Σε συνέντευξή της στον ελληνικό Τύπο (εφημερίδα «Καθημερινή»), η Πέτρα Χίλκεμα, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) δήλωσε ότι οι συμπληρωματικές συντάξεις αποτελούν μονόδρομο και πως δεν οδηγεί σε λύση η συνεχής αύξηση των συνταξιοδοτικών ηλικιακών ορίων. Με άλλα λόγια, τόνισε πως οι εργαζόμενοι θα πρέπει να ξεκινήσουν να αποταμιεύουν από τώρα χρήματα (π.χ. μέσω Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, ή μέσα από τα ιδιωτικά προγράμματα των ασφαλιστικών εταιρειών) προκειμένου να διατηρήσουν ένα «αξιοπρεπές» εισόδημα μετά την αποχώρησή τους από την αγορά εργασίας, καθώς οι κρατικές πολιτικές στην Ευρώπη για σταδιακές αυξήσεις ηλικιακών συνταξιοδοτικών ορίων είναι περίπλοκες και εν πολλοίς αναποτελεσματικές από ένα σημείο και μετά.
Η Πέτρα Χίλκεμα αναφέρθηκε προφανώς και στον παράγοντα του δημογραφικού, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι ενώ το 1990 η μέση ηλικία του Ευρωπαίου πολίτη ήταν τα 34 έτη, σήμερα έχει διαμορφωθεί στα 45 έτη, με την τάση να είναι ανοδική.
Και θα συμπλήρωνε στα όσα είπε η Πέτρα Χίλκεμα ένας απλός πολίτης: Πώς, για παράδειγμα, θα αυξήσει μια κυβέρνηση τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης σε επαγγελματικές κατηγορίες που απαιτούν σωματική δύναμη; Μέχρι ποια ηλικία θα εργάζονται οι οδηγοί λεωφορείων, οι πιλότοι, οι χειρουργοί και μια σειρά άλλων «ειδικών» επαγγελμάτων; Τί θα απογίνει με τους συμπολίτες μας οι οποίοι θα αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας στα 67 ή στα 69 τους χρόνια; Ποια μεταχείριση θα υπάρξει για όσους ηλικιωμένους δεν θα έχουν καταφέρει να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογίες και στις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης;
Τρόποι αντιμετώπισης
Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει με διάφορους τρόπους την επίπτωση του δημογραφικού ζητήματος στο συνταξιοδοτικό σύστημα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι παρακάτω:
Πρώτον, η ανάπτυξη του δεύτερου συνταξιοδοτικού πυλώνα, ο οποίος είναι πλήρως ανταποδοτικός και το κομμάτι του αυτό δεν επηρεάζεται από τις εξελίξεις στο δημογραφικό μέτωπο. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργούν σε υποχρεωτική βάση για τους νέους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα το Τ.Ε.Κ.Α. (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης), ενώ κάποια φορολογικά κίνητρα προσφέρονται και σε όσους εθελοντικά συμμετέχουν σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Παρ’ όλα αυτά, ο συνδυασμός αυτών σε καμιά περίπτωση δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος, με δεδομένο την πολύ χαμηλή διείσδυση και των δύο αυτών επιλογών.
Και δεύτερον, η παροχή φορολογικών κινήτρων, προκειμένου οι συνταξιούχοι να συνεχίσουν να εργάζονται είτε ως μισθωτοί, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες, καθώς με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται πρόσθετα έσοδα τόσο για το κράτος (φόρος εισοδήματος), όσο και για τα ασφαλιστικά ταμεία (εισφορές), ενώ παράλληλα αμβλύνεται και το πρόβλημα έλλειψης διαθέσιμου εργατικού δυναμικού στη χώρα.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, θα πρέπει επίσης να δοθούν κίνητρα για την αύξηση των γεννήσεων, για την ευρύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας (π.χ. πρόσθετες θέσεις εργασίας μερικής απασχόλησης, ευρύτερη χρήση της τηλεργασίας, μεγαλύτερες άδειες μητρότητας, κ.λπ.), για την επιστροφή Ελλήνων από το εξωτερικό (brain regain) για την πάταξη της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής, αλλά και για την είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας σε μικρότερη ηλικία (σε πολλές περιπτώσεις η ηλικία αυτή φτάνει στη χώρα μας ακόμη και στα τριάντα έτη!).
Τέλος, είναι προφανές ότι όσο περισσότερο αυξάνεται το Α.Ε.Π. της χώρας και όσο περιορίζεται το ποσοστό της ανεργίας, τόσο μικρότερες καθίστανται οι πιέσεις στο συνταξιοδοτικό της σύστημα.
Η τρέχουσα κατάσταση
Η Ελλάδα έχει σήμερα νομοθετημένο όριο συνταξιοδότησης τα 67 έτη, ωστόσο κάθε τριετία (αρχής γενομένης από το 2027) θα πρέπει επανεξετάζει την πορεία των αναλογιστικών μελετών και να προχωρεί σε αυξήσεις των συνταξιοδοτικών ορίων κάθε φορά που αυτό απαιτείται.
Πέρα, όμως, από την ενδεχόμενη αύξηση των ορίων ηλικίας, ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνει χώρα είναι η μείωση του ύψους των καταβαλλόμενων συντάξεων. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι οι συνταξιοδοτικοί όροι του συστήματος παραμένουν οι ίδιοι, το μέσο ύψος των συντάξεων που καταβάλλεται σε κάθε συνταξιούχο θα αποκλιμακώνεται, για τους παρακάτω λόγους: Πρώτον, λόγω της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας (βλέπε ανεργία, υποαπασχόληση, ή και αδήλωτη εργασία), θα βρεθούν πολλοί μελλοντικοί συνταξιούχοι με μικρότερο αριθμό ενσήμων. Και δεύτερον, επειδή οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν επιλέξει να ενταχθούν στις χαμηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες, με αποτέλεσμα και το πενιχρό ύψος των συντάξεων που θα απολαύσουν.
Πόσο, όμως, ικανοποιητικό είναι το τρέχον ύψος των συντάξεων; Περίπου το 60% των σημερινών συνταξιούχων λαμβάνει σύνταξη γήρατος χαμηλότερη των χιλίων ευρώ και η μέση κύρια σύνταξη γήρατος ανέρχεται σε 927,35 ευρώ (κατά μέσο όρο οι συνταξιούχοι του δημοσίου τομέα εισπράττουν περισσότερα από αυτούς του ιδιωτικού τομέα).