01/09/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Οι κρυφοί χρηματοδότες κάθε επιχείρησης — και γιατί κανείς δεν τους βλέπει

Ποιος χρηματοδοτεί, στην πραγματικότητα, μια επιχείρηση;

Ρωτήστε έναν ιδιοκτήτη μικρής επιχείρησης, και η απάντηση θα έρθει γρήγορα: εγώ, η τράπεζα, ίσως και το κράτος. Τρία ονόματα, τρεις πηγές, όλες ορατές, όλες με χαρτί από πίσω τους — καταστατικό, δανειακή σύμβαση, απόφαση επιδότησης.

Ξεκινά, βέβαια, νωρίτερα από αυτό. Πολλές επιχειρήσεις στην Ελλάδα ξεκινούν με χρήματα που δεν έχουν καν τιμολόγιο — ένας γονιός, ένας αδερφός, μια οικογενειακή «βοήθεια» χωρίς σύμβαση και συνήθως χωρίς τόκο. Δεν μπαίνει πουθενά στον ισολογισμό ως τέτοιο, αλλά είναι η πρώτη, πιο ανθρώπινη μορφή χρηματοδότησης που θα συναντήσει σχεδόν κάθε επιχείρηση στην Ελλάδα.

Μετά έρχονται τα ίδια κεφάλαια — η αρχική εισφορά, αλλά και κάθε ευρώ κέρδους που ο ιδιοκτήτης αποφασίζει να μην πάρει ως μέρισμα, αφήνοντάς το μέσα να δουλέψει. Έρχονται και οι κρατικές ενισχύσεις, με τους γνωστούς όρους και δεσμεύσεις τους. Μέχρι εδώ, τίποτα που να μην αναγνωρίζει κανείς.

Το ζήτημα είναι ότι αυτές οι τρεις-τέσσερις πηγές είναι μόνο η κορυφή. Κάτω από αυτές λειτουργούν δύο μηχανισμοί που σπάνια μπαίνουν στην κουβέντα — ο ένας γιατί κρύβεται πίσω από θεσμικά ονόματα (δάνειο, leasing, factoring), που ακούγονται σαν το ίδιο πράγμα, αλλά δεν είναι, κι ο άλλος γιατί είναι τόσο ενσωματωμένος στην καθημερινή λειτουργία μιας επιχείρησης, που κανείς δεν τον αναγνωρίζει ως χρηματοδότηση καν.

Θα δούμε και τα δύο, με ένα ρεαλιστικό παράδειγμα το καθένα.

Τα τραπεζικά εργαλεία: τρία ονόματα, ένας χρηματοδότης

Δάνειο, leasing, factoring. Τρεις λέξεις που ακούγονται σαν διαφορετικά προϊόντα σε έναν κατάλογο τράπεζας — και σε κάποιο βαθμό είναι. Αλλά η ουσία τους είναι μία: η τράπεζα βάζει το κεφάλαιο, ο επιχειρηματίας πληρώνει για το προνόμιο να το χρησιμοποιήσει. Η διαφορά είναι τι χρηματοδοτεί το καθένα, και εκεί κρύβεται το σημείο που πολλοί ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων μπερδεύουν.

Το δάνειο είναι το πιο κατανοητό: η επιχείρηση παίρνει ένα ποσό, το επιστρέφει σε δόσεις με τόκο, ανεξάρτητα από το τι θα κάνει με αυτό. Χρηματοδοτεί ό,τι χρειαστεί — κεφάλαιο κίνησης, επέκταση, ακόμα και μια δύσκολη χρονιά.

Το leasing μοιάζει με δάνειο, αλλά δεν είναι. Η επιχείρηση δεν αγοράζει το αυτοκίνητο, το μηχάνημα, τον εξοπλισμό — τον χρησιμοποιεί, πληρώνοντας μηνιαίο μίσθωμα, ενώ η κυριότητα μένει στην εταιρεία leasing μέχρι το τέλος της σύμβασης. Το πραγματικό όφελος δεν είναι φορολογικό μόνο — είναι ότι το κεφάλαιο δεν «παγώνει» σε ένα μηχάνημα, αλλά μένει ελεύθερο για κάτι άλλο. Έτσι, σήμερα δεν θα πληρώσει η επιχείρηση μαζεμένα 50.000€ για το νέο ηλεκτροκίνητο Φ.Ι.Χ., αλλά από την όλη της ρευστότητα, δίνει το κλάσμα που αναλογεί στο δοσολόγιο.

Το factoring είναι το λιγότερο γνωστό, και ίσως το πιο παρεξηγημένο. Δεν πρόκειται για δανεισμό για κάτι που θα αγοραστεί — είναι δανεισμός έναντι κάτι που ήδη οφείλεται στην επιχείρηση. Ένα τιμολόγιο 10.000€ που ο πελάτης μας θα εξοφλήσει σε 90 μέρες μπορεί να μετατραπεί σήμερα σε μετρητό: η εταιρεία factoring προκαταβάλλει το μεγαλύτερο μέρος του ποσού, κρατώντας μια προμήθεια, και εισπράττει η ίδια από τον πελάτη όταν έρθει η ώρα όλα τα 10.000€. Η επιχείρηση παίρνει σήμερα 9.000€ αντί 10.000€ αύριο και σήμερα, με το μειωμένο μεν ποσό, πληρώνει βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της.

Και τα τρία, λοιπόν, χρηματοδοτούν κάτι διαφορετικό: το δάνειο χρηματοδοτεί ανάγκη, το leasing χρηματοδοτεί εξοπλισμό, το factoring χρηματοδοτεί χρόνο. Ο κοινός παρονομαστής είναι ότι όλα περνούν από τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με ρητή σύμβαση, ρητό κόστος, ρητή υποχρέωση.

Τίποτα από τα τρία, όμως, δεν είναι απλό όσο ακούγεται στο πρώτο άκουσμα. Το κάθε εργαλείο κρύβει μια παγίδα, και το να μην τη γνωρίζει κανείς είναι ακριβώς αυτό που το κάνει επικίνδυνο.

Δάνειο: η εγγύηση και ο προορισμός του χρήματος

Στο δάνειο, το ερώτημα δεν είναι μόνο το επιτόκιο. Είναι το τι εγγύηση ζητά η τράπεζα απέναντι σε αυτό το επιτόκιο — προσημείωση ακινήτου, προσωπική εγγύηση του ιδιοκτήτη, ενέχυρο επί εξοπλισμού. Σε μια μικρή επιχείρηση, «δάνειο στην εταιρεία» πολύ συχνά σημαίνει στην πράξη προσωπική έκθεση του ιδιοκτήτη, ακόμα κι αν η εταιρική μορφή προβλέπει περιορισμένη ευθύνη.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη παγίδα, λιγότερο γνωστή, που αφορά ειδικά τα επιδοτούμενα δάνεια — για επένδυση, εξοπλισμό, ακόμα και για ενοίκιο. Πολλοί φαντάζονται ότι το ποσό του δανείου θα καταλήξει ελεύθερο στον όψεως λογαριασμό της επιχείρησης, έτοιμο προς διάθεση. Στην πράξη, συχνά δεν συμβαίνει αυτό. Σε αρκετά προγράμματα, το χρήμα δεν περνά καν από τα χέρια της επιχείρησης — μετά τον έλεγχο των παραστατικών, εκταμιεύεται απευθείας στον προμηθευτή, για λογαριασμό της. Σε άλλα, η επιχείρηση καλείται πρώτα να πληρώσει η ίδια τη δαπάνη με δικά της διαθέσιμα, να καταθέσει τα παραστατικά, και μόνο μετά από έλεγχο να δει την επιστροφή του ποσού στον λογαριασμό της.

Και στις δύο περιπτώσεις, η λέξη «δάνειο» δημιουργεί την εντύπωση ρευστότητας που δεν υπάρχει πραγματικά τη στιγμή που τη χρειάζεται κανείς. Το χρήμα είναι δεσμευμένο σε συγκεκριμένη δαπάνη, συγκεκριμένο προμηθευτή, συγκεκριμένη διαδικασία ελέγχου — όχι στη διάθεση της επιχείρησης για ό,τι κρίνει η ίδια πιο επείγον. Είναι, όμως, μια μορφή χρηματοδότησης. Αν δεν υπήρχε το δάνειο, ίσως να έπρεπε η επιχείρηση να προβεί σε είσοδο νέου εταίρου, για αύξηση εταιρικών κεφαλαίων, αλλάζοντας ισορροπίες μεταξύ των εταίρων, δυναμική στις σχέσεις εξουσίας σε ορισμένες περιπτώσεις, μέχρι και η πόρτα μπορεί να ανοίξει σε stock dilution και corporate take overs.

Leasing: η δέσμευση που δεν φαίνεται στο μίσθωμα

Στο leasing, η λέξη-κλειδί που λείπει σχεδόν πάντα από την πρώτη κουβέντα είναι η πρόωρη λήξη. Η επιχείρηση δεν αγοράζει τον εξοπλισμό — τον μισθώνει, με σαφή υποχρέωση ασφάλισής του καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, με ευθύνη της ίδιας για κάθε φθορά πέρα από τη «λογική». Αν κάτι αλλάξει στην πορεία —η επιχείρηση κλείσει το κατάστημα, αλλάξει κατεύθυνση, δεν χρειάζεται πια το αυτοκίνητο ή το μηχάνημα— η διακοπή της σύμβασης πριν τη λήξη έχει σχεδόν πάντα κόστος, καθορισμένο εκ των προτέρων στη σύμβαση αλλά σπάνια διαβασμένο προσεκτικά τη στιγμή που υπογράφεται.

Η ελάχιστη διάρκεια, μάλιστα, δεν είναι κάτι που διαπραγματεύεται εύκολα — είναι θεσμικό ελάχιστο: τρία έτη για κινητά, δέκα για ακίνητα. Δηλαδή ένα leasing δεν είναι ποτέ «για λίγο», όσο κι αν φαίνεται έτσι τη στιγμή που υπογράφεται μια σύμβαση για ένα αυτοκίνητο ή ένα μηχάνημα.

Χρειάζεται εδώ μια διάκριση, γιατί η αγορά χρησιμοποιεί τη λέξη «leasing» με δύο πολύ διαφορετικές έννοιες. Ό,τι περιγράφηκε ως τώρα είναι η χρηματοδοτική μίσθωση του Ν. 1665/1986. Παράλληλα όμως κυκλοφορούν προσφορές για κινητά, servers, εκτυπωτές, ακόμη και μεταχειρισμένες συσκευές, με ελάχιστη διάρκεια δύο μηνών ή ενός έτους. Αυτές είναι λειτουργικές μισθώσεις — ουσιαστικά ενοικίαση εξοπλισμού — και δεν διέπονται από τον ίδιο νόμο, ούτε συνοδεύονται από δικαίωμα εξαγοράς. Η λέξη είναι η ίδια· το προϊόν, το νομικό πλαίσιο και η φορολογική μεταχείριση, όχι.

Μέχρι να ασκηθεί το δικαίωμα εξαγοράς στο τέλος της σύμβασης, με προσυμφωνημένο τίμημα, η κυριότητα του αγαθού παραμένει στην εταιρεία leasing, όχι στην επιχείρηση. Αυτό δεν είναι απλή νομική λεπτομέρεια — σημαίνει ότι το αυτοκίνητο ή ο εξοπλισμός δεν είναι περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης προς πώληση, ενεχυρίαση ή διαπραγμάτευση, όση ανάγκη κι αν προκύψει στην πορεία.

Και η ασφάλιση δεν είναι προαιρετική λεπτομέρεια που διαπραγματεύεται κάποιος αν θέλει «να γλιτώσει κάτι» — είναι ρητή, νομοθετημένη υποχρέωση για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Το πραγματικό μηνιαίο κόστος ενός leasing, λοιπόν, δεν είναι μόνο το μίσθωμα που αναγράφεται στη σύμβαση· είναι μίσθωμα και ασφάλιστρο μαζί — και αυτό το δεύτερο κομμάτι είναι που συχνά λείπει από τη σύγκριση, όταν κάποιος ζυγίζει το leasing απέναντι στην απευθείας αγορά μετρητοίς.

Factoring: ποιος κρατά τελικά το ρίσκο

Στο factoring, το εργαλείο είναι μαχαίρι δίκοπο. Υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές μορφές, και η διαφορά τους δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια — είναι το ποιος κρατά το ρίσκο.

Στο factoring με δικαίωμα αναγωγής — το πιο σύνηθες, γιατί κοστίζει λιγότερο — αν ένα τιμολόγιο που προεξοφλήθηκε δεν εξοφληθεί τελικά από τον οφειλέτη, ο πράκτορας δεν χάνει τίποτα: γυρίζει πίσω στον προμηθευτή, δηλαδή στην ίδια την επιχείρηση, και ζητά την επιστροφή του ποσού που της είχε ήδη προκαταβάλει. Η επιχείρηση δηλαδή δεν αγόρασε ασφάλεια, αγόρασε μόνο χρόνο· το ρίσκο μη πληρωμής παραμένει δικό της.

Στο factoring χωρίς δικαίωμα αναγωγής, ο πιστωτικός κίνδυνος περνά πραγματικά στον πράκτορα — αν ο οφειλέτης δεν πληρώσει, δεν στρέφεται πίσω στον προμηθευτή να ζητήσει τα χρήματα του ανεξόφλητου παραστατικού. Αλλά αυτή η ασφάλεια έχει τιμή: η προμήθεια είναι υψηλότερη, γιατί ο πράκτορας τιμολογεί, πέρα από τη διαχείριση, και την ίδια την ανάληψη του ρίσκου.

Στους ιατρικούς κύκλους, όπου η εξόφληση από τον ΕΟΠΥΥ καθυστερεί συστηματικά, αυτή η διάκριση είναι γνωστή καλά — κάθε επαγγελματίας υγείας που έχει δουλέψει με factoring ξέρει ποια μορφή έχει επιλέξει και τι σημαίνει αυτό αν κάτι πάει στραβά. Σε μια μικρή επιχείρηση, όμως, που θέλει να αλλάξει τον χρόνο είσπραξης από 90 ημέρες σε σήμερα, το ερώτημα «με ή χωρίς αναγωγή» συχνά δεν τίθεται καν — η επιχείρηση βλέπει μόνο το ποσοστό που θα λάβει σήμερα, όχι το ποιος θα κληθεί να πληρώσει αν κάτι δεν πάει καλά.

Πόσο σημαντική είναι αυτή η διάκριση ωστόσο, φάνηκε καθαρά το καλοκαίρι του 2016. Όταν κατατέθηκε η αίτηση υπαγωγής της Carrefour-Μαρινόπουλος στον πτωχευτικό κώδικα, δεκάδες προμηθευτές — από μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων μέχρι μικρές τοπικές επιχειρήσεις — βρέθηκαν με ανείσπρακτα τιμολόγια και τελικό κούρεμα των απαιτήσεών τους κατά 50%. Μια χανιώτικη εταιρεία φρούτων και λαχανικών, μόνη της, είδε απαιτήσεις 6,4 εκατ. ευρώ να μένουν στον αέρα.

Το ίδιο τιμολόγιο, όμως, δεν είχε την ίδια κατάληξη για όλους. Όποιος προμηθευτής το είχε εκχωρήσει με δικαίωμα αναγωγής, είδε τον πράκτορα να του το επιστρέφει και να ζητά πίσω το ποσό που είχε προεξοφλήσει — η ζημιά έμεινε ολόκληρη πάνω του. Όποιος είχε συμβληθεί χωρίς αναγωγή, όχι. Ίδια αλυσίδα, ίδια πτώχευση, ίδιο ποσό — τελείως διαφορετική έκβαση, εξαρτημένη από μια ρήτρα που είχε υπογραφεί χρόνια νωρίτερα, συχνά χωρίς να συζητηθεί ιδιαίτερα.

Και υπήρξε και μια δεύτερη επιβάρυνση, λιγότερο ορατή: ο ΦΠΑ εκροών για τα τιμολόγια αυτά είχε ήδη αποδοθεί στο Δημόσιο. Οι προμηθευτές, δηλαδή, είχαν πληρώσει φόρο για έσοδο που δεν εισέπραξαν ποτέ, και η επιστροφή του παρέμεινε ανοιχτό ζήτημα για χρόνια μετά.

Δεν είναι εδώ, όμως, το μυστικό. Το μυστικό είναι στο επόμενο κομμάτι — εκεί που η χρηματοδότηση δεν έχει καν συμβόλαιο.

Το κομμάτι χωρίς συμβόλαιο

Δεν χρειάζεται σύμβαση, δεν χρειάζεται τράπεζα, δεν εμφανίζεται καν με τη λέξη «χρηματοδότηση» πουθενά. Λειτουργεί μέσα στη συνηθισμένη εμπορική σχέση μιας επιχείρησης με προμηθευτές και πελάτες, και κινείται προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις ταυτόχρονα.

Ο προμηθευτής παραδίδει εμπόρευμα σήμερα, με προθεσμία εξόφλησης σε 30, 60, ενίοτε 90 μέρες. Για όσο διάστημα η επιχείρηση κρατά το τιμολόγιο ανεξόφλητο, λειτουργεί ουσιαστικά με χρήμα του προμηθευτή — χωρίς τόκο, χωρίς αίτηση, χωρίς έγκριση. Στην αντίθετη κατεύθυνση, η ίδια επιχείρηση συχνά δίνει και η ίδια πίστωση στους πελάτες της, ή αντίθετα ζητά προκαταβολή πριν παραδώσει — οπότε είτε χρηματοδοτεί εκείνη τον πελάτη, είτε ο πελάτης χρηματοδοτεί εκείνη.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατευθύνσεις υπάρχει ένα κενό, και εκεί κρύβεται η ουσία. Αν μια επιχείρηση πληρώνεται από τον πελάτη της γρηγορότερα απ’ όσο η ίδια πληρώνει τον προμηθευτή της, τότε λειτουργεί κάθε μήνα με ένα απόθεμα «δανεικού» χρόνου που κανείς δεν της χρέωσε.

Πώς μετριέται

Όλα αυτά ακούγονται περιγραφικά μέχρι να μπουν σε αριθμούς. Και μπαίνουν — υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος να μετρηθεί πόσο μια επιχείρηση δουλεύει με ξένο χρήμα χωρίς να το ξέρει.

Ο κύκλος μετατροπής μετρητών υπολογίζεται ως εξής:

ΚΜΜ = ΗΑ + ΗΕ ? ΗΠ

όπου:

  • ΗΑ = ημέρες αποθέματος (πόσο μένει το εμπόρευμα στο ράφι μέχρι να πουληθεί)
  • ΗΕ = ημέρες είσπραξης (από την πώληση μέχρι να μπουν τα χρήματα από τον πελάτη)
  • ΗΠ = ημέρες πληρωμής προμηθευτών (από την αγορά μέχρι να πληρωθεί ο προμηθευτής)

Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, η επιχείρηση χρηματοδοτεί η ίδια τον κύκλο της: πληρώνει πριν εισπράξει, και το κενό το καλύπτει από δικά της διαθέσιμα ή από δανεισμό. Αν είναι αρνητικό, ισχύει το αντίθετο — εισπράττει πριν πληρώσει, και για όλο αυτό το διάστημα λειτουργεί με κεφάλαιο που δεν είναι δικό της, χωρίς τόκο και χωρίς σύμβαση.

Ένα κατάστημα λιανικής που πουλά τοις μετρητοίς ή με κάρτα, με απόθεμα που κυκλοφορεί σε τριάντα ημέρες και προμηθευτή που πληρώνεται σε ενενήντα, έχει:

ΚΜΜ = 30 + 0 ? 90 = ?60 ημέρες

Κάθε μήνα, δηλαδή, λειτουργεί με δύο μήνες χρήμα των προμηθευτών του. Ο ίδιος επιχειρηματίας μπορεί να πιστεύει ότι «η τράπεζα τον χρηματοδοτεί», ενώ ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του υπογράφει δελτία αποστολής, όχι δανειακές συμβάσεις.

Το αντίστροφο ισχύει για όποιον δίνει πίστωση στους πελάτες του χωρίς να έχει αντίστοιχη πίστωση από τους δικούς του προμηθευτές. Εκεί ο κύκλος γίνεται θετικός και μεγάλος — και η επιχείρηση, χωρίς να το έχει αποφασίσει ποτέ ρητά, έχει γίνει η ίδια χρηματοδότης των πελατών της.

Πώς μοιάζουν όλα αυτά μαζί

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν πιο κατανοητά με ένα παράδειγμα. Ας δούμε ένα λιανικό κατάστημα ρούχων.

Η αρχή έγινε με 15.000€ που δεν είχαν καμία σχέση με τράπεζα. Μέρος ήρθε από τους γονείς, μέρος από τους παππούδες, και ένα κομμάτι από την πώληση ενός μηχανακιού που ο ίδιος αποφάσισε πως δεν θα προλάβαινε να χαρεί, με τόσες ώρες μπροστά του στο μαγαζί. Με αυτά τα χρήματα στήθηκε ο χώρος, το ταμείο, οι πρώτες αγορές.

Οι πρώτες αγορές, μάλιστα, ήταν οι πιο δύσκολες. Καινούργια επιχείρηση, χωρίς ιστορικό, χωρίς εγγυήσεις να προσφέρει — οι προμηθευτές δεν έδιναν πίστωση σε κανέναν πρωτοεμφανιζόμενο. Η πρώτη δόση μιας ενίσχυσης ΔΥΠΑ, 5.000€ από σύνολο 17.000€, ήρθε στο δίμηνο από την έναρξη, ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν για να καλυφθούν εκείνες οι πρώτες, χωρίς πίστωση, παραγγελίες.

Οι δεύτερες παραγγελίες όμως — ίδια προϊόντα, άλλο χρωματολόγιο — ήρθαν με τελείως διαφορετικούς όρους: πίστωση 90 ημερών. Ο ίδιος προμηθευτής, ο ίδιος πελάτης, αλλά πλέον με ιστορικό. Δύο παραγγελίες, δύο εντελώς διαφορετικές σχέσεις εμπιστοσύνης, δύο εντελώς διαφορετικοί όροι χρηματοδότησης — χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα άλλο στη μέση.

Δύο χρόνια αργότερα, με το λανσάρισμα του e-shop, προέκυψε νέα ανάγκη: ένα στοκ αρκετά μεγάλο ώστε το εμπόρευμα να φοριέται και για τη φωτογράφηση προϊόντων, όχι μόνο για πώληση. Εδώ το χρήμα ήρθε από αλλού — 20.000€ τραπεζικού δανεισμού, η πρώτη φορά που εμφανίστηκε τράπεζα στην ιστορία αυτής της επιχείρησης.

Λίγο αργότερα, η ίδια η νομική μορφή της επιχείρησης άλλαξε: από ατομική σε ΙΚΕ, με στόχο να μπει νέο κεφάλαιο και νέος συνέταιρος — όχι μόνο για χρήμα, αλλά για να μη «καεί» ένας άνθρωπος μόνος του στη δουλειά. Και με την είσοδο του συνεταίρου ήρθε και ένα αυτοκίνητο μέσω leasing, ώστε η επιχείρηση να μην επιβαρύνει τα προσωπικά, οικογενειακά οχήματα των δύο συνεταίρων.

Οικογένεια, ίδια κεφάλαια (ακόμα κι ένα μηχανάκι μπορεί να είναι ίδιο κεφάλαιο, αν πουληθεί για να στηθεί κάτι άλλο), κρατική ενίσχυση, δύο τελείως διαφορετικές μορφές πίστωσης προμηθευτή στην ίδια σχέση, τραπεζικό δάνειο, νέα ίδια κεφάλαια μέσω συνεταίρου, leasing. Καμία από αυτές τις πηγές δεν εμφανίστηκε μόνη της. Χρειάστηκαν όλες μαζί, για να φτάσει μια επιχείρηση από το πρώτο ράφι μέχρι το πρώτο της e-shop.

Επίλογος

Αν έπρεπε να απαντηθεί με μια πρόταση το ερώτημα του τίτλου, η απάντηση θα ήταν ότι καμία επιχείρηση δεν χρηματοδοτείται από μία πηγή. Χρηματοδοτείται από ένα πλέγμα σχέσεων — οικογενειακών, θεσμικών, τραπεζικών, εμπορικών — που λειτουργούν ταυτόχρονα και συνήθως χωρίς κανείς να τις έχει καταγράψει ποτέ σε ένα χαρτί δίπλα δίπλα.

Συμβουλή του υπογράφοντος είναι μία, και είναι απλή στη διατύπωση αν και όχι πάντα στην εφαρμογή: κάθε επιχειρηματίας οφείλει να ξέρει, ανά πάσα στιγμή, ποιος τον χρηματοδοτεί πραγματικά και με ποιους όρους. Όχι μόνο ποιος του έδωσε χρήματα, αλλά ποιος κρατά το ρίσκο αν κάτι δεν πάει καλά, ποιος έχει την κυριότητα, ποιος μπορεί να ζητήσει πίσω αυτά που έδωσε και πότε.

Γιατί οι όροι μιας χρηματοδότησης σπάνια συζητούνται τη μέρα που πονάει. Συζητούνται νωρίτερα, όταν όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά, και υπογράφονται γρήγορα. Και αποκαλύπτονται πολύ αργότερα — τη στιγμή που ένας πελάτης δεν πληρώνει, ένα πρόγραμμα καθυστερεί, μια αλυσίδα καταρρέει, ή απλώς μια επιχείρηση χρειάζεται να αλλάξει δρόμο.

Ευχή όλων μας είναι οι επιχειρήσεις να μεγαλώνουν σε συνθήκες όπου τα ερωτήματα αυτά μένουν θεωρητικά. Καλό είναι, όμως, οι απαντήσεις να είναι γνωστές από πριν.


Σχετικές Παραπομπές:

Ν. 1665/1986 (χρηματοδοτική μίσθωση), Ν. 1905/1990 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2367/1995 (πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων), άρθρα 1 και 4 αυτού, ΠΟΛ. 1101/19.5.1992, Ν.3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) άρθρο 106β



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επιχείρηση, χρηματοδότηση