Ας ξεκινήσουμε με πολύ λίγη θεωρεία μέχρις ότου να φτάσουμε στην ουσία. Τί σημαίνει ότι το νόμισμα της χώρας Α’ διολισθαίνει έναντι του άλλου της χώρας Β’ και η σχέση ανταλλαγής του επιδεινώνεται; Κάτι τέτοιο μπορεί να ερμηνεύεται κατά κύριο λόγο από έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω παράγοντες:
α) Η χώρα Α’ χάνει σε ανταγωνιστικότητα έναντι της χώρας Β’.
β) Το έλλειμμα της προαναφερθείσας ανταγωνιστικότητας της χώρας Α’ δεν καλύπτεται από τη διαφορά των επιτοκίων μεταξύ των δύο αυτών νομισμάτων.
γ) Υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τα μεγέθη δημοσιονομικού αποτελέσματος και δημοσίου χρέους στη χώρα Α’. Η κατάσταση αυτή επιτείνεται στην περίπτωση όπου η κυβέρνηση της χώρας Α’ δεν επιθυμεί -ή έστω δεν έχει τη σχετική πολιτική δυνατότητα να το πράξει- να λάβει ουσιαστικά μέτρα για το νοικοκύρεμα των δημοσιονομικών μεγεθών της και για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσα από διαρθρωτικές παρεμβάσεις.
δ) Η στρατηγική της Κεντρικής Τράπεζας προκειμένου να τονώσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της χώρας Α’ είναι να έχει μια χαμηλότερη συναλλαγματική ισοτιμία σε σχέση με το παρελθόν.
Αν, όμως, όλα αυτά είναι θεωρητικά, οι αναλυτές διαπιστώνουν πως εδώ και πολλά χρόνια οι περισσότερες χώρες του αποκαλούμενου «Δυτικού κόσμου» (και όχι μόνο) δεν έχουν επιλέξει να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των δημοσίων οικονομικών και των οικονομιών τους γενικότερα μέσα από αντιδημοφιλή μέτρα, αλλά δρουν «επιφανειακά» -και με επικίνδυνο τρόπο σε μακροπρόθεσμη βάση- μέσα από υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, αυξημένα δημόσια χρέη και μέσα από τις πολύ χαλαρές νομισματικές πολιτικές των Κεντρικών Τραπεζών. Έτσι, χώρες όπως οι Η.Π.Α., το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ιταλία έχουν δείκτες που θυμίζουν τους αντίστοιχους ελληνικούς, πριν η χώρας μας αναγκαστεί να εισέλθει στην περιπέτεια των «μνημονίων» την προηγούμενη δεκαετία.
Αν, λοιπόν, ήταν μόνο μια χώρα που ακολουθούσε μια τέτοια πολιτική, τότε θα βλέπαμε το νόμισμά της να υποχωρεί έντονα έναντι των υπολοίπων. Επειδή, όμως, βλέπουμε πολλές χώρες να δρουν ταυτόχρονα με μια τέτοια πολιτική διαπιστώνουμε ότι:
Πρώτον, επειδή οι Η.Π.Α. έχουν χειρότερους δείκτες σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης, το αμερικανικό δολάριο υποχώρησε πέρυσι έναντι του ευρώ, παρά το ότι προσφέρει αρκετά υψηλότερο επιτόκιο.
Και δεύτερον, όλα σχεδόν τα νομίσματα «υποτιμήθηκαν» σε σύγκριση με τα υπόλοιπα περιουσιακά-επενδυτικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα σε σύγκριση με το χρυσό, τις μετοχές, τα ακίνητα και τα κρυπτονομίσματα. Για παράδειγμα, η εκτίναξη του χρυσού σε όρους δολαρίου αφενός ερμηνεύεται από την αύξηση της διεθνούς αβεβαιότητας και αφ’ ετέρου από την ουσιαστική αποδυνάμωση του δολαρίου. Επίσης, το γεγονός ότι μια μετοχή αυξήθηκε π.χ. κατά 30% πέρυσι οφείλεται αφενός ενδεχομένως σε κάποιες κινήσεις της διοίκησης και της χώρας και αφ’ ετέρου στο ότι τόσο το δολάριο, όσο και το ευρώ «υποτιμήθηκαν» έναντι «πραγματικών» αξιών, όπως είναι οι μετοχές.
Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, αυτή είναι μια από τις ερμηνείες που εξηγούν το γιατί μέσα σε ένα τόσο δύσκολο και αβέβαιο περιβάλλον οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, ζήσαμε το 2025 μια ανοδική χρονιά για τις μετοχές (Ευρώπης και Η.Π.Α. δολαρίου σε όρους δολαρίου), για τα ακίνητα και για το χρυσό.
Το κρίσιμο ερώτημα
Το μεγαλύτερο ωστόσο ερώτημα που προκύπτει είναι το αν η τρέχουσα αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων μέσα από μια συνεχιζόμενη αύξηση του παγκόσμιου χρέους και μέσα από πολύ χαλαρές νομισματικές πολιτικές των Κεντρικών Τραπεζών μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα διατηρήσιμο, ή αντίθετα είναι σε θέση σε κάποια μελλοντική στιγμή να προκαλέσει μια σοβαρή κρίση στη διεθνή οικονομία («σπάσιμο της φούσκας»).
Η Ευρώπη φαίνεται να έχει αντιληφθεί σε μεγαλύτερο βαθμό το μέγεθος του προβλήματος σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, με την Κομισιόν να πιέζει τις κυβερνήσεις για μικρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα, έτσι ώστε μέσα από τις αυξήσεις του Α.Ε.Π. (σε αποπληθωρισμένες και ακόμη περισσότερο σε τρέχουσες τιμές) να μειώνεται ο δείκτης του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του Α.Ε.Π..
Οι Η.Π.Α. επιθυμούν και αυτές να διαχειριστούν το ζήτημα μέσα από μια μεγάλη αύξηση του Α.Ε.Π., από περικοπές δαπανών, κ.λπ., πλην, όμως, τόσο η περαιτέρω μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, όσο το μίγμα των μέτρων που έχουν ληφθεί επί προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ έχουν προκαλέσει περισσότερο σύγχυση, παρά αισιοδοξία στις αγορές.
ΥΓ: Κατά τη δεκαετία του 1970 το αμερικανικό νόμισμα βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του, καθώς σε αυτό ήταν τοποθετημένο περίπου το 85% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων των Κεντρικών Τραπεζών! Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υποχωρήσει στο 59% (στοιχεία Δ.Ν.Τ.), με το ευρώ να ακολουθεί στη δεύτερη θέση (20%) και το γεν στην τρίτη με 6%. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται η αγγλική στερλίνα.