12/01/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Ποιοι παράγοντες θα επηρεάσουν τις τραπεζικές χορηγήσεις

Με βάση τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τον Νοέμβριο του 2025 η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα είχε διαμορφωθεί σε +7,2% (στα 126,45 δισ. ευρώ) σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα της προηγούμενης χρονιάς, με αιχμή του δόρατος τις χορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις (+9,9%). Αντίθετα, τα δάνεια προς τα νοικοκυριά σημείωσαν άνοδο μόλις κατά 2%, ενώ τα υπόλοιπα προς αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις υποχώρησαν κατά 0,8%.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις των αναλυτών, οι τραπεζικές χορηγήσεις θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά κατά τα επόμενα χρόνια, λόγω κυρίως των παρακάτω παραγόντων:

Πρώτον, η ανοδική πορεία του Α.Ε.Π., με την Τράπεζα της Ελλάδος να προβλέπει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2,1% για την επόμενη τριετία. Η αύξηση αυτή του Α.Ε.Π. θα βασιστεί κατά κύριο λόγο στις υψηλότερες επενδύσεις (κρατικές, Ταμείο Ανάκαμψης, ιδιωτικός τομέας), οι οποίες θα υλοποιηθούν από επιχειρήσεις και κατά ένα σημαντικό ποσοστό θα χρηματοδοτηθούν μέσα από το τραπεζικό σύστημα. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, το ύψος των επενδύσεων δεν θα υποχωρήσει, λόγω και της υψηλότερης συνδρομής του κράτους (10-11 δισ. ευρώ ετησίως). Επίσης, από το 2026 και μετά αναμένεται να προκύψει κάποια περιορισμένη πιστωτική επέκταση και προς τα νοικοκυριά, μετά τη συρρίκνωση που παρατηρήθηκε για δεκαπέντε συνεχόμενα έτη.

Δεύτερον, οι επαναγορές από τα funds παλαιότερων κόκκινων δανείων, τα οποία έχουν ρυθμιστεί από τους «εξυπηρετητές» (servicers) και πλέον εξυπηρετούνται κανονικά.

Τρίτον, το γεγονός ότι οι εγχώριες συστημικές τράπεζες διαθέτουν πλέον εξυγιασμένους ισολογισμούς σε συνδυασμό με το ότι εδώ και αρκετά χρόνια δεν έχουμε διαπιστώσει την εμφάνιση μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του πρώτου φετινού εννεαμήνου, όπου ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώθηκε για παράδειγμα στο 2,8% για τη Eurobank (από 2,9% στις 30/9/2024), στο 2,5% για την Πειραιώς (3,2% στο Q3 του 2024), στο 2,5% για την Εθνική από το 3,3%, μόλις στο 1,43% για την Optima Bank (από 0,92%) και στο 3,6% για την Alpha Bank από 4,5%.

Σύμφωνα, μάλιστα, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το ποσοστό των κόκκινων δανείων στο τέλος Ιουνίου (δεύτερο τρίμηνο του 2025) υποχώρησε στην Ελλάδα στο 2,73% από 2,90%, που ήταν στο πρώτο τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, ο μέσος όρος των τραπεζών που βρίσκονται υπό την εποπτεία της Ε.Κ.Τ. στο ίδιο διάστημα (δεύτερο τρίμηνο 2025) διαμορφώθηκε σε ακόμη πιο χαμηλά επίπεδα, στο 1,90%.

Τέταρτο, το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης. Ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν προχωρήσει φέτος σε νέα μείωση των επιτοκίων της, το μεσοσταθμικό κόστος για ολόκληρο το 2026 θα είναι κάπως χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2025 (μέχρι τον Απρίλιο του 2025 το βασικό επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. βρισκόταν στο 4%). Επιπλέον, οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να «κλειδώσουν» για μεγάλα χρονικά διαστήματα (π.χ. τριών, πέντε, επτά, ή και δέκα ετών) δανειακά κεφάλαια, είτε μέσα από την ανάληψη μακροχρόνιου δανεισμού, είτε μέσα από την αγορά παραγώγων (απόκτηση θέση στα Interest Rate Swaps, όπου εξασφαλίζεται το ύψος του Euribor).

Και πέμπτο, οι κινήσεις εξαγορών που σχεδιάζονται (τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό) κυρίως από τους μεγάλους επιχειρηματικούς Ομίλους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των αναλυτών, ο χορός των επιχειρηματικών deals θα συνεχιστεί και κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια και πιθανότατα ένα κομμάτι αυτών των επιθετικών κινήσεων θα χρηματοδοτηθεί μέσα από το πιστωτικό σύστημα.

Το ευχάριστο στοιχείο στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν την απαιτούμενη ρευστότητα προκειμένου να καλύψουν την όποια αυξημένη ζήτηση για πρόσθετη χρηματοδότηση προκύψει κατά τα επόμενα χρόνια.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
τραπεζικές χορηγήσεις