Η πρόσφατη έκρηξη στο εργοστάσιο της βιομηχανίας Βιολάντα στη Θεσσαλία έφερε εκ νέου στην επικαιρότητα το θέμα του κινδύνου και συγκεκριμένα το πόσο σημαντικό ζήτημα αποτελεί για μια επιχείρηση η ασφάλεια και γενικότερα η μείωση του ρίσκου.
Τρία είναι τα βασικότερα διδάγματα που προκύπτουν. Το πρώτο λοιπόν δίδαγμα είναι πως η απουσία κανόνων επαρκούς ασφάλειας δεν οδηγεί σε εξοικονόμηση κόστους, αλλά στον πολλαπλασιασμό του. Δεν αποτελεί δείγμα οικονομίας, αλλά ανθρώπινης απρονοησίας και οικονομικού ανορθολογισμού. Δεύτερον, είναι εντελώς παράλογη η εντύπωση πολλών ότι όλα αυτά τα ατυχήματα που ακούμε να συμβαίνουν γύρω μας, θα αφορούν πάντοτε κάποιους άλλους και ποτέ εμάς τους ίδιους: Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι μόνο των άλλων τα αυτοκίνητα θα τρακάρουν, μόνο των άλλων τα σπίτια θα πλημμυρίζουν, μόνο των άλλων τα εργοστάσια θα καίγονται. Τέλος, ένα τρίτο συμπέρασμα είναι ότι πριν προχωρήσουμε στην (απαραίτητη) ασφαλιστική κάλυψη ενός περιουσιακού στοιχείου ή και του εαυτού μας, θα πρέπει να έχουμε κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν προκειμένου να μη χρειαστεί να αποζημιωθούμε από την ασφαλιστική εταιρεία.
Δηλαδή, πρέπει να οδηγούμε προσεκτικά για να μην τρακάρουμε, να προσέχουμε την υγεία μας για να μην αρρωστήσουμε, να φυλάσσουμε καλά το αυτοκίνητό μας για να μην μας το κλέψουν, να λαμβάνουμε προληπτικά όλα τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας στην επιχείρησή μας, για να μη γίνει έκρηξη. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις πυρκαγιών, πλημμυρών, ατυχημάτων, η διοίκηση της εταιρείας θα πρέπει πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ασφαλιστική κάλυψη, να έχει δημιουργήσει όλες εκείνες τις απαραίτητες προϋποθέσεις (κατάλληλος εξοπλισμός, διαδικασίες παραγωγής, εκπαίδευση προσωπικού, συστήματα πυρασφάλειας, κλπ.) προκειμένου να περιορίσει τόσο τον ενδεχόμενο των ζημιών, όσο και το μέγεθός τους από τη στιγμή που προκύψουν.
Μετά από όλα αυτά, καθίσταται πιο εύκολη η απάντηση στο ερώτημα για το αν η ασφάλιση αποτελεί έξοδο ή επένδυση. Λογιστικά, κατατάσσεται στην κατηγορία των εξόδων. Στην πράξη ωστόσο αποτελεί ουσιαστικά το τίμημα για τη μείωση του κινδύνου που αναλαμβάνουμε. Η ιστορία άλλωστε είναι γεμάτη από ισχυρές επιχειρήσεις που μετά από τη στήριξη των ασφαλιστικών εταιρειών κατάφεραν να ξεπεράσουν μια καταστροφή και να συνεχίσουν απρόσκοπτα την αναπτυξιακή τους πορεία. Ενδεικτικά αναφέρουμε την καταστροφική πυρκαγιά στη γαλακτοβιομηχανία ΚΡΙ-ΚΡΙ στις Σέρρες το Δεκέμβριο του 2013, τη μεγάλη ζημιά που στο εργοστάσιο της Sunlight την πρωτομαγιά του 2018 στην Ξάνθη, την πλημμύρα στη μονάδα της Exalco το 2023 (καταιγίδα Daniel), αλλά και τις φωτιές που ξέσπασαν κατά την τελευταία διετία στην αποθήκη της αρτοβιομηχανίας Καραμολέγκος στο Κορωπί, ή στο διυλιστήριο της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους.
Ολιστική θεώρηση
Όμως η μείωση των κινδύνων δεν αφορά μόνο πλημμύρες, πυρκαγιές και σεισμούς, αλλά αποκτά ευρύτερες διαστάσεις. Για παράδειγμα, στο χρηματιστήριο οι μετοχές εταιρειών χαμηλότερου ρίσκου διαπραγματεύονται με υψηλότερους δείκτες P/E (πολλαπλασιαστές κερδών) και χαμηλότερους συντελεστές μερισματικής απόδοσης.
Επίσης, στις καλύψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων θα πρέπει να έχει προηγηθεί από την ίδια την εταιρεία η υιοθέτηση μιας κατάλληλης και προσεκτικής πιστωτικής πολιτικής, η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών της, οι τρέχουσες συνθήκες στην οικονομία και στον κλάδο, κ.λπ.
Ένα άλλο παράδειγμα, είναι η προστασία της εταιρείας από ενδεχόμενες έντονες μεταβολές στις τιμές των πρώτων υλών, των επιτοκίων και των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εταιρείες μπορούν να προστατευθούν από αυτούς τους κινδύνους μέσα από τη χρήση παράγωγων προϊόντων (hedging), πλην όμως υπάρχουν συχνά και περιπτώσεις «φυσικής προστασίας» (natural hedging) οι οποίες μπορούν να περιορίσουν σε σημαντικό βαθμό το σχετικό ρίσκο χωρίς κόστος. Για παράδειγμα, αν μια εταιρεία μπορεί να προσθέσει στις συμφωνίες πώλησης τιμές που να συναρτώνται με την τιμή της πρώτης ύλης, τότε περιορίζει δραστικά τον κίνδυνο ζημιών εξ’ αιτίας μιας μελλοντικής μεγάλης αύξησης του κόστους της. Αν επίσης, οι εταιρείες που εισάγουν δολαριακές πρώτες ύλες έχουν τις καταθέσεις τους σε δολάρια, τότε μειώνουν το συναλλαγματικό ρίσκο.
Σε ότι αφορά το ρίσκο μιας μεγάλης αύξησης των επιτοκίων, μια εταιρεία μπορεί είτε να κλειδώσει (με κόστος) στην αγορά παραγώγων (Interest Rate Swaps) το επιτόκιο για μια σειρά ετών, είτε να προνοήσει και να δανειστεί με σταθερό επιτόκιο για τα επόμενα χρόνια μέσα από την αγορά ομολόγων.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι στην πράξη δεν μπορούν να καλυφθούν ούτε από την αγορά της ιδιωτικής ασφάλισης, ούτε από την αγορά παραγώγων, αλλά στην καλύτερη περίπτωση μπορούν να περιοριστούν μέσα από τη στρατηγική που ακολουθεί κάθε εταιρεία σε μια σειρά από θέματα.
Έτσι, οι πρόσθετες δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι εταιρείες για την υιοθέτηση των αρχών της Εταιρικής Διακυβέρνησης και γενικότερα για την εφαρμογή στην πράξη των ESG (Environment, Social, Governance) κριτηρίων αποσκοπούν και αυτές στη μείωση του επιχειρηματικού κινδύνου σε μακροχρόνιο χρονικό ορίζοντα.
Τα ESG κριτήρια προκρίνουν το μακροπρόθεσμο κέρδος σε βάρος του βραχυπρόθεσμου. Οι φιλικές πολιτικές προς τους πελάτες, τους προμηθευτές, τους εργαζόμενους, το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες λειαίνουν αντιθέσεις, άρα αποσοβούν πολύ σημαντικά ρίσκα μιας εταιρείας σε βάθος χρόνου.
Συμπερασματικά λοιπόν, τόσο η ιδιωτική ασφάλιση, όσο και η αγορά παραγώγων αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για τον περιορισμό του ρίσκου σε μια εταιρεία, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από κατάλληλες πολιτικές τις οποίες ακολουθεί το management. Παράλληλα, υπάρχουν πολλές άλλες κατηγορίες κινδύνων οι οποίες καλούνται να αντιμετωπιστούν μέσα από τη μακροπρόθεσμη στρατηγική κάθε εταιρείας, με την υπόθεση των ESG κριτηρίων να αποτελεί το θεμελιώδες συστατικό τους.