Αναμφίβολα οι πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή όχι μόνο έχουν προκαλέσει κλίμα έντονης αβεβαιότητας σε διεθνές επίπεδο, αλλά επιπρόσθετα θεωρείται βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε έντονη αναταραχή την τροφοδοτική αλυσίδα (ιδιαίτερα στο μέτωπο της ενέργειας) για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά τη λήξη του πολέμου. Οι οικονομικές συνέπειες θα είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Προφανώς, θα προκύψουν επιπτώσεις τόσο σε ότι αφορά τον πληθωρισμό, όσο πιθανότατα και σε ότι αφορά τα επιτόκια, με τους περισσότερους πλέον αναλυτές να προβλέπουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προχωρήσει σε τουλάχιστον μία ανοδική τους αναθεώρηση μέσα στο 2026. Όπως είναι φυσικό, το κλίμα αβεβαιότητας δεν άφησε ανεπηρέαστες ούτε τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, οδηγώντας σε υποχώρηση των τιμών σε μετοχές, σε (εταιρικά και κρατικά) ομόλογα, αλλά και στο χρυσό.
Πολλοί είναι εκείνοι που μιλούν για πρωτόγνωρη αβεβαιότητα, ωστόσο οι παλαιότεροι θυμούνται ότι η ιστορία των κεφαλαιαγορών κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι γεμάτη από αβεβαιότητες και ρίσκα που οι επενδυτές έπρεπε σε κάθε περίπτωση να διαχειριστούν.
Οι κρίσεις του παρελθόντος
Σε μερικές τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις του παρελθόντος θα αναφερθούμε σήμερα.
Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1970 είχαμε δύο παγκόσμιες πετρελαϊκές κρίσεις, οι οποίες εκτόξευσαν την τιμή του πετρελαίου και είχαν προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στις οικονομίες της Δύσης (π.χ. εντονότατες πληθωριστικές πιέσεις). Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ότι τότε εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το μέτρο της εκ περιτροπής κυκλοφορίας των οχημάτων («μονά-ζυγά») με στόχο τον περιορισμό της κατανάλωσης καυσίμων και όχι τη μειωμένη ρύπανση και την αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας, όπως σήμερα.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 είχαμε -μεταξύ άλλων- και δύο υποτιμήσεις της δραχμής έναντι του δολαρίου και των άλλων ευρωπαϊκών νομισμάτων, μία το 1983 (υπουργός Οικονομικών Γεράσιμος Αρσένης) και μία το 1985 (υπουργός Οικονομικών Κώστας Σημίτης).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά βυθιζόταν εξ’ αιτίας του ότι χάθηκαν για την Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1996 (διεξήχθησαν τελικά στην Ατλάντα) και επίσης γιατί από το 1992 οι ξένες τράπεζες θα είχαν δικαίωμα να εγκαθίστανται ελεύθερα στην Ελλάδα (υπήρχε ο φόβος ότι οι ξένες τράπεζες θα έκλειναν τις ελληνικές, λόγω του ότι οι τελευταίες δεν θα μπορούσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό).
Το 1994 λόγω μιας μίνι κερδοσκοπικής επίθεσης στη δραχμή, τα διατραπεζικά επιτόκια είχαν φτάσει ακόμη και στο 500%!
Το 1998 ζήσαμε μια ακόμη υποτίμηση της δραχμής έναντι των ξένων νομισμάτων (την τρίτη κατά σειρά από το 1983). Γενικότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετία του 1990 το συναλλαγματικό ρίσκο ήταν ιδιαίτερα υψηλό.
Προς τα τέλη του έτους 2000, έσκασαν ταυτόχρονα δύο μεγάλες χρηματιστηριακές φούσκες. Η μία αφορούσε διεθνώς την υπόθεση των dot.com και η δεύτερη την περίπτωση της Ελλάδας.
Το 2010 η Ελλάδα υποχρεώνεται να ζητήσει τη βοήθεια των Ευρωπαίων εταίρων της και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προκειμένου να διαχειριστεί το δημόσιο χρέος της.
Το 2012 η χώρα αναγκάζεται να κουρέψει (default) τα κρατικά της ομόλογα και να υπογράψει δεύτερο μνημόνιο χρηματοδοτικής στήριξης.
Το 2015 η χώρα επιβάλλει καθεστώς κεφαλαιακών περιορισμών (capital controls), υπογράφει το αποκαλούμενο «τρίτο μνημόνιο» και το Χρηματιστήριο της Αθήνας διακόπτει τη λειτουργία του για πάνω από έναν μήνα.
Κατά τη διετία 2020-2021 η παγκόσμια οικονομία και οι διεθνείς κεφαλαιαγορές καλούνται να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της πανδημίας covid-19.
To Φεβρουάριο του 2022 η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία, με άμεσο αποτέλεσμα την εκτόξευση της τιμής του φυσικού αερίου σε απίστευτα επίπεδα και τη βύθιση της ευρωπαϊκής οικονομίας σε τέλμα. Ο πόλεμος αυτός συνεχίζεται μέχρι σήμερα, προκαλώντας σειρά παρενεργειών (π.χ. ανάγκη για δραστική αύξηση των αμυντικών δαπανών στη Γηραιά Ήπειρο).
Πονοκέφαλο για τη διεθνή οικονομική κοινότητα αποτελεί το πολύ υψηλό δημόσιο πολλών ισχυρών κρατών (π.χ. Η.Π.Α., Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία) και οι πιθανές μελλοντικές παρενέργειες που θα μπορούσαν να προκύψουν.
Το 2024 είχαμε τον «πόλεμο των δασμών», που ξεκίνησε μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Η.Π.Α..
Από τον Οκτώβριο του 2023 -με κάποια χρονικά διαλείμματα- έχουν ξεκινήσει οι πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή (Ισραήλ, Γάζα, Λίβανος, Ιράν). Η διαφορά είναι ότι στην παρούσα φάση βλέπουμε να πλήττονται με πυραύλους και drones χώρες του Αραβικού κόλπου, οι οποίες καμιά συμμετοχή δεν έχουν στον πόλεμο.
Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και οι επενδυτές θα πρέπει να προσαρμοστούν και να διαχειρίζονται τις κρίσεις που κατά καιρούς προκύπτουν, αλλά και να προετοιμάζονται για τις επόμενες…