02/02/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Στις μέρες μας οι αποταμιευτές «εκβιάζονται»…

Κατά την περίοδο 1970-2008 το έργο των ελληνικών νοικοκυριών που επέλεγαν να αποταμιεύσουν ή να επενδύσουν ήταν αρκετά εύκολο, καθώς μιλούσαμε για μια οικονομία που σημείωνε σε βάθος χρόνου ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 3%, του 4%, ή και του 5%.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι σημαντικές αποδόσεις των επενδύσεων για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό από τη δεκαετία του 1980 έως και πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης αποτέλεσε ένα ακόμη στοιχείο εισοδήματος και πλούτου για το μέσο συμπολίτη μας.

Παίρνοντας, λοιπόν, ως ένα μέσο χαρτοφυλάκιο που αποτελούνταν από ακίνητα εσωτερικού 70%, καταθέσεις και ομόλογα εσωτερικού 28% και τις υπόλοιπες κατηγορίες επενδύσεων (μετοχές, ασφαλιστικά προϊόντα, επενδύσεις εξωτερικού) με ένα ακόμη 2%, είχαμε:

  • Τις τιμές των ακινήτων να πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα να εμπεδωθεί το σλόγκαν «ουδείς έχασε αγοράζοντας γη».
  • Τα επιτόκια των ομολόγων ΕΤΒΑ στην αρχή και των Εντόκων Γραμματίων, του Ελληνικού Δημοσίου στη συνέχεια να προσφέρουν ετήσιες αποδόσεις αρκετά ανώτερες του πληθωρισμού (ενίοτε και 400 μονάδες βάσης) κάθε χρόνο. Τη δεκαετία του 1990, για παράδειγμα, ο κάτοχος ΕΓΕΔ θα μπορούσε να καρπωθεί 20% αποπληθωρισμένη απόδοση σε μια πενταετία και μάλιστα ακολουθώντας την πλέον συνηθισμένη επενδυτική τοποθέτηση της χώρας. Συχνά, μάλιστα, οι συσσωρευμένες αποδόσεις από τα κρατικά ομόλογα κατευθύνονταν και αυτές στην αγορά ακινήτων, με αποτέλεσμα την επίτευξη επιπλέον κερδών.

Ακόμη, όμως, και εκείνοι που ένοιωθαν τον κίνδυνο της υποτίμησης της δραχμής και διέθεταν μεγάλα αποταμιευτικά ποσά εύρισκαν διάφορες εναλλακτικές επιλογές εκτός Ελλάδας, μέσα από καταθέσεις σε ισχυρά ξένα νομίσματα (συνήθως σε δολάρια και μάρκα), κρατικά και εταιρικά ομόλογα του εξωτερικό, κ.λπ..

Δύσκολες αποφάσεις

Στη συνέχεια, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι τιμές των μετοχών και των υποχώρησαν δραστικά (έως το 2016-2017), τα κρατικά ομόλογα «κουρεύτηκαν» το 2012 (PSI), ενώ οι καλύτερες εγχώριες επενδυτικές επιλογές αποδείχτηκε τελικά πως ήταν είτε οι τραπεζικές καταθέσεις, είτε τα κλασικού τύπου ασφαλιστικά προϊόντα, τα οποία προσέφεραν ελάχιστες ετησιοποιημένες αποδόσεις από 4,25%, έως 3% ή και 1,5%, ανάλογα με το χρόνο παλαιότητας των συμβολαίων.

Πώς όμως έχει η τρέχουσα κατάσταση για τους αποταμιευτές;

  • Τα τραπεζικά καταθετικά επιτόκια υπολείπονται αρκετά του 1% -και προφανώς υπολείπονται του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή- ακόμη και για τις προθεσμιακές τοποθετήσεις.
  • Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν προσφέρουν πλέον επενδυτικά προϊόντα ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης.
  • Οι αποδόσεις (yields) των ομολόγων δύσκολα υπερβαίνουν το 4%, ακόμη και αν μιλάμε για μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις (πέντε ή και επτά ετών), που εκδίδονται από επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, αρκετά κάτω από 4% κυμαίνεται η ετήσια απόδοση των δεκαετούς διάρκειας ελληνικών κρατικών χρεογράφων.
  • Το πάλαι ποτέ ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο του δολαρίου συνοδεύεται πλέον από σημαντικό ρίσκο, με ενδεικτική να είναι η πολύ σημαντική υποχώρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του αμερικανικού νομίσματος κατά το 2025.
  • Το περίεργο είναι πως σε επίπεδο μετοχών και οικονομίας η Ελλάδα θεωρείται σήμερα πιο ασφαλής σε σύγκριση με πολλές άλλες χώρες του εξωτερικού, με τους αναλυτές να θεωρούν πως μπορεί -για μια ακόμη φορά κατά τα τελευταία χρόνια- να υπεραποδώσει έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Άρα, λοιπόν, οι αποταμιευτές «εκβιάζονται» από τα τρέχοντα δεδομένα να τοποθετηθούν σε επενδύσεις μεγαλύτερου ρίσκου, στην περίπτωση που επιθυμούν να διεκδικήσουν ικανοποιητικές αποδόσεις. Όσοι, μάλιστα, το έπραξαν κατά την τελευταία πενταετία, μόνο κέρδη κατέγραψαν. Ειδικότερα, οι μετοχές ανέβηκαν στα διεθνή χρηματιστήρια και μάλιστα ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου της Αθήνας έχει σημειώσει κατά την τελευταία πενταετία κέρδη κοντά στο 200%, πέρα από τα διανεμόμενα μερίσματα της περιόδου αυτής. Επίσης, όσοι τοποθετήθηκαν προ τριετίας σε Ομολογιακά Αμοιβαία Κεφάλαια συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας (Target Maturity) είχαν κλειδώσει για πέντε χρόνια ετήσιες αποδόσεις κοντά στο 4% (τα καινούρια Α/Κ της συγκεκριμένης κατηγορίες αγκομαχούν για μια απόδοση 2%). Οι «οπαδοί» του χρυσού καταγράφουν τεράστια κέρδη κατά τα τελευταία χρόνια (η τιμή του μετάλλου έσπασε ήδη το φράγμα των 5.000 δολαρίων), ενώ ο Δείκτης Οικιστικών Ακινήτων στην Ελλάδα (στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος) από το 59,0 του πρώτου τριμήνου του 2017 έχει εκτιναχθεί στο 109,5 το τρίτο τρίμηνο του 2025!

Με άλλα λόγια, οι αποταμιευτές καλούνται σήμερα να απαντήσουν σε ένα εκβιαστικό δίλημμα: Να επιλέξουν προϊόντα σταθερού εισοδήματος, τα οποία σε μια καλή περίπτωση καλύπτουν τον πληθωρισμό, ή να αναλάβουν ρίσκο σε κατηγορίες επενδύσεων (π.χ. μετοχές, ακίνητα, χρυσός), που έχουν διανύσει τρελό ράλι κατά τα τελευταία χρόνια;

Από τη μια πλευρά δεν είναι καθόλου επιθυμητά τα επιτόκια που υπολείπονται ή έστω κυμαίνονται κοντά στον πληθωρισμό, από την άλλη πλευρά, όμως, δείχνει επικίνδυνη η αγορά μιας κατοικίας προς 4.000 ή και 5.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο ρόλος του επαγγελματία διαχειριστή περιουσίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Αποταμιεύσεις