύμφωνα με το καταστατικό, η ως άνω ανώνυμη εταιρεία διατηρεί την έδρα της στο Δήμο .............. Αττικής και είχε, κατά τις ένδικες χρήσεις, ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών μετάδοσης δεδομένων και μηνυμάτων, ειδικότερα δε, εκτός των άλλων, σκοπός της επιχείρησης αυτής είναι η προώθηση, ανάπτυξη, αξιοποίηση παροχών και αποκλειστική διανομή στην ελληνική αγορά και την Κύπρο, μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων και με την χρησιμοποίηση του δικτύου του ........., αξιόπιστων τρεχουσών και χρήσιμων πληροφοριών σε προσιτές τιμές σχετικώς: α) με τα προϊόντα των αεροπορικών εταιρειών και συγκεκριμένα κρατήσεις θέσεων, δρομολόγια, τιμές εισιτηρίων και γενικές αεροπορικές πληροφορίες, β) με τα προϊόντα άλλων συναφών φορέων παροχής τουριστικών, ταξιδιωτικών, πολιτιστικών υπηρεσιών και φορέων σχετικών με ξενοδοχεία, εκδρομές, κρουαζιέρες κλπ. και γ) με την παροχή και διανομή των παραπάνω προϊόντων και υπηρεσιών απευθείας σε ενδιαφερομένους ή μέσω πρακτορείων και ταξιδιωτικών γραφείων. Η αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρεία για την παρακολούθηση των εργασιών της, κατά τις κρίσιμες χρήσεις, τήρησε βιβλία τρίτης (Γ') κατηγορίας του Κ.Β.Σ. και, κατά τις ένδικες διαχειριστικές περιόδους, το μετοχικό κεφάλαιό της ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 4.849.917,93 ευρώ, διηρημένο σε 1.056.627 μετοχές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών (ΦΕΚ ...../......2005, Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ, περαιτέρω, το μετοχικό της κεφάλαιο αυξήθηκε στο ποσό των 5.284.402,74 ευρώ, διηρημένο σε 1.151.286 μη εισηγμένες μετοχές (ΦΕΚ ....../......2011, Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Σύμφωνα δε με το μετοχολόγιο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας (πράξη θεώρησης ........./2011 της Δ.Ο.Υ. .........) μέτοχοι της εταιρείας αυτής είναι οι εταιρείες .........αιρεσίβλητης εταιρείας (ποσοστό 99,9% του συνόλου των μετοχών), και ........., κάτοχος 3 μετοχών της αναιρεσείουσας/αναιρεσίβλητης εταιρείας (ποσοστό 0,01% του συνόλου των μετοχών). Η ως άνω συνδεδεμένη με την αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρεία και μέτοχος αυτής (μητρική) επιχείρηση ......... έχει τεθεί, κατόπιν αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 14α του ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε στον προαναφερθέντα νόμο με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3710/2008, με την 5716/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2.10.2009. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση 5716/2009, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία .........Κ Α.Ε. και ΕΠΕ ...../......2004) αποτελούσε δημόσια επιχείρηση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, ενέπιπτε στις διατάξεις αυτές, καθόσον η εν λόγω εταιρεία ανήκε εξ ολοκλήρου στο ......... Δημόσιο, το οποίο ήταν ο μοναδικός μέτοχος έχοντας στην αποκλειστική του κυριότητα, κατά ποσοστό 100%, το μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας. Η αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρεία υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ......... τις ........./22.5.2008 και ........./26.5.2009 αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησε την επιστροφή των πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α., όπως αυτά προέκυπταν με βάση τις κατατεθείσες στη φορολογική αρχή δηλώσεις αυτής περί απόδοσης Φ.Π.Α. για τις αντίστοιχες διαχειριστικές περιόδους από 1.1.2007 έως 31.12.2007 και από 1.1.2008 έως 31.12.2008. Επί των αιτήσεων αυτών η αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν έλαβε απάντηση και, περαιτέρω, η ίδια εταιρεία υπέβαλε στην ως άνω φορολογική αρχή την ........./3.4.2013 αίτηση, με την οποία ζήτησε εκ νέου να της επιστραφούν τα ως άνω πιστωτικά υπόλοιπα Φ.Π.Α. Έπειτα από την άπρακτη παρέλευση τριμήνου, η εταιρεία άσκησε, την από 4.7.2013, κατατεθείσα στις 30.7.3013, ενώπιον του δικάσαντος εφετείου προσφυγή κατά της σιωπηρής απόρριψης της ως άνω από 3.4.2013 αίτησής της. Στην συνέχεια διενεργήθηκε προσωρινός έλεγχος απόδοσης Φ.Π.Α., για τις διαπιστώσεις του οποίου συντάχθηκε [μετά την άσκηση της προσφυγής στις 30.7.2013] η από 26.9.2013 έκθεση ελέγχου του αρμόδιου ελεγκτή της Δ.Ο.Υ. ........., κατ’ άρθρο 50 του ν. 2859/2000. Με την ως άνω έκθεση προσωρινού ελέγχου Φ.Π.Α., αφού διαπιστώθηκε, εκτός των άλλων, ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν έχει βεβαιωμένες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές και δεν έχουν εκδοθεί σε βάρος της αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ., ούτε υφίστανται δελτία πληροφοριών σχετικώς με παραβάσεις αυτής ή τυχόν κατασχεμένα στοιχεία που να την αφορούν, καθώς και ότι δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή το δικαίωμά της για επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. των χρήσεων 2007 και 2008 που δεν μεταφέρθηκε από αυτήν προς έκπτωση σε επόμενες διαχειριστικές περιόδους, προτάθηκε η επιστροφή στην αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρεία των πιστωτικών υπολοίπων καθεμίας από τις ένδικης χρήσεις, όπως αυτά προσδιορίστηκαν από τον φορολογικό έλεγχο. Ειδικότερα, τα σχετικά πιστωτικά υπόλοιπα φόρου που προέκυψαν για τις ως άνω χρήσεις, κατά την έκθεση ελέγχου, έχουν ως αιτιολογική βάση την τιμολόγηση των παρασχεθεισών βάσει συμβάσεως υπηρεσιών της αναιρεσείουσας/ αναιρεσίβλητης εταιρείας προς την αλλοδαπή εταιρεία ......... για τα έτη 2007 και 2008, υπηρεσίες για τις οποίες κρίθηκε, κατ’ άρθρο 14 του ν. 2859/2000, ότι παρασχέθηκαν στο εξωτερικό. Με βάση την ως άνω έκθεση ελέγχου ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ......... εξέδωσε για τις ένδικες χρήσεις, τις ........./23.8.2013 και ........./23.8.2013 πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α., με τις οποίες καθορίστηκαν τα επιστρεπτέα πιστωτικά υπόλοιπα του φόρου σε 603.951,36 ευρώ και 427.936,44 ευρώ αντίστοιχα και, στη συνέχεια, τις ......... και ......... αντίστοιχες, κατά χρήση, αποφάσεις, με τις οποίες ενέκρινε την επιστροφή στην προσφεύγουσα εταιρεία του 100% των ως άνω πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α. Επίσης, στις 26.8.2013 εκδόθηκαν από το αρμόδιο τμήμα Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ......... τα αντίστοιχα ατομικά φύλλα έκπτωσης (Α.Φ.ΕΚ.) για το ποσό των 427.936,44 ευρώ. Εν τω μεταξύ, η Φορολογική Αρχή είχε αποστείλει στη Διεύθυνση Πολιτικής Εισπράξεων (Τμήμα Α') του Υπουργείου Οικονομικών και ταυτόχρονα προς την Οικονομική Επιθεώρηση Πειραιά, το ........./10.9.2013 έγγραφο, με το οποίο ζήτησε να της γνωστοποιηθεί, εάν υφίσταται κατά νόμο η δυνατότητα συμψηφισμού των επιστρεπτέων υπολοίπων Φ.Π.Α. της αναιρεσείουσας/ αναιρεσίβλητης εταιρείας με υφιστάμενες οφειλές (ύψους 931.481.159,86 ευρώ και 36.207.761,25 ευρώ αντίστοιχα) των εταιρειών ......... και .........ν τους αποκλειστικούς μετόχους της κατά ποσοστό 99,9% και 0,01% αντίστοιχα και έχουν τις ως άνω βεβαιωμένες οφειλές προς το ......... Δημόσιο. Επί του ως άνω ερωτήματος απεστάλη στη Δ.Ο.Υ. ......... το ΔΠΕΙΣ Α 1188561/ΕΞ 2013/9.12.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτικής Εισπράξεων (Τμήμα Α' και Γ') του Υπουργείου Οικονομικών, με το οποίο δόθηκε αρνητική απάντηση, λόγω έλλειψης αμοιβαιότητας των απαιτήσεων, δηλαδή με το σκεπτικό, ότι ο οφειλέτης του χρέους δεν είναι δανειστής της απαίτησης έναντι του Δημοσίου. Κατόπιν τούτου, η Δ.Ο.Υ. ......... απέστειλε προς τη Διεύθυνση Ελέγχων και προς την Οικονομική Επιθεώρηση Πειραιώς το ......... έγγραφο και προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το ......... έγγραφο, επαναφέροντας τα ανωτέρω ερωτήματα. Ακολούθως, η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών υπέβαλε προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το ΔΠΕΙΣ Α 1075640/12.5.2014 έγγραφο, με θέμα «Υποβολή ερωτήματος για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό απαιτήσεων ανώνυμης εταιρείας με οφειλές επιχείρησης συνδεδεμένης με αυτή», στο οποίο διατύπωσε ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα συμψηφισμού στην συγκεκριμένη περίπτωση. Μεταξύ των στοιχείων της δικογραφίας, όπως βεβαιώνεται με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν υπήρξε έγγραφο σχετικό με απαντήσεις επί των ανωτέρω ζητημάτων. Με την από 30.7.2013 προσφυγή, η αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρεία αμφισβήτησε τη νομιμότητα της προσβληθείσας σιωπηρής αρνητικής πράξης και ζήτησε να ακυρωθεί αυτή και να υποχρεωθεί το ......... Δημόσιο να της επιστρέψει, νομιμοτόκως, τα προαναφερόμενα πιστωτικά υπόλοιπα Φ.Π.Α., συνολικού ύψους 1.031.887,80 ευρώ. Ειδικότερα, με την προσφυγή, η εταιρεία υποστήριξε, ότι, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της για επιστροφή των ως άνω πιστωτικών υπολοίπων φόρων των χρήσεων 2007 και 2008, ο σχετικός έλεγχος της φορολογικής αρχής επί των υποβληθέντων αρχικών αιτημάτων της εταιρείας άργησε να ολοκληρωθεί, ότι η φορολογική αρχή δεν τήρησε τις προβλεπόμενες για την επιστροφή Φ.Π.Α. διαδικασίες που καθιερώνονται με τις διατάξεις των παραγράφων 2.4 και 2.5 του Παραρτήματος V2 του ν. 4046/2012 και τις εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών ΠΟΛ.1058/2013, που αφορά τον καθορισμό της διαδικασίας αποπληρωμής των εκκαθαρισμένων ή μη εκκρεμών επιστροφών φόρου (tax refund arrears) στους δικαιούχους, και Δ14Α/1049953/ΕΞ 20.3.2013, η οποία αναφέρεται στη διαδικασία διεκπεραίωσης εκκρεμών αιτήσεων επιστροφής φόρου σε δικαιούχους, ότι με την ένδικη σιωπηρή άρνηση ικανοποιήσεως του αιτήματός της παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 34 του Κώδικα περί Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) και 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί ίσης κατανομής των φορολογικών βαρών, ότι με βάση τις καταργηθείσες διατάξεις του άρθρου 5 της 1060481/ΠΟΛ.1073/2004 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, θα έπρεπε να της έχει καταβληθεί εντός μηνός από την υποβολή των αρχικών αιτήσεών της το 90% του επιστρεπτέου φόρου, ότι η τοκοφορία της απαιτήσεώς της θεμελιώνεται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 25 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος, ότι το δικαίωμά της για καταβολή τόκων υπερημερίας αρχίζει από την υποβολή του σχετικού αιτήματός της για επιστροφή του φόρου και ότι τυχόν διαφορετική νομική εκδοχή για την έναρξη της τοκογονίας εν προκειμένω αντίκειται στην κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και στην καθιερούμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχή της αναλογικότητας, και τέλος ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση το δικαίωμά της για επιστροφή των ως άνω πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α. δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή, δεδομένου ότι η σχετική προθεσμία για την παραγραφή είναι πενταετής. Εξάλλου, το ......... Δημόσιο, με την έκθεση των απόψεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ........., ισχυρίσθηκε, ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, διότι στην εξεταζόμενη περίπτωση τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες κατά τις ισχύουσες διατάξεις διαδικασίες για την επιστροφή του ένδικου φόρου. Επίσης, με την ως άνω έκθεση (σελ. 24) προβλήθηκε ότι «προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του δημοσίου, έγινε και όλη η ως άνω αλληλογραφία, προκειμένου να μας γνωρίσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους το αν είναι σύννομος ο συμψηφισμός των ως άνω ποσών με υφιστάμενα χρέη της “.........” … και της “..........” ...». Τέλος, το ......... Δημόσιο ζήτησε να απορριφθούν οι λόγοι περί καταλογισμού τόκων.

7. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, επιληφθέν της ως άνω προσφυγής, με την ........./2015 απόφασή του (εν μέρει οριστική και εν μέρει αναβλητική), κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, διατύπωσε προς το Συμβούλιο της Επικρατείας τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «α) Εάν, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, επιτρέπεται κατά τον κρίσιμο στην εξεταζόμενη περίπτωση χρόνο, ο συμψηφισμός απαιτήσεων δικαιούχων επιχειρήσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για επιστροφή φόρου προστιθέμενης αξίας με βεβαιωμένα χρέη προς το ......... Δημόσιο, προερχόμενα από φόρους ή τυχόν άλλα έσοδα αυτού, της συνδεδεμένης με τη δικαιούχο θυγατρική επιχείρηση άλλης μητρικής επιχείρησης, η οποία τυγχάνει να είναι η βασική μέτοχος της πρώτης, λόγω κατοχής της συντριπτικής πλειοψηφίας του συνόλου των μετοχών της δικαιούχου εταιρίας. β) Εάν (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα) κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, επιτρέπεται τουλάχιστον στη φορολογική αρχή να συμψηφίζει τα επιστρεπτέα στις δικαιούχες θυγατρικές επιχειρήσεις πιστωτικά υπόλοιπα φόρου προστιθέμενης αξίας με βεβαιωμένα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου χρέη της μητρικής εταιρείας, που είναι βασική μέτοχος της πρώτης και διαθέτει την ως άνω αυξημένη πλειοψηφία επί του συνόλου των μετοχών της θυγατρικής εταιρείας, όταν το συνολικό χρέος της μητρικής εταιρείας προς το Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 950.000.000 ευρώ και γ) εάν (σε περίπτωση καταφατικής απάντησης είτε στο πρώτο είτε στο δεύτερο ερώτημα) αποκλείεται ο συμψηφισμός των ως άνω αμοιβαίων απαιτήσεων και ανταπαιτήσεων κατ’ άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, στην ειδική περίπτωση κατά την οποία η μητρική επιχείρηση αποτελεί δημόσια επιχείρηση, υπαγόμενη στις διατάξεις του σχετικού ν. 3429/2005, η οποία, κατόπιν αποφάσεως του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, έχει τεθεί και τελεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως κατ’ άρθρο 14α του ως άνω νόμου, η υπαγωγή στο οποίο συνεπάγεται την ένταξη τέτοιας επιχείρησης σε ειδικό καθεστώς προκειμένου να εκκαθαρισθούν και εξοφληθούν οι κάθε είδους οφειλές της».

8. Επειδή, με την 3716/2015 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Β' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν τα εξής: «7. Επειδή, κατ’ εκτίμηση των προαναφερόμενων στοιχείων του φακέλου, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά δέχθηκε ότι “[...] η αιτιολογία της προσβαλλόμενης σιωπηρής απόρριψης του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρίας για άμεση καταβολή του επιστρεπτέου σ’ αυτή φόρου στηρίζεται προφανώς στην άποψη τελικά της διάδικης φορολογικής αρχής για την κατά το νόμο ύπαρξη δυνατότητας συμψηφισμού των ένδικων απαιτήσεων για επιστροφή Φ.Π.Α. στην προσφεύγουσα, ως εταιρία θυγατρική της βασικής της μετόχου εταιρείας ‘.........’, με χρέη της τελευταίας […]” και, ενόψει της παραδοχής αυτής, προέβη στη διατύπωση και αποστολή προς το Συμβούλιο της Επικρατείας των προεκτεθέντων προδικαστικών ερωτημάτων. Ωστόσο, η Διοίκηση, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, έχει εγκρίνει την επιστροφή στην προσφεύγουσα του συνολικού ποσού των πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α. που η τελευταία ζήτησε, για τις χρήσεις 2007 και 2008, δεν έχει εκδώσει ρητή πράξη σχετικά με τη διενέργεια συμψηφισμού, κατ’ άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, από την οποία να προκύπτει αντίστοιχη αιτιολογία (αναγόμενη, δηλαδή, στη διενέργεια συμψηφισμού) άρνησής της για καταβολή στην προσφεύγουσα του επίμαχου ποσού, αλλά απλώς φαίνεται να εξετάζει τη νομιμότητα ενδεχόμενης έκδοσης τέτοιας πράξης, την οποία βέβαια δεν έχει εξουσία να κρίνει το Διοικητικό Εφετείο, διότι θα επρόκειτο περί άσκησης γνωμοδοτικής λειτουργίας και όχι δικαιοδοτικού έργου. Συνεπώς, δεν τεκμηριώνεται, ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι λυσιτελή για την επίλυση της παρούσας διαφοράς και, συνακόλουθα, αυτά κρίνονται απαράδεκτα, [...] 8. Επειδή, κατόπιν τούτου, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, για την περαιτέρω εκδίκασή της”. Ενόψει τούτων, με την ως άνω απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι έπρεπε να απέχει της απαντήσεως στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, παρέπεμψε δε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά. Το δικάσαν Διοικητικό Eφετείο, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν της ως άνω αναπομπής της από το Συμβούλιο της Επικρατείας, παρέθεσε κατά περιεχόμενο στην μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψεις 3 έως 7 αυτής) τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 8 παρ. 1 & 3, 30 παρ. 1 & 2 περ. α, 34 παρ. 1 περ. α', γ' & 7 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Κώδικα Φ.Π.Α. - ν. 2859/2000, Α' 248) και 39 παρ. 9 του ν. 3943/2011 (Α' 66), τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 της αποφάσεως 1060481/4643/810/Α0014/ΠΟΛ.1073/2004 (Β' 1564) του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αυτές των άρθρων 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920 (Α' 144), 39 παρ. 2 του ν. 2238/1994 (Α' 151), όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 64 παρ. 3Α του ν. 4170/2013 (Α' 163), τις διατάξεις των άρθρων 1 και 14Α του ν. 3429/2005 (Α' 314), του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974, Α' 90), του Παραρτήματος V2 του ν. 4046/2012 (Α' 28), της ΠΟΛ.1090/2012 (απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών περί της διαδικασίας επιστροφής Φ.Π.Α. προς τις επιχειρήσεις ή επιτηδευματίες, Β' 1146), της ΠΟΛ.1067/2013 (απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, Β' 775) και τέλος, του άρθρου 48 παρ. 2 του ν. 4174/2013 (Α' 170), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 παρ. 15 του ν. 4223/2013 (Α' 287). Έκρινε δε ότι, από τις ανωτέρω διατάξεις και από τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν, συνάγονται τα ακόλουθα: «Η προσφεύγουσα εταιρεία και η εταιρεία “..........” είναι ανώνυμες εταιρείες συνδεδεμένες με την “.........άρθρου 42ε παρ. 5 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ειδικότερα δε η προσφεύγουσα εταιρεία τελεί σε σχέση θυγατρικής-μητρικής με την “.........ο μετοχικό κεφάλαιο της προσφεύγουσας εταιρείας με ποσοστό 99,9%. Δεδομένου δε, ότι η τελευταία είναι δημόσια επιχείρηση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005, τόσο η προσφεύγουσα εταιρεία όσο και η εταιρεία “..........” είναι, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 3429/2005, και αυτές δημόσιες επιχειρήσεις του νόμου αυτού (εμπίπτουσες στον κατ’ άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3310/2005 ευρύτερο δημόσιο τομέα). Περαιτέρω, ο όρος “συνδεδεμένες επιχειρήσεις” χρησιμοποιείται με την ευκαιρία της θέσπισης ειδικών διατάξεων για ορισμένα στοιχεία του ισολογισμού και του λογαριασμού “αποτελέσματα χρήσης” (άρθρο 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920) και της ρύθμισης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σε περίπτωση μητρικής και θυγατρικής (άρθρα 90-106 κ.ν. 2190/1920). Οι προαναφερθείσες διατάξεις θεσμοθετήθηκαν προκειμένου να προσαρμοσθεί η εθνική νομοθεσία προς την Έβδομη Εταιρική Οδηγία της Κοινότητας (83/349/ΕΟΚ), η οποία αναφέρεται στους ενοποιημένους λογαριασμούς, με επιδίωξη την προστασία των δανειστών και των μετόχων της εταιρείας. Ο διαχωρισμός, ωστόσο, μεταξύ μητρικής και θυγατρικής, αλλά και του αυτοτελούς νομικού προσώπου των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, ενόψει της λειτουργίας τους και του σκοπού τους, δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε με βάση τις γενικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την αρχή της καλής πίστεως στις συναλλαγές (ΑΚ 281, 288, 200) είτε με βάση ειδικές διατάξεις (Α.Π. 2/2013). Ως αποτέλεσμα αίρεται η αυτοτέλεια (ο μανδύας) των νομικών προσώπων (μητρικής και θυγατρικής και εν γένει των συνδεδεμένων μεταξύ τους εταιρειών) και θεωρούνται πλέον ως μία νομική ενότητα και τούτο χάριν της προστασίας των δανειστών … Η αρχή δε αυτή ισχύει και στις δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχέση με το Δημόσιο (το οποίο έχει την αποκλειστική ή πλειoψηφούσα συμμετοχή σ’ αυτές) το οποίο δεν ταυτίζεται με το νομικό πρόσωπο των δημοσίων επιχειρήσεων, ώστε να μπορεί να αντιταχθεί συμψηφισμός από φόρους … Στην υπό κρίση υπόθεση, ενόψει του ότι η μητρική εταιρεία (.........) οφειλέτης του Δημοσίου, κατέχει σχεδόν το σύνολο των μετοχών της προσφεύγουσας θυγατρικής εταιρείας - δανειστή του Δημοσίου, ώστε η συμμετοχή της μητρικής συνδέεται με την ύπαρξη της προσφεύγουσας εταιρείας, αλλά και δεδομένου, ότι και οι τρεις εταιρείες είναι μεταξύ τους συνδεδεμένες, όπως προαναφέρθηκε, (έχουσες την ιδιότητα του δανειστή του Δημοσίου η προσφεύγουσα εταιρεία, του οφειλέτη του Δημοσίου “η ..........” καθώς και η “..........”), είναι επιβεβλημένη η άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, με συνέπεια να συμπίπτουν οφειλέτης και δανειστής του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, όπως έχει γίνει δεκτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 2164/2012) με τον συμψηφισμό δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τους οικείους νομίμους τίτλους, αλλά αποσβένυνται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις με συνυπολογισμό που υποκαθιστά την καταβολή των οφειλών, και για τον συμψηφισμό αρκεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, δηλαδή να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση και να είναι προσδιορισμένες κατά το ποσό και την αιτία τους και να αποδεικνύονται δεόντως. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός, ότι η μητρική εταιρεία “..........” τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του Ν. 3429/2005 με την απόφαση 5716/2009 του Εφετείου Αθηνών και από τη δημοσίευσή της και μέχρι την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης “απαγορεύεται κάθε μέτρο, εκκρεμές ή όχι, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της” χωρεί συμψηφισμός από μέρους του Δημοσίου με τα δικαιούμενα επίδικα προς επιστροφή ποσά ΦΠΑ της προσφεύγουσας θυγατρικής εταιρείας, ο οποίος δεν εντάσσεται στα ανωτέρω απαγορευτικά μέτρα. Μετά τα ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ναι μεν η προσφεύγουσα εταιρεία, δικαιούται και μάλιστα εντόκως, της επιστροφής ΦΠΑ ετών 2007 και 2008 συνολικού ποσού 1.031.887,80 ευρώ, σύμφωνα με τις εκδοθείσες περί τούτου φορολογικές πράξεις, και, υπό την άποψη αυτή, είναι μη νόμιμη η τεκμαιρόμενη απόρριψη της Φορολογικής Διοίκησης και πρέπει να ακυρωθεί. Περαιτέρω, όμως, ενόψει της διερεύνησης περί της δυνατότητας διενέργειας συμψηφισμού που προβάλλεται από το ......... Δημόσιο και, κατά τα κριθέντα από το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 3716/2015, το ......... Δημόσιο (κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του Αναιρετικού Δικαστηρίου) δεν είχε εκδώσει ρητή πράξη σχετικά με τη διενέργεια (αυτεπάγγελτου) συμψηφισμού, τη νομιμότητα πάντως της οποίας, κατά τα επίσης κριθέντα, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο τούτο να ελέγξει στα πλαίσια της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας (παρά μόνο στα πλαίσια άσκησης γνωμοδοτικής λειτουργίας), η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Φορολογική Διοίκηση προκειμένου, να της παρασχεθεί η δυνατότητα, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων, να εκδώσει ρητή πράξη συμψηφισμού των ως άνω αμοιβαίων απαιτήσεων». Κατόπιν των ανωτέρω, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κρίθηκε ότι η προσφυγή έπρεπε να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Δ.Ο.Υ. ........., κατά τα αιτιολογικό.

9. Επειδή, το ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε. – Α' 90), πριν από την αντικατάστασή του με τον νέο Κ.Ε.Δ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022 (Α' 190), όριζε στο άρθρο 83, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 (Α' 66), τα ακόλουθα: «1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. 2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ., η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού. 3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της. 4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται … 5. ...». Στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., με τις οποίες ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν το συμψηφισμό απαιτήσεων οφειλετών του Δημοσίου με χρέη τους προς αυτό (ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 3144/1994, ΣτΕ 3169/1992 επταμ.), περιέχονται και ρυθμίσεις που αφορούν τη δυνατότητα του Δημοσίου να αντιτάξει σε συμψηφισμό δικές του απαιτήσεις. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των οφειλετών του Δημοσίου, που αποδεικνύονται με τελεσίδικες αποφάσεις ή με δημόσια έγγραφα (παρ. 1), ορίζεται ότι ο συμψηφισμός προτείνεται μεν με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στην αρμόδια για την είσπραξη του χρέους δημόσια οικονομική υπηρεσία, μπορεί όμως να ενεργείται και αυτεπαγγέλτως με πράξη του προϊσταμένου της, εφόσον η απαίτηση του οφειλέτη αποδεικνύεται από τα διαθέσιμα στην υπηρεσία στοιχεία. Προβλέπεται, επίσης, ότι σε συμψηφισμό μπορεί να αντιτάσσεται και παραγεγραμμένη απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου μία τριετία από την συμπλήρωση της παραγραφής (παρ. 2), καθώς και ότι με το συμψηφισμό αποσβένυνται, κατ’ αρχήν, οι αμοιβαίες απαιτήσεις από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται (παρ. 4). Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα (παρ. 7). Συγκεκριμένα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 του Α.Κ. συνάγεται ότι κύρια έννομη συνέπεια της δήλωσης συμψηφισμού είναι η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικώς από τότε που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που αλληλοκαλύπτονται. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, περαιτέρω, ότι σε συμψηφισμό υπόκεινται αμοιβαίες απαιτήσεις, απαιτήσεις, δηλαδή, των οποίων ο οφειλέτης της μιας είναι δανειστής της άλλης. Οι υποκείμενες σε συμψηφισμό απαιτήσεις πρέπει, περαιτέρω, να είναι ομοειδείς κατ’ αντικείμενο, να αφορούν, δηλαδή, παροχές του αυτού είδους (χρηματικές, σε είδος κ.α.). Δεν απαιτείται, αντιθέτως, οι δύο απαιτήσεις να προέρχονται από την ίδια αιτία ή να απορρέουν από την ίδια έννομη σχέση (βλ. ΣτΕ 3765/2013 σκ. 6). Περαιτέρω, από τα πολιτικά δικαστήρια έχει διαμορφωθεί, νομολογιακά, η αρχή της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου (βλ. ΑΠ 5/1996, 2/2013, 149/2013, 1091/2021). Σύμφωνα με την νομολογιακή αυτή αρχή, το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί στην αποδοχή υπάρξεως αμοιβαιότητας απαιτήσεων, η οποία, με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., οδηγεί, νομίμως, σε συμψηφισμό απαιτήσεων θυγατρικής επιχείρησης έναντι του Δημοσίου για επιστροφή φόρου με απαιτήσεις του Δημοσίου έναντι της μητρικής της επιχείρησης, στην περίπτωση που ο δανειστής του Δημοσίου, καταχρηστικώς, εμφανίζεται ως νομικό πρόσωπο με χωριστή νομική προσωπικότητα έναντι αυτής του οφειλέτη του Δημοσίου. Ωστόσο, η κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου δεν δύναται να στηρίζεται στο γεγονός και μόνον ότι η μητρική εταιρεία αποτελεί τον κύριο ή αποκλειστικό μέτοχο της συνδεδεμένης με αυτήν θυγατρικής επιχείρησης (πρβλ. Ολ.ΑΠ 5/1996, ΑΠ 1091/2021), αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο κυρίαρχος μέτοχος χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει τον νόμο και τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του. Εν πάση δε περιπτώσει η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνον για την συγκεκριμένη περίπτωση, υπό την έννοια ότι η εταιρεία ή, αναλόγως, ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρο για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρα 481, 926 ΑΚ).

10. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας προβάλλεται, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι το δικάσαν εφετείο δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά την 3716/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (εκδοθείσα επί των προδικαστικών ερωτημάτων), από την οποία προέκυπτε σαφώς, κατά την αναιρεσείουσα εταιρεία, ότι απαραδέκτως, άλλως αβασίμως, προβλήθηκε ένσταση συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου, καθώς το τελευταίο δεν είχε εκδώσει ρητή πράξη συμψηφισμού, όπως απαιτείται από το άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., έτσι ώστε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση να είναι αντίθετη με την ως άνω αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι εσφαλμένη και αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., 48 παρ. 2 του Κ.Φ.Δ., 200, 281 & 288 του Α.Κ. και τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών η κρίση του δικάσαντος εφετείου περί άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας των ανωνύμων εταιρειών και, ως εκ τούτου, της δυνατότητας συμψηφισμού των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας εταιρείας προς επιστροφή Φ.Π.Α. με τις οφειλές προς το Δημόσιο της μητρικής εταιρείας. Σύμφωνα με τους ειδικότερους ισχυρισμούς που προβάλλονται, άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας ανώνυμης εταιρείας είναι, κατά την νομολογία του Αρείου Πάγου δυνατή, δεν αρκεί, όμως, προς τούτο η σχεδόν πλήρης κατοχή του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης αυτής εταιρείας από την μητρική, αλλά απαιτείται, επιπλέον, πρόθεση καταστρατήγησης της αρχής της αυτοτέλειας, άλλως κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου. Τέλος, με τον ίδιο λόγο προβάλλεται ότι το δικάσαν εφετείο, με εσφαλμένη αιτιολογία και εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των δεδομένων της υπόθεσης, έκρινε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε να αρθεί η αυτοτέλεια της νομικής προσωπικότητας της αναιρεσείουσας εταιρείας. Προς θεμελίωση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, ενόψει της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, διατυπώνεται στο τέλος του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως ο ισχυρισμός ότι: «το θέμα της άρσεως της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητος της αναιρεσείουσας που τίθεται με την αναρεσιβαλλόμενη απόφαση ώστε να διενεργηθεί συμψηφισμός της επίδικης αξίωσης της εταιρείας από επιστροφή ΦΠΑ με χρέη της μετόχου της, δεν έχει απασχολήσει τη νομολογία των Διοικητικών Δικαστηρίων, όμως η νομολογία των πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΠ Ολ 5/96, ΑΠ Ολ 2/13, ΑΠ 149/13 κ.ά.) θέτει πολύ αυστηρές προϋποθέσεις για την άρση της αυτοτέλειας που δεν πληρούνται εν προκειμένω και δεν τις έλαβε υπόψη του το Εφετείο».

11. Επειδή, ο μοναδικός ισχυρισμός περί θεμελιώσεως του παραδεκτού και των τριών προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, αναφέρεται μόνον στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι, ελλείψει ισχυρισμού, κατ’ άρθρο 53 παρ.3 του π.δ.18/1989. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός περί μη συμμορφώσεως της αναιρεσιβαλλομένης προς τις κρίσεις της αναιρετικής αποφάσεως, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, δεν αρκεί για την θεμελίωση του παραδεκτού, κατά τα γενόμενα δεκτά στην σκέψη 4 της παρούσης.

12. Επειδή, με τον προβαλλόμενο δεύτερο λόγο αναιρέσεως τίθεται το ειδικότερο νομικό ζήτημα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες είναι δυνατή η άρση της αυτοτελείας της νομικής προσωπικότητας θυγατρικής ανώνυμης εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας κατέχει, σχεδόν κατά πλήρη πλειοψηφία, η μητρική εταιρεία, προκειμένου να διενεργηθεί εκ μέρους του Δημοσίου συμψηφισμός των έναντί του απαιτήσεων της θυγατρικής εταιρείας προς επιστροφή πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ με απαιτήσεις του Δημοσίου εναντίον της μητρικής εταιρείας. Επί του ως άνω τιθεμένου νομικού ζητήματος δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, επομένως, ο ισχυρισμός είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων στην σκέψη 9, ο λόγος αυτός είναι και κατ’ ουσίαν βάσιμος. Και τούτο διότι, το δικάσαν εφετείο, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί η αρχή της άρσεως της αυτοτελείας της νομικής προσωπικότητας, στηριζόμενο, αποκλειστικά, στο γεγονός ότι η μητρική εταιρεία-οφειλέτης του Δημοσίου κατείχε σχεδόν το σύνολο των μετοχών της αναιρεσείουσας θυγατρικής εταιρείας-δανείστριας του Δημοσίου, και ότι οι εταιρείες αυτές ήταν μεταξύ τους συνδεδεμένες, χωρίς να ερευνήσει, περαιτέρω, εάν ο κυρίαρχος μέτοχος χρησιμοποίησε, εν προκειμένω, σκοπίμως, την νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει τον νόμο και τις υποχρεώσεις του, ως οφειλέτη, έναντι του δανειστή του Δημοσίου. Συνεπώς, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε αμοιβαιότητα των απαιτήσεων της θυγατρικής αναιρεσείουσας εταιρείας έναντι του Δημοσίου με οφειλές της μητρικής της εταιρείας προς το Δημόσιο, λόγω «επιβεβλημένης», όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, άρσης της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, είναι μη νόμιμη. Συνεπώς, η πρώτη εκ των κρινομένων αιτήσεων πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και να αναιρεθεί, κατά το ως άνω μέρος, η προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος εφετείου. Πρέπει δε η υπόθεση να αναπεμφθεί στο δικάσαν Εφετείο, προκειμένου αυτό να κρίνει εάν, εν προκειμένω, η μητρική εταιρεία, ως βασικός μέτοχος της αναιρεσείουσας, χρησιμοποίησε την νομική προσωπικότητα της θυγατρικής της εταιρείας, για να καταστρατηγήσει τον νόμο και να παρακάμψει τις υποχρεώσεις της προς το αναιρεσίβλητο Δημόσιο.

13. Επειδή, με την δεύτερη εκ των κρινομένων αιτήσεων (ήτοι, την αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου) προβάλλεται ότι παρανόμως το δικάσαν εφετείο, αποδεχόμενο την προσφυγή της αναιρεσίβλητης, έκρινε, ενόψει συμψηφισμού των αμοιβαίων απαιτήσεων, ότι για την επιστροφή σε αυτήν των ενδίκων πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α., το ......... Δημόσιο οφείλει να καταβάλει τόκους με χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας την ημερομηνία κατάθεσης έκαστης αιτήσεως επιστροφής Φ.Π.Α., αντί να ορίσει ως χρόνο έναρξης την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι με την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζητήθηκε η έναρξη της τοκογονίας από την κατάθεση στην αρμόδια φορολογική αρχή εκάστης αιτήσεως επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. και ότι επομένως, το δικάσαν εφετείο, το οποίο αποδέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την έντοκη επιστροφή των ένδικων πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α., κινούμενο στο πλαίσιο του άρθρου 79 παρ. 5 περ. α' του Κ.Δ.Δ. (ήτοι εντός των ορίων της προσφυγής, όπως αυτά προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της), επιδίκασε τόκους σύμφωνα με το ανωτέρω αιτητικό της προσφυγής. Η κρίση αυτή, όμως, κατά το αναιρεσείον Δημόσιο, είναι εσφαλμένη και παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 2 & 3 του ν. 1473/1984 και 21 του κ.δ. της 26ης.6/10ης.7.1944, σύμφωνα με τις οποίες, όπως ερμηνεύθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε περίπτωση έντοκης επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, κατόπιν εκδόσεως σχετικής δικαστικής αποφάσεως, η τοκοφορία άρχεται από την κατάθεση της προσφυγής, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Ως προς το παραδεκτό του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ενόψει της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η κρίση του δικάσαντος εφετείου έρχεται σε αντίθεση προς την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 2190/2014, με την οποία κρίθηκε ότι επί εντόκου επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, τόκοι οφείλονται από την άσκηση της προσφυγής, με την οποία υποβάλλεται το αίτημα για επιστροφή του φόρου αυτού. Επίσης, προβάλλεται ότι: «θα ηδύνατο να υποστηριχθεί ότι η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικώς με την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων [άρθρο 38 του ν. 1473/1984 και 21 του κ.δ. της 26ης.6/10ης.7.1944], έρχεται σε αντίθεση και προς τις … 2049/2015 και 2050/2015 αποφάσεις του Δικαστηρίου Σας». Ωστόσο, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, καθώς δεν πλήσσει σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, διατάσσει μεν την επιστροφή στην αναιρεσίβλητη των πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α. «νομιμοτόκως» χωρίς όμως να προσδιορίζει τον χρόνο έναρξης της τοκοφορίας (πρβλ. ΣτΕ 685/2022 σκ. 8, 2049-2050/2015 σκ. 9). Εν πάση, όμως, περιπτώσει, εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι συνάγεται έμμεση κρίση του δικάσαντος εφετείου περί νομιμότοκης επιστροφής των πιστωτικών υπολοίπων Φ.Π.Α. από την υποβολή έκαστης αίτησης επιστροφής στην αρμόδια φορολογική αρχή, αφού αυτό αποτελούσε το αίτημα της προσφυγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, και, πάλι, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως λόγω αντιθέσεως στην ΣτΕ Ολομ. 2190/2014, είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ναι μεν με την απόφαση της Ολομέλειας κρίθηκε πως, ενόψει της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 1473/1984, ο χρόνος έναρξης της τοκοφορίας ρυθμίζεται από την προγενέστερη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, που εφαρμόζεται και σε περίπτωση οφειλής, απορρέουσας από δημοσίου δικαίου σχέση όπως η φορολογική, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις, κατά την έννοια δε της τελευταίας αυτής διατάξεως, τόκοι οφείλονται από την άσκηση της προσφυγής, με την οποία υποβάλλεται το αίτημα για επιστροφή του φόρου που έχει καταβληθεί αχρεωστήτως. Ωστόσο, η κρίση αυτή της Ολομέλειας εκφέρθηκε επί υποθέσεως επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου εισοδήματος και όχι επί μη επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α., όπως στην κρινόμενη υπόθεση, ως προς τον οποίον (ΦΠΑ) εφαρμόζεται το ενωσιακό δίκαιο (ΣτΕ 1505/2022 σκ.17) και, όπως έχει κριθεί,οι διατάξεις του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1944, κατά το μέρος που ορίζουν ως χρόνο έναρξης της τοκοφορίας εκείνον της άσκησης της προσφυγής, με την οποία υποβάλλεται το αίτημα για επιστροφή του φόρου που έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, αντίκεινται, στο κοινοτικό δίκαιο (ΣτΕ 689/2020 επτ., ΣτΕ 2812/2018, ΣτΕ 412/2018, ΣτΕ 2083/2017, ΣτΕ 4565/2014, ΣτΕ 4055/2014). Περαιτέρω, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη ούτε ως προς τις επικαλούμενες 2049-2050/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και ο σχετικώς προβαλλόμενος επικουρικός ισχυρισμός περί παραδεκτού της β' κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, τυγχάνει, ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, ναι μεν με τις αποφάσεις αυτές, με παραπομπή στην Ολομέλεια ΣτΕ 2190/2014, κρίθηκε, επί υποθέσεων επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α., ότι η κρίση των εκεί αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων περί επιδικάσεως τόκων από την κατάθεση (άσκηση) της προσφυγής είναι «κατ’ αποτέλεσμα» νόμιμη, ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές η αίτηση αναιρέσεως είχε ασκηθεί από το ......... Δημόσιο και, με τον λόγο αναιρέσεως, προβαλλόταν ότι θα έπρεπε κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 1473/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993, το εκεί δικάσαν εφετείο να επιδικάσει τόκους όχι από την κατάθεση της προσφυγής, αλλά από την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μήνα κοινοποίησης στην φορολογική αρχή της δικαστικής αποφάσεως, και, επομένως, δεν επιλύθηκε το κρινόμενο, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά στον χρόνο ενάρξεως τοκογονίας, στην περίπτωση που το αίτημα επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, είναι η υποβολή της αιτήσεως περί επιστροφής στην αρμόδια ΔΟΥ. Εφόσον, περαιτέρω, δεν προβάλλεται έτερος ισχυρισμός περί παραδεκτού του προβαλλομένου, με την δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, μόνου λόγου (περί αντιθέσεως σε άλλη απόφαση του ΣτΕ ή περί ανυπαρξίας νομολογίας), η κρινόμενη αίτηση του Δημοσίου, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη.

14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ως χρήζουσα διευκρινίσεως, κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν αυτή Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, για νέα κρίση, ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων άρσεως της αυτοτελείας της νομικής προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, ως προς την ένδικη διαφορά, καθώς και στην περίπτωση που, ήθελε γίνει δεκτή η προσφυγή, να ορισθεί, ρητώς, ο χρόνος ενάρξεως της τοκοφορίας της ένδικης απαιτήσεως επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ.

15. Επειδή, το Δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι το αναιρεσίβλητο Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη τόσο της αναιρετικής όσο και της ουσιαστικής δίκης.


Δ ι ά τ α ύ τ α

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις.

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως.

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.79/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, κατά το σκεπτικό, και αναπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα κρίση.

Απαλλάσσει το αναιρεσίβλητο Δημόσιο από την δικαστική δαπάνη, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2023


Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος

Κωνσταντίνος Κουσούλης


Η Γραμματέας

και αυτής εκλιπούσης

Ευθυμία Ψωίνου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Δεκεμβρίου 2025.


Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος

Δημήτριος Εμμανουηλίδης


Η Γραμματέας

Ευθυμία Ψωίνου


Tο ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι |+30 210 6009062| www.artion.gr).



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Νομικό πρόσωπο, Μητρική, Θυγατρική, Αποφάσεις ΣτΕ