Ένας από τους κομβικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η Ένωση των Κεφαλαιαγορών, προκειμένου οι επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, άρα να μπορούν με μεγαλύτερη άνεση και χαμηλότερο κόστος να υλοποιούν επενδύσεις, να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και να ανεβάζουν το Α.Ε.Π. κάθε χώρας. Για παράδειγμα, στόχος είναι μέρος των τρισ. ευρώ καταθέσεων που σήμερα «λιμνάζουν» στις τράπεζες της Ευρώπης να μεταφερθεί στις κεφαλαιαγορές (μετοχές, εταιρικά ομόλογα, κ.λπ.), έτσι ώστε να λειτουργήσουν προς όφελος των οικονομιών. Το βασικό μάλιστα επιχείρημα είναι ότι οι Ευρωπαίοι (και ακόμη περισσότερο οι Έλληνες) τοποθετούν πολύ μικρότερο ποσοστό των αποταμιεύσεών τους στις κεφαλαιαγορές σε σύγκριση με τους Αμερικανούς.
Η πανευρωπαϊκή αυτή κίνηση υποστηρίχτηκε και από την ελληνική πλευρά, μέσα από δύο διαδικασίες. Πρώτον, το Χρηματιστήριο της Αθήνας εντάχθηκε (εξαγοράστηκε) στον Όμιλο Euronext (μετονομάστηκε σε Euronext Athens), ο οποίος ελέγχει και λειτουργεί τα χρηματιστήρια οκτώ ευρωπαϊκών χωρών, δηλαδή της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Νορβηγίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Ιρλανδίας και πλέον της Ελλάδας. Και δεύτερον, το ελληνικό χρηματιστήριο βρίσκεται σε διαδικασία «προαγωγής», καθώς τα μεγάλα «σπίτια» του εξωτερικού -το ένα μετά το άλλο- την μετατάσσουν από τις αποκαλούμενες αναδυόμενες στις αναπτυγμένες διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Η ουσία είναι ότι από τότε που η ελληνική κεφαλαιαγορά θα ενταχθεί λειτουργικά στην ενιαία πλατφόρμα των υπόλοιπων επτά χρηματιστηρίων του Euronext (πιθανολογείται το 2028) οι ελληνικές εισηγμένες εταιρείες θα καταστούν πολύ πιο ορατές από το διεθνές επενδυτικό κοινό, οπότε θα έχουν την ευκαιρία να χρηματοδοτηθούν ανετότερα και με καλύτερους όρους. Πέραν αυτού, η ελληνική κεφαλαιαγορά θα προσπαθήσει να αδράξει δύο ακόμη ευκαιρίες: Να δει τις ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες να εισάγονται στο Euronext Athens και να καταστεί ένα χρηματιστηριακό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, από βαλκανικές εταιρείες που θα θέλουν να εισαχθούν στο Euronext, με σκοπό να τύχουν ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Ωστόσο, η όλη αυτή διαδικασία φαίνεται να ευνοεί περισσότερο τους μεγάλους επιχειρηματικούς Ομίλους, καθώς εταιρείες με χρηματιστηριακή αποτίμηση χαμηλότερη των διακοσίων εκατ. ευρώ πολύ δύσκολα γίνονται ορατές από διεθνή χαρτοφυλάκια. Μάλιστα, η «πριμοδότηση» θα αφορά κυρίως τις πολύ μεγαλύτερες εταιρείες.
Γενικότερα, η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένα ακόμη «καμπανάκι» για το πολύ μικρό μέγεθος των ελληνικών εταιρειών (ακόμη και των αποκαλούμενων «μεγάλων» για τα ελληνικά δεδομένα) και δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί εγχώριοι Όμιλοι επιδιώκουν να αυξήσουν τα μεγέθη τους προκειμένου να συνεχίσουν να είναι ανταγωνιστικοί, ή και να πρωταγωνιστήσουν στο νέο περιβάλλον που έρχεται.
Η Δ.Ε.Η., για παράδειγμα, προχωρεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά τέσσερα δισ. ευρώ, προκειμένου να χρηματοδοτήσει επενδύσεις 24 δισ. ευρώ έως το 2030 εντός και εκτός Ελλάδας. Η ΕΧΑΕ (χρηματιστήριο της Αθήνας) εντάχθηκε ήδη στον Όμιλο Euronext, όπως και ο ΟΠΑΠ στον Όμιλο Allwyn. Οι συστημικές τράπεζες έχουν προχωρήσει κατά τα τελευταία χρόνια σε αρκετές εξαγορές είτε στον ίδιο, είτε σε συμπληρωματικούς κλάδους, πράγμα που έχει συμβεί και με επιχειρήσεις πολλών άλλων κλάδων. Σε συχνές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου προχωρούν εταιρείες από διάφορους κλάδους, όπως για παράδειγμα οι εταιρείες επενδύσεων ακίνητης περιουσίας (Α.Ε.Ε.Α.Π.), με στόχο -εκτός των άλλων- να ανεβάσουν το ενεργητικό τους τα επόμενα χρόνια πάνω από το ένα δισ. ευρώ η κάθε μία και έτσι να γίνουν ορατές από τα διεθνή funds.
Ανεξάρτητα, όμως, από το πεδίο της χρηματοδότησης, φαίνεται πως παρατηρείται μια τάση συγκέντρωσης των αγορών σε λιγότερους «παίκτες» και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο και σε σχεδόν όλους τους επιχειρηματικούς κλάδους. Ας αναλογιστεί κάποιος πώς έχει εξελιχθεί κατά την τελευταία εικοσαετία ο αριθμός των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα σε κλάδους όπως ο τραπεζικός, ο ασφαλιστικός, ο χρηματιστηριακός, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, η πληροφορική, κ.λπ..
Τα πλεονεκτήματα
Πρόκειται για το «όπλο» των οικονομιών κλίμακας, που φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά υπέρ των μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων και της ικανότητάς τους να παράγουν φτηνότερα, να διαφημίζονται φτηνότερα, να δαπανούν περισσότερα κεφάλαια για έρευνα και καινοτομία, να τιμολογούν υψηλότερα, να μπορούν να προσελκύσουν καλύτερα στελέχη, να διαφοροποιούν τον κίνδυνο δραστηριοποιούμενα σε περισσότερες αγορές και πέραν αυτών να έχουν πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και τις χρηματαγορές με ευνοϊκότερους όρους.