Ο διαχωρισμός των εκπιπτόμενων από τις μη εκπιπτόμενες δαπάνες εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυρήνες φορολογικής αμφισβήτησης κατά τη διάρκεια των ελέγχων. Παρά την ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου και ερμηνευτικών εγκυκλίων, η πρακτική εφαρμογή αποδεικνύει ότι η έλλειψη ενιαίας, δεσμευτικής και μεθοδολογικά σαφούς προσέγγισης δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου για τους φορολογουμένους και τις επιχειρήσεις.
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην πρόθεση συμμόρφωσης, αλλά στη μεταβλητότητα της ερμηνείας. Η ίδια δαπάνη μπορεί να κριθεί εκπιπτόμενη ή μη, ανάλογα με το πρόσωπο του ελεγκτή και όχι με βάση αντικειμενικά, προδιαγεγραμμένα κριτήρια. Το γεγονός αυτό υπονομεύει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της προβλεψιμότητας του φορολογικού συστήματος.
Η έννοια της εκπιπτόμενης δαπάνης σε επιστημονικό επίπεδο
Εκπιπτόμενη δαπάνη νοείται κάθε κόστος που πραγματοποιείται στο πλαίσιο άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, εξυπηρετεί συγκεκριμένο επιχειρηματικό σκοπό και συμβάλλει άμεσα ή έμμεσα στη δημιουργία ή διατήρηση φορολογητέου εισοδήματος, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της επαρκούς και ουσιαστικής τεκμηρίωσης.
Η ύπαρξη φορολογικού παραστατικού από μόνη της δεν αρκεί για τη φορολογική αναγνώριση της δαπάνης, εφόσον δεν συνοδεύεται από στοιχεία που αποδεικνύουν τον πραγματικό λόγο πραγματοποίησής της και τη συνάφειά της με την επιχειρηματική λειτουργία.
Ο ρόλος του επιχειρηματικού σκοπού στον έλεγχο
Η ουσία της αξιολόγησης οφείλει να εστιάζει στον πραγματικό σκοπό της δαπάνης και όχι στον τυπικό της χαρακτηρισμό. Ο φορολογούμενος καλείται να αποδείξει σε ποια δραστηριότητα αφορά η δαπάνη, ποια ανάγκη καλύπτει και πώς συνδέεται λειτουργικά με την παραγωγή εισοδήματος.
Γενικές ή αόριστες αιτιολογήσεις δεν επαρκούν, όταν δεν υποστηρίζονται από πραγματικά δεδομένα, συμβάσεις, παραδοτέα, τεχνικές εκθέσεις ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Η αρχή της αναλογικότητας ως αντικειμενικό φίλτρο
Ακόμη και όταν μια δαπάνη εξυπηρετεί επιχειρηματικό σκοπό, μπορεί να αμφισβητηθεί ως μη εκπιπτόμενη, εφόσον το ύψος ή η συχνότητά της δεν τεκμηριώνεται σε σχέση με τα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησης ή τις συνήθεις πρακτικές του κλάδου.
Η συστηματική αξιοποίηση συγκριτικών δεδομένων και δεικτών αναλογικότητας θα μπορούσε να αποτελέσει σταθερό και αντικειμενικό σημείο αναφοράς για τον έλεγχο, περιορίζοντας τις υποκειμενικές κρίσεις.
Διαχωρισμός επιχειρηματικού και προσωπικού οφέλους
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ δαπανών που εξυπηρετούν πρωτίστως την επιχειρηματική δραστηριότητα και εκείνων που αποφέρουν κυρίως προσωπική ωφέλεια στα φυσικά πρόσωπα που διοικούν ή εκπροσωπούν την επιχείρηση.
Το κριτήριο του κυρίαρχου οφέλους μπορεί να λειτουργήσει ως καθοριστικός οδηγός: όταν το κύριο όφελος δεν αφορά την επιχείρηση, η δαπάνη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εκπιπτόμενη, ανεξαρτήτως του τρόπου τιμολόγησής της.
Η ανάγκη για δεσμευτική και επικαιροποιημένη διοικητική οδηγία
Η επίλυση του ζητήματος δεν προϋποθέτει αυστηρότερη φορολογική πολιτική, αλλά σαφή και επικαιροποιημένη μεθοδολογία. Παρότι έχει εκδοθεί η ΠΟΛ.1113/2014, η οποία αποτελεί το βασικό ερμηνευτικό κείμενο για την έκπτωση των δαπανών, η πρακτική εμπειρία καταδεικνύει ότι το περιεχόμενό της δεν επαρκεί για να καλύψει τη σημερινή πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών συναλλαγών και την ανάγκη ενιαίας εφαρμογής.
Η αναθεώρηση και επικαιροποίησή της, με ενσωμάτωση σαφών κριτηρίων, ενδεικτικών παραδειγμάτων, απαιτούμενων αποδεικτικών στοιχείων και προβλέψεων «ασφαλούς λιμένα», κρίνεται επιβεβλημένη, ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου και να περιοριστούν οι φορολογικές διαφορές.
Συμπέρασμα
Η σαφήνεια των κανόνων αποτελεί θεμέλιο εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογουμένων και Φορολογικής Διοίκησης. Όταν το πλαίσιο είναι ξεκάθαρο και προβλέψιμο, ο φορολογικός έλεγχος λειτουργεί ως μηχανισμός διασφάλισης της νομιμότητας και όχι ως πηγή αβεβαιότητας.
Ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα οφείλει να βασίζεται στη διαφάνεια, την τεκμηρίωση και την ίση μεταχείριση, προς όφελος τόσο της οικονομίας όσο και της θεσμικής αξιοπιστίας της Διοίκησης.