Στις βασικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντάσσεται και η δημιουργία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, με την Ελλάδα να δηλώνει υπέρμαχος προς μια τέτοια κατεύθυνση.
Τί σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει αφ’ ενός να «πέσουν» τα υπάρχοντα εμπόδια και αφ’ ετέρου να δοθούν και κάποιες διευκολύνσεις, προκειμένου να είναι όσο το δυνατόν ευκολότερο και φτηνότερο σε έναν πολίτη, ή σε μια επιχείρηση να επενδύσει (απόκτηση μετοχών, ομολόγων, κ.λπ.) σε οποιαδήποτε τοποθέτηση εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τί κρύβεται πίσω από αυτό; Πρώτον, η διαπίστωση ότι στις ευρωπαϊκές τράπεζες «λιμνάζουν» καταθέσεις πολλών τρισεκατομμυρίων ευρώ, μέρος των οποίων εάν τοποθετηθεί σε ομόλογα και μετοχές θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μεγάλες επιχειρηματικές επενδύσεις και αυτό με τη σειρά του να τονώσει την ευρωπαϊκή οικονομία. Και δεύτερον, η πεποίθηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι μέσα από την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων κάτι τέτοιο θα μπορούσε να διευκολυνθεί σε πολύ σημαντικό βαθμό. Όπως άλλωστε επισημαίνουν πολλοί αξιωματούχοι (εμπεριέχεται και στην έκθεση του Μάριο Ντράγκι), οι Ευρωπαίοι τοποθετούν πολύ μικρότερο ποσοστό του πλούτου τους σε μετοχές σε σύγκριση με τους Αμερικανούς, εξέλιξη που αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη της Γηραιάς Ηπείρου.
Ένα δείγμα της ευρωπαϊκής κινητικότητας γύρω από την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποτελεί και η κίνηση του Euronext να υποβάλει δημόσια πρόταση στην Ε.Χ.Α.Ε. (τα αποτελέσματα της δημόσιας πρότασης θα τα δούμε στις 17 Νοεμβρίου, καθώς η αποδοχή της ή η απόρριψή της αποτελεί θέμα των μετόχων της Ε.Χ.Α.Ε.), με στόχο το ελληνικό χρηματιστήριο να συγχωνευθεί με τα άλλα επτά ευρωπαϊκά χρηματιστήρια που βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα του Euronext (Γαλλία, Ολλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία, Νορβηγία, Βέλγιο, και Ιρλανδία).
Αυτό που επίσης συζητήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το γεγονός ότι στις 13 Οκτωβρίου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο θεσμικό πλαίσιο που αφορά τη δυνατότητα εξόδου μιας εταιρείας από το Χρηματιστήριο της Αθήνας. Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι πλέον παύει να υπάρχει η προϋπόθεση μιας γενικής συνέλευσης που θα εγκρίνει το αίτημα εξόδου από το Χ.Α. και θα έχει ελάχιστη απαρτία το 95%. Αντίθετα, θα αρκεί μια γενική συνέλευση με απλή πλειοψηφία, υπό την προϋπόθεση ότι θα δίδονται στους μετόχους μειοψηφίας τίτλοι μιας άλλης εταιρείας που διαπραγματεύεται σε χρηματιστηριακή αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η «επόμενη μέρα»
Με απλά λόγια, ο νόμος διευκολύνει έναν ξένο Όμιλο να βγάλει μια ελληνική εταιρεία από το Χρηματιστήριο της Αθήνας, προσφέροντας δικές του μετοχές που θα διαπραγματεύονται πχ στα χρηματιστήρια των Παρισίων, του Μιλάνο, των Βρυξελλών, κ.λπ.. Το σύνολο των παραγόντων της αγοράς θεώρησε το νόμο αυτό ως «φωτογραφικό» (προβλέπει μάλιστα και αναδρομική ισχύ από την 1η Οκτωβρίου του 2025), προκειμένου να διευκολυνθεί η προαναφερθείσα δημόσια πρόταση του Euronext, ωστόσο το νέο αυτό θεσμικό πλαίσιο δεν περιορίζεται μόνο στη μετοχή της Ε.Χ.Α.Ε., αλλά θα μπορούσε μελλοντικά να αφορά κάθε άλλη μετοχή του ελληνικού χρηματιστηρίου. Και δεν είναι τυχαίο ότι τα σενάρια των αναλυτών και των παραγόντων της αγοράς εστιάστηκαν στις τέσσερεις συστημικές τράπεζες, στον Ο.Τ.Ε. και σε λίγες ακόμη εταιρείες υψηλής κεφαλαιοποίησης. Άλλωστε, η κίνηση της Allwyn, που είχε προηγηθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, να προτείνει τη συγχώνευσή της με τον Ο.Π.Α.Π., είχε δημιουργήσει σε πολλούς την εντύπωση πως υπάρχει μια γενικότερη τάση ένταξης των εγχώριων Ομίλων σε μεγαλύτερα πολυεθνικά σχήματα.
Και εδώ ξεκινά το δίλλημα που τίθεται μεταξύ παραγόντων της πολιτικής, της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Την ώρα που ένα πολύ σημαντικό τμήμα αυτών επικροτεί την όλη προσπάθεια δημιουργίας μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων (η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα λειτουργήσει καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση), ένα άλλο τμήμα θεωρεί πως κινδυνεύουμε ποικιλοτρόπως σε βάθος χρόνου μέσα από τον αφελληνισμό των ελληνικών επιχειρήσεων, από τα εμπόδια που θα προκύψουν για τις εταιρείες μικρομεσαίου μεγέθους και από τον έλεγχο της ελληνικής οικονομίας από μετοχικά κέντρα του εξωτερικού.
Κάθε πλευρά παραθέτει τα δικά της επιχειρήματα (θα απαιτούσαν… βιβλίο ολόκληρο προκειμένου να αναλυθούν), ενώ στην όλη εξίσωση μπαίνουν και οι μεγάλες επενδύσεις στις οποίες θα πρέπει να προχωρήσουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, προκειμένου να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα που θα διαμορφώσει η ραγδαία επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης. Λέγεται, για παράδειγμα, ότι, οι απαιτούμενες επενδύσεις είναι τόσο μεγάλες, έτσι ώστε να μην μπορούν να χρηματοδοτηθούν από μικρά εταιρικά σχήματα, άρα ένα μέτρο αντιμετώπισης της συγκεκριμένης δυσκολίας θα ήταν η δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων (οικονομίες κλίμακας).
Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια προβλέπονται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.