26/01/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Οι «φτωχοί» και «απαισιόδοξοι» Έλληνες

Πριν από λίγους μήνες, εντύπωση προκάλεσε το εύρημα του Ευρωβαρόμετρου, σύμφωνα με το οποίο το 67% των Ελλήνων θεωρούσε τον εαυτό του «φτωχό».

Όμως, το συγκεκριμένο εύρημα κάθε άλλο παρά η πρώτη «μαύρη» καταγραφή των απόψεων και των προβλέψεων των Ελλήνων ήταν. Για παράδειγμα, στη μηνιαία Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του Ι.Ο.Β.Ε. η πλειονότητα των συμπολιτών μας προβλέπει εδώ και χρόνια αύξηση της ανεργίας -ή έστω διατήρησή της σε σταθερά επίπεδα- για τους επόμενους δώδεκα μήνες, παρά το γεγονός ότι στην πράξη όλο αυτό το χρονικό διάστημα η ανεργία έχει κατρακυλήσει από το 27% στο 8% έως 9%. Επίσης, από την ίδια έρευνα προκύπτει πως μόλις ένα 13%-15% υπάρχει περίπτωση να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους μήνες, όταν κατά τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια ετήσια εισροή κεφαλαίων στα εγχώρια χρηματοοικονομικά στοιχεία της τάξεως των δέκα δισ. ευρώ (για παράδειγμα, βλέπε την πορεία καταθέσεων και των εισροών στα αμοιβαία κεφάλαια).

Επίσης, δημοσιεύτηκε πρόσφατα στον Τύπο (Βήμα της Κυριακής 11/1/2026) η ετήσια Έρευνα Τέλους Έτους της Gallup International, μεταξύ των ευρημάτων της οποίας ήταν ότι:

α) Μόλις το 14% των Ελλήνων πιστεύει ότι το 2026 θα είναι οικονομικά καλύτερο, ενώ το 56% καταγράφει επιδείνωση. Αξιοσημείωτο είναι πως, οι Έλληνες είναι περισσότερο απαισιόδοξοι από τους Ευρωπαίους και οι Ευρωπαίοι περισσότερο απαισιόδοξοι σε σχέση με τον υπόλοιπο πλανήτη. Το αξιοπρόσεκτο είναι πως η Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια καταγράφει αρκετά υψηλότερο ποσοστό αύξησης του Α.Ε.Π. της σε σχέση με την Ευρώπη, πράγμα που αναμένεται να συνεχιστεί και μέσα στο 2026, με βάση τις προβλέψεις τόσο του Προϋπολογισμού, όσο και του συνόλου των Οίκων του εξωτερικού.

Πώς, όμως, μπορούν να ερμηνευθούν αυτές οι αναντιστοιχίες;

Γενικότερα, υπάρχουν στοιχεία και δείκτες που αναφέρονται σε πραγματικά δεδομένα (π.χ. πόσο μεταβλήθηκαν οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών, πόσο αυξήθηκε το Α.Ε.Π. της χώρας, πώς εξελίχθηκαν το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, πώς κινήθηκαν η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, κ.λπ.) και από την άλλη πλευρά υπάρχουν και οι δείκτες κλίματος-προσδοκιών, που δείχνουν με ποιο -αναμφίβολα υποκειμενικό- τρόπο αντιλαμβάνονται το σήμερα και το αύριο οι πολίτες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι κυβερνήσεις, οι αναλυτές, οι επενδυτές και ο επιχειρηματικός κόσμος θα πρέπει να συνεκτιμούν και τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες δεικτών προκειμένου να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Και οι δύο κατηγορίες δεικτών έχουν τα δικά τους μειονεκτήματα.

Η πρώτη κατηγορία δεικτών (αυτή που προκύπτει από τα πραγματικά στοιχεία) έχει ως αδύναμο στοιχείο ότι συχνά δεν συνεκτιμά παράγοντες, όπως π.χ. η ανισοκατανομή των εισοδημάτων και του πλούτου. Για παράδειγμα, μπορεί οι καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών να έχουν αυξηθεί κατά 35 δισ. ευρώ από το τέλος του 2019 έως σήμερα, πλην, όμως, ένα μεγάλο τμήμα των συμπολιτών μας να μην έχει καταφέρει να αποταμιεύσει. Μπορεί, επίσης, το ελληνικό Α.Ε.Π. να έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια, πλην, όμως, το πλέον αδύναμο οικονομικό τμήμα των συμπολιτών μας να έχει επηρεαστεί αρνητικά από το φαινόμενο του πληθωρισμού. Για τον λόγο αυτό, προκειμένου να προκύψουν ασφαλέστερα συμπεράσματα, καλό είναι οι προαναφερόμενοι δείκτες να συνοδεύονται και από άλλους συμπληρωματικούς δείκτες.

Η δεύτερη κατηγορία δεικτών (κλίματος-προσδοκιών) αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες, όπως για παράδειγμα αυτές της κατανόησης των ερωτήσεων και της ειλικρίνειας των απαντήσεων. Πολύ συχνά οι απαντήσεις μέρους των ερωτηθέντων δεν επηρεάζεται μόνο από τα υπάρχοντα δεδομένα, αλλά και παράγοντες που σχετίζονται με την ψυχολογία τους, την ιδεολογία τους και το κλίμα ανασφάλειας που ενδεχομένως τους χαρακτηρίζει.

Για παράδειγμα, αν ρωτήσει κάποιος εκατό ανθρώπους για το αν αποταμιεύουν ή όχι, αρκετοί θα πουν «όχι φυσικά, αφού πληρώνω τις δόσεις του στεγαστικού δανείου μου, ή επειδή επεκτείνω στο σπίτι στο χωριό μου». Άρα, οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να δηλώνουν ότι δεν αποταμιεύουν, αλλά στην πράξη αποταμιεύουν, καθώς αυξάνουν την καθαρή τους περιουσία (περιουσιακά στοιχεία μείον υποχρεώσεις). Απλά -εκ λάθους- ταυτίζουν την αποταμίευση με την τραπεζική κατάθεση.

Επίσης, σε ένα ερώτημα για το «αν θεωρείτε τον εαυτό σας φτωχό» τίθεται το ζήτημα του πώς κάποιος αντιλαμβάνεται τη φτώχεια. Αρκετοί, λοιπόν, απαντούν θετικά στο ερώτημα δηλώνοντας φτωχοί, π.χ. επειδή συγκρίνουν την τρέχουσα κατάστασή τους σε σχέση με την Ευρώπη (με πολύ πλουσιότερα κράτη, όπου π.χ. ο βασικός μισθός ανέρχεται στα 2.000 ευρώ) ή γιατί αξιολογούν την τρέχουσα κατάσταση με βάση τα χρόνια που είχαν προηγηθεί της οικονομικής κρίσης του 2010, ή τέλος επειδή έχουν εισοδήματα χαμηλότερα από αυτά που οι ίδιοι θα επιθυμούσαν να έχουν.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Έλληνας, Φτώχεια