06/10/25 | Αρχική > Αρθρογραφία > Artion - Σχολιασμός Νομολογίας

ΣτΕ (Β’) 848/2025 – Το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου τίμημα δεν δεσμεύει την φορολογική αρχή

Στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής έλαβε χώρα αγορά ακινήτου το 2008, όπου στο συμβόλαιο δηλώθηκε τίμημα ίσο με την αντικειμενική αξία (383.815,99 €), ενώ από τραπεζικά στοιχεία προέκυψε καταβολή ποσού ύψους 650.000 €. Η φορολογική διοίκηση θεώρησε ότι η διαφορά των 266.184,01 € αποκρύφθηκε και επέβαλε ισόποσο πρόστιμο βάσει της παρ. 10 του άρθρου 5 του Κ.Β.Σ. (Ν. 2523/1997).

Το Διοικητικό Εφετείο, εφαρμόζοντας το άρθρο 7 του Ν. 4337/2015 περί ηπιότερης κύρωσης, μείωσε το πρόστιμο στο 25% της αποκρυβείσας αξίας (66.546 €). Η εταιρεία προέβαλε ότι δεν υπήρξε παράβαση, ότι το τίμημα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί χωρίς αντέγγραφο, ότι το επιπλέον ποσό συνδεόταν με άλλη αγοραπωλησία και ότι η αρχή της ευμενέστερης κύρωσης επέβαλε πλήρη απαλλαγή.

Το ΣτΕ απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς. Έκρινε ότι το συμβόλαιο ακινήτου αποτελεί φορολογικό στοιχείο κατά τον Κ.Β.Σ., ότι η φορολογική διοίκηση δύναται να αμφισβητήσει το δηλωθέν τίμημα ακόμη και αν ταυτίζεται με την αντικειμενική αξία, εφόσον υπάρχουν αποδείξεις (όπως τραπεζικά δεδομένα), και ότι δεν απαιτείται αντέγγραφο (έγγραφο ανταπόδειξης) για την απόδειξη ανακρίβειας. Ως προς την αρχή της ευμενέστερης κύρωσης, έκρινε ότι εφαρμόζεται μόνο εντός των ορίων που τάσσει ο Ν. 4337/2015, δηλαδή μέχρι το 25% της αποκρυβείσας αξίας, χωρίς δυνατότητα μηδενισμού του προστίμου.

Η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις (τεκμήρια), ήτοι από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης. Τούτο δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση, όπως η επίδικη, στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 28 του Κ.Φ.Ε., χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα, είτε αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία, είτε την υπερβαίνει. Τα παραπάνω στοιχεία, συνολικώς ορώμενα, είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού-πωλητή τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021 σκ. 7 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και διατηρήθηκε το μειωμένο πρόστιμο. Η απόφαση παγιώνει ότι (α) το συμβολαιογραφικό έγγραφο ελέγχεται ως φορολογικό στοιχείο και (β) η αρχή της ηπιότερης κύρωσης δεν οδηγεί σε κατάργηση του προστίμου πέραν των ορίων του νόμου.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

Αριθμός 848/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2025, με την εξής σύνθεση: Δημήτριος Εμμανουηλίδης, Aντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σοφία Βιτάλη, Ευσταθία Σκούρα, Σύμβουλοι, Αντώνιος Φοβάκης, Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελένη Τουρόγιαννη.
Για να δικάσει την από 13 Ιουλίου 2018 αίτηση: της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ε.Ε.», που εδρεύει στη Ρόδο (...), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Δελλαπόρτα (Α.Μ. 32401), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 683/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Κωνσταντίνου Χριστόπουλου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά τον Νόμο 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής .../2018). 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της Α683/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης, από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, ενδικοφανούς προσφυγής της κατά της .../2014 πράξης επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Με την τελευταία πράξη είχε επιβληθεί στην αναιρεσείουσα πρόστιμο 266.184,01 ευρώ, για παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ., π.δ. 186/1992, Α΄ 84), λόγω ανακριβούς αναγραφής τιμήματος πώλησης σε συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου, κατά τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2008. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τροποποιήθηκε εν μέρει η ως άνω σιωπηρή απορριπτική απόφαση και περιορίστηκε το επιβληθέν πρόστιμο σε 66.546 ευρώ. 3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου άσκησής της (13.7.2018), υπάγεται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), η δε παράγραφος 3 περαιτέρω και με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240). Όπως προκύπτει δε από το .../11.6.2018 σημείωμα προσδιορισμού φορολογικής διαφοράς του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ποσό της ένδικης διαφοράς υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ. 4. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα εταιρία διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών τις εργολαβίες τεχνικών έργων και έδρα τη Ρόδο, ενώ τηρούσε βιβλία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. Με το .../8.7.2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., η ... πώλησε στην αναιρεσείουσα ένα οικόπεδο, στο Δήμο Ρόδου, επιφανείας 591 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε παλαιά ισόγεια οικία επιφανείας 216 τ.μ., με αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αξία της συναλλαγής το ποσό των 383.815,99 ευρώ, η οποία είναι και η αντικειμενική αξία του ακινήτου, ενώ η εξόφληση του τιμήματος αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι θα πραγματοποιηθεί από προϊόν δανείου εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή του συμβολαίου (8.7.2008) ή και νωρίτερα. Από φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην πωλήτρια του ακινήτου, διαπιστώθηκε ότι σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα ... (ήδη Τράπεζα ...), κατατέθηκε στις 25.7.2008 τραπεζική επιταγή έκδοσης της ... (κατάστημα Ρόδου), ποσού 383.815,99 ευρώ και στις 28.7.2008 τραπεζική επιταγή έκδοσης της ... (κατάστημα Αγίου Νικολάου Ρόδου), ποσού 266.184,01 ευρώ. Ακολούθως, διαπιστώθηκε ότι η έκδοση της ανωτέρω δεύτερης επιταγής της ..., ποσού 266.184,01 ευρώ, πραγματοποιήθηκε από τον διαχειριστή της αναιρεσείουσας ... σε διαταγή του, στις 25.7.2008, ενώ το ποσό αυτό προήλθε από ανάληψη ποσού 120.000 ευρώ από λογαριασμό όψεως που τηρεί η αναιρεσείουσα και το υπόλοιπο ποσό συμπληρώθηκε με μετρητά από τον ίδιο. Ενόψει των ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι η πωλήτρια του ένδικου ακινήτου εισέπραξε από την αναιρεσείουσα και τον διαχειριστή της επιταγές συνολικού ποσού 650.0000 ευρώ. Στη συνέχεια, μετά από έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της αναιρεσείουσας, διαπιστώθηκε ότι είχε μεν καταχωρισθεί στα βιβλία της η αγορά του ανωτέρω ακινήτου, ως προς την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αντικειμενική αξία των 383.815,99 ευρώ, πλην όμως, δεν εμφανίζονταν στα λογιστικά βιβλία της οι κινήσεις μετρητών και η μεταφορά ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς της αναιρεσείουσας στο κατάστημα Αγίου Νικολάου της ... στις 25-7-2008. Κατόπιν τούτου, ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα αγόρασε ακίνητο, το οποίο αποτελεί πάγιο περιουσιακό στοιχείο της, με καταχώρηση στα λογιστικά της βιβλία, ως φορολογικού στοιχείου του ακινήτου, του .../8.7.2008 συμβολαίου, με αναγραφόμενη αξία την αντικειμενική αξία του ακινήτου των 383.815,99 ευρώ, αντί του πραγματικού τιμήματος των 650.0000 ευρώ που κατέβαλε μέσω τραπέζης στην πωλήτρια του ακινήτου και, συνεπώς, το ανωτέρω συμβόλαιο, στη σύνταξη του οποίου συνέπραξε η αναιρεσείουσα και το οποίο αποτελεί στοιχείο του Κ.Β.Σ. και δικαιολογητικό στοιχείο εγγραφής της αναιρεσείουσας, είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη σ’ αυτό αξία της συναλλαγής, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 12 παρ. 5 και 16α του Κ.Β.Σ. Ακολούθως, εκδόθηκε η .../2014 πράξη επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, με την οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα πρόστιμο για ανακριβή έκδοση στοιχείου πώλησης, ύψους 266.184,01 ευρώ, ίσο με την αποκρυβείσα αξία της συναλλαγής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 10α του ν. 2523/1997. Ενδικοφανής προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω πράξης απορρίφθηκε σιωπηρά από την Δ.Ε.Δ. της Γ.Γ.Δ.Ε.. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, με την οποία προέβαλε τα εξής: α) ότι η φορολογική αρχή, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 28 του ν. 2238/1994 και 41 του ν. 1249/1982, αμφισβήτησε, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αντικειμενική αξία του ένδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την αιτιολογία ότι τα τεκμήρια που θεσπίζονται με τις ανωτέρω διατάξεις για τον προσδιορισμό του τιμήματος αγοραπωλησίας είναι μαχητά και, συνεπώς, δεν υφίσταται δέσμευση της φορολογικής αρχής και των δικαστηρίων της ουσίας από τα τεκμήρια αυτά σε περίπτωση που από έλεγχο διαπιστωθεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι το αληθώς καταβληθέν τίμημα της αγοραπωλησίας είναι μεγαλύτερο, οπότε πλέον αυτό είναι ληπτέο υπόψη, β) ότι η κρίση της φορολογικής αρχής περί εικονικότητας του τιμήματος του συμβολαίου στερείται ουσιαστικής και νομικής βασιμότητας. Και ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την αιτιολογία ότι, από τα εμπιστευτικά έγγραφα των τραπεζών ... και ... που διαβιβάστηκαν στον έλεγχο, προέκυψε ότι το πραγματικό τίμημα που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στην πωλήτρια του ακινήτου ανέρχεται σε 650.000 ευρώ και, συνεπώς, το .../8.7.2008 συμβόλαιο, στη σύνταξη του οποίου συνέπραξε η αναιρεσείουσα και το οποίο αποτελεί στοιχείο του Κ.Β.Σ. και δικαιολογητικό στοιχείο εγγραφής της, είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη σ’ αυτό αξία της συναλλαγής και γ) ότι κατέβαλε στην πωλήτρια τη διαφορά (266.184,01 ευρώ) μεταξύ του ανωτέρω ποσού των 650.000 ευρώ και του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος ως προκαταβολή για την αγορά από αυτήν και δεύτερου ακινήτου, η οποία ματαιώθηκε και το ποσό αυτό της επιστράφηκε. Ομοίως, ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι, από τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης της πωλήτριας, διαπιστώθηκε ότι η τελευταία, κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, δεν διατηρούσε άλλο ακίνητο. Εξάλλου, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προσφυγής η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι, κατά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και σύμφωνα και με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλεται, εν προκειμένω, η αναδρομική εφαρμογή της ηπιότερης κύρωσης. Ειδικότερα, επικαλέστηκε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 4337/2015, με την οποία καταργήθηκαν οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 55 του ν. 4174/2013, και ζήτησε την ακύρωση του επιβληθέντος σε βάρος της προστίμου του Κ.Β.Σ.. Προς τούτο ισχυρίστηκε ότι οι μεταβατικές διατάξεις του ν. 4337/2015, με τις οποίες παρασχέθηκε η δυνατότητα στους υπόχρεους, κατόπιν αίτησής τους εντός ανατρεπτικής προθεσμίας, να μειώσουν τα πρόστιμα στο 25% της καθαρής αξίας των συναλλαγών, είναι βαρύτερες σε σχέση με αυτές του άρθρου 3 παρ. 4 του ίδιου νόμου, με τις οποίες επήλθε πλήρης κατάργηση των σχετικών προστίμων. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή της αναιρεσείουσας και περιορίστηκε το επίδικο πρόστιμο σε ποσοστό 25% της αξίας της συναλλαγής, δηλαδή σε 66.546 ευρώ. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε τα εξής: «9. Επειδή, από την αιτιολογική έκθεση (παρ. 5 και 6 αυτής) του Ν. 4337/2015, προκύπτει ότι η κατάργηση με το άρθρο 3 (παρ. 4 περ. α΄ και β΄) του νόμου αυτού, των περιπτώσεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 55 του Ν. 4174/2013, με τις οποίες επιβαλλόταν πρόστιμο σε περίπτωση μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης παραστατικών στοιχείων, που είχαν ως αποτέλεσμα την απόκρυψη συναλλαγής ή μέρους αυτής, όπως άλλωστε προβλεπόταν και με το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 5 παρ. 10 περ. α του Ν. 2523/1997, συνιστά νομοθετική μεταβολή, αφού οι παραβάσεις της μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης επαγγελματικών στοιχείων αντιμετωπίζονται πλέον ως μία ενιαία διαδικαστική παράβαση, σύμφωνα με την περ. η΄ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 54 του Ν.4174/2013, η οποία σχετίζεται με την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη λογιστική νομοθεσία. Εξάλλου, η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση επαγγελματικών στοιχείων έχει, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως άμεση συνέπεια τη φοροδιαφυγή και, συνεπώς, καταλήγει σε ουσιαστικές και όχι διαδικαστικές παραβάσεις, τιμωρούμενες με το άρθρο 58Α του Ν. 4174/2013 και έτσι στο εξής το ύψος του προστίμου συνδέεται πλέον με την ουσιαστική φοροδιαφυγή και όχι με τον αριθμό των μη εκδοθέντων ή ανακριβώς εκδοθέντων στοιχείων. Με τα δεδομένα αυτά, οι προαναφερθείσες, καταργητικές των προστίμων διατάξεις που επικαλείται η προσφεύγουσα, συνδέονται αναπόσπαστα με τη θέσπιση ενός νέου, ουσιωδώς διαφορετικού νομοθετικού καθεστώτος, για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής στην ειδικότερη περίπτωση της μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης επαγγελματικών στοιχείων και, δεν έχει έδαφος εφαρμογής, στην περίπτωση αυτή, η νεότερη ευμενέστερη διάταξη, ώστε να απαλλαγεί η προσφεύγουσα παντελώς από το πρόστιμο που της επιβλήθηκε για ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου. Περαιτέρω, όμως, λαμβάνοντας το Δικαστήριο υπόψη: 1) ότι, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 περ. στ΄ του Ν. 4337/2015, προβλέπεται ότι για παραβάσεις του Κ.Β.Σ. που διαπράχθηκαν μέχρι την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 55 του Ν. 4174/2013 και, κατά την κατάθεση του ανωτέρω νόμου (12-10-2015), δεν είχαν εκδοθεί σχετικές καταλογιστικές πράξεις, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 2523/1997, αλλά, προκειμένου για παραβάσεις που αφορούν μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση στοιχείων, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 1.200 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 25% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους της αποκρυβείσας αξίας, για κάθε παράβαση, 2) ότι με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου και νόμου προβλέπεται ότι η ανωτέρω ρύθμιση εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, κατά την κατάθεση του Ν. 4337/2015, όπως η παρούσα, που εκκρεμούσε προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού η προσφυγή ασκήθηκε στις 29-12-2014, 3) ότι το ανωτέρω μεταβατικό καθεστώς είναι συγκρίσιμο τόσο με εκείνο του άρθρου 5 του Ν. 2523/1997, υπό το κράτος του οποίου διαπράχθηκαν οι ένδικες παραβάσεις, όσο και το μεταγενέστερο του άρθρου 55 παρ. 2 περ. α΄ του Ν. 4174/2013, αφού όλα προβλέπουν τη μη έκδοση ή την ανακριβή έκδοση φορολογικών στοιχείων, που έχουν ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, ως διοικητική παράβαση, για την οποία επιβάλλεται πρόστιμο που υπολογίζεται σε συνάρτηση με το ύψος της αποκρυβείσας αξίας, 4) ότι το ανωτέρω μεταβατικό καθεστώς του Ν. 4337/2015 είναι ευμενέστερο τόσο σε σχέση με εκείνο του άρθρου 5 του Ν. 2523/1997, αφού προβλέπει την επιβολή προστίμου που ανέρχεται σε ποσοστό 25% της αποκρυβείσας αξίας, όσο και σε σχέση με εκείνο του άρθρου 55 παρ. 2 περ. α΄ του Ν. 4174/2013, που μεσολάβησε και προέβλεπε την επιβολή προστίμου για κάθε παράβαση ίσου με ποσοστό 40% της αποκρυβείσας αξίας και, επιπλέον, ελάχιστο ύψος προστίμου 2.500 ευρώ, περιορισμός που δεν προβλέπεται από το καθεστώς του άρθρου 7 του Ν. 4337/2015, κρίνει ότι, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης κύρωσης, πρέπει να εφαρμοστούν και στην προκειμένη περίπτωση οι ευμενέστερες κυρώσεις που προβλέπει το τελευταίο καθεστώς του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4337/2015, ενώ, η διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου και νόμου, η οποία για τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως η ένδικη, εξαρτά την αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης από προϋποθέσεις (ανέκκλητη δήλωση ανεπιφύλακτης αποδοχής και καταβολή του συνόλου της οφειλής εντός ορισμένης προθεσμίας), είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στην πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 2402/2016)». 5. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 9, 11 και 16 περ. α΄ και 13 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, το συμβόλαιο μεταβίβασης αποτελεί το προβλεπόμενο από τον Κ.Β.Σ. παραστατικό στοιχείο της πώλησης, αντί για το τιμολόγιο ή την απόδειξη πώλησης. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το συμβόλαιο είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη επ’ αυτού αξία πώλησης, στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Β.Σ., για την οποία επιβάλλεται σε βάρος του επιτηδευματία πρόστιμο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 10 του ν. 2523/1997 (Α΄ 178), το οποίο σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ. 4 του ίδιου νόμου, αποτελεί, κατά τούτο, σαφή και αρκούντως προβλέψιμη ρύθμιση για τον μέσο επιμελή επιτηδευματία (ΣτΕ 167/2024, 383/2022, 1365/2017 7μ. κ.ά.). 6. Επειδή, εξάλλου, για τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης μεταβιβαζομένου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται σε περιοχή που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, κατά τρόπο, ώστε, βάσει ειδικών, προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού. Εάν όμως το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την τοιαύτη (αντικειμενική) αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής. Επιφυλάσσεται, πάντως, η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ανατρέψει το ως άνω (μαχητό) τεκμήριο, εάν αποδείξει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι το αληθώς καταβληθέν από αυτόν τίμημα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Ωστόσο, η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ουδόλως έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή δεσμεύεται από την εν λόγω αξία και ότι κωλύεται να αποδείξει, με ειδική αιτιολογία, ερειδόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι το πράγματι συνομολογηθέν και καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα πωληθέντος ακινήτου είναι ανώτερο από το αναγραφέν στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο, ανεξαρτήτως αν το τίμημα αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου ή την υπερβαίνει, και ότι, επομένως, το αναγραφέν τίμημα είναι εικονικό (πρβλ. ΣτΕ 346/2021 σκ. 5 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 7. Επειδή, περαιτέρω, η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις (τεκμήρια), ήτοι από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης. Τούτο δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση, όπως η επίδικη, στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 28 του Κ.Φ.Ε., χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα, είτε αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία είτε την υπερβαίνει. Τα παραπάνω στοιχεία, συνολικώς ορώμενα, είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού-πωλητή τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021 σκ. 7 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 8. Επειδή, προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 28 του ν. 2238/1994 και 41 του ν. 1249/1982, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, ως ανακριβές/εικονικό, το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα, όταν αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Συναφώς προβάλλεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 1587/1950, η αμφισβήτηση του κατά τα ανωτέρω τιμήματος πρέπει να στηρίζεται σε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αντέγγραφο), ως τέτοιο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόγραφο, όπως η τραπεζική επιταγή, ή εμπιστευτικό έγγραφο τραπέζης για τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επί του τιθέμενου νομικού ζητήματος. Ο λόγος αναίρεσης προβάλλεται μεν παραδεκτώς, ελλείψει νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του σχετικώς ανακύπτοντος νομικού ζητήματος κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης (13.7.2018), πλην όμως, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 6 και 7, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης ακινήτου λαμβάνεται καταρχήν υπόψη αυτή που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 ή το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, εφόσον αυτό είναι ανώτερο από την αντικειμενική αξία, ωστόσο η φορολογική αρχή δεν δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ποσά, δυνάμενη να αναζητά το πράγματι καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα, εφόσον βεβαιώνει με ειδική αιτιολογία και αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία την πηγή από την οποία άντλησε τα σχετικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζει την κρίση της περί του αναληθούς του αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος. Η κρίση δε αυτή μπορεί να συγκροτείται και από έμμεσες αποδείξεις/τεκμήρια στηριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο ύψος και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των συναλλασσομένων, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι το άθροισμα των κατατεθέντων από την αναιρεσείουσα, στις 25.7.2008 και στις 28.7.2008, δηλαδή σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου (8.7.2008), χρηματικών ποσών (383.815,99 και 266.184,01 ευρώ) στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή αντιστοιχεί στην πραγματική αξία πώλησης του επίδικου ακινήτου. 9. Επειδή, εξάλλου, η παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης φορολογικού στοιχείου κολαζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπό το καθεστώς του ν. 2523/1997, ως διοικητική, με πρόστιμο του άρθρου 5 παρ. 10 περ. α΄ αυτού [ίσο με την αξία της συναλλαγής, εφόσον η αποκρυβείσα αξία ήταν μεγαλύτερη του τεθέντος με αυτό ελάχιστου ορίου (880 ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο)]. Ακολούθως, ο νομοθέτης προέβλεψε, με το άρθρο 55 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ., Α’ 170), τον κολασμό της εν λόγω παράβασης ως διοικητικής, με (μειωμένο σε σχέση με εκείνο του άρθρου 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997) πρόστιμο (40% της αξίας της συναλλαγής), αποσκοπώντας στον εξορθολογισμό των προστίμων και τη βελτίωση της εισπραξιμότητας αυτών, ενώ επιφυλάχθηκε να αξιολογήσει τις (τότε υφιστάμενες) ποινικές διατάξεις (βλ. ομιλία εισηγητή σχεδίου νόμου καθώς και ομιλία Υφυπουργού Οικονομικών στη συνεδρίαση Γ/25.7.2013 της Βουλής). Οι διοικητικές παραβάσεις της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης φορολογικού στοιχείου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997 και 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ. είναι συγκρίσιμες/ανάλογες, όπως επιβεβαιώνεται άλλωστε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 66 (μετέπειτα 72) παρ. 30, 32, 34 και 48 του Κ.Φ.Δ. Παράλληλα, ο νομοθέτης προέβλεψε στο άρθρο 54 [παρ. 1 περ. θ΄ σε συνδυασμό με την περ. δ΄ της παρ. 2, προστεθείσα με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Δ.2 περ. 9 του ν. 4254/2014] του Κ.Φ.Δ. κατ’ αποκοπή πρόστιμο για τη διαδικαστική παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης απόδειξης λιανικής πώλησης ή επαγγελματικού στοιχείου, ανερχόμενο σε 500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα. Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 4337/2015 (Α’ 129), δίχως οι τελευταίες να συνοδεύονται από θέσπιση νέου, ουσιωδώς διαφορετικού κανονιστικού πλαισίου σχετικών ουσιαστικών ή διαδικαστικών υποχρεώσεων του φορολογούμενου, η αυτή, μη μεταβληθείσα κατά τα στοιχεία που τη συγκροτούν, περίπτωση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης φορολογικού στοιχείου αντιμετωπίσθηκε ως παράβαση επίσης διοικητική, για την οποία καταργήθηκε η πρόβλεψη επιβολής του διοικητικού προστίμου του άρθρου 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ. με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 4337/2015 (και καταργήθηκε το άρθρο 5 του ν. 2523/1997 με το άρθρο 7 παρ. 6 του ίδιου ν. 4337/2015), ενσωματώθηκε ωστόσο στη (διατηρηθείσα) διαδικαστική παράβαση της μη συμμόρφωσης προς τις απορρέουσες από το άρθρο 13 του Κ.Φ.Δ. υποχρεώσεις τήρησης βιβλίων και στοιχείων που απεικονίζουν πλήρως τις συναλλαγές της επιχείρησης (βλ. αιτιολογική έκθεση), για την οποία προβλέπεται η επιβολή του κατ’ αποκοπήν διοικητικού προστίμου της παρ. 1 περ. η΄ (αντικατασταθείσας με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 4337/2015) σε συνδυασμό προς την παρ. 2 περ. ε΄ του άρθρου 54 του Κ.Φ.Δ.. Η περίπτωση δε αυτή τυποποιεί «μία ενιαία διαδικαστική παράβαση … η οποία σχετίζεται με την τήρηση των υποχρεώσεων από τη λογιστική νομοθεσία» (βλ. αιτιολογική έκθεση άρθρου 3 ν. 4337/2015) και, όπως προαναφέρεται, καλύπτει και την παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης φορολογικού στοιχείου. Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας, ενόψει και της στενής ερμηνείας των διατάξεων που θεσπίζουν διοικητικές κυρώσεις, επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο, κατά την οποία διαπιστώνεται η τέλεση τέτοιων παραβάσεων (όπως συνάγεται άλλωστε και από την πρόβλεψη, στην παράγραφο 3 αυτού, περί υποτροπής της «ίδιας» παράβασης, η οποία δεν θα ήταν νοητή αν αφορούσε στην παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης ενός εκάστου φορολογικού στοιχείου). Συνεπώς, ως προς την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα παράβαση των διατάξεων του Κ.Β.Σ. της ανακριβούς έκδοσης φορολογικού στοιχείου (συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου), βρίσκει πεδίο εφαρμογής η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης δεδομένου ότι (α) η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 παρ. 1 περ. θ΄ και παρ. 2 περ. δ΄ του Κ.Φ.Δ., όπως η ρύθμιση αυτή ίσχυε μετά την τροποποίηση του άρθρου 54 Κ.Φ.Δ. με τον ν. 4254/2014 και πριν την ενσωμάτωση της διαδικαστικής αυτής παράβασης στην περ. η΄ της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου 54 Κ.Φ.Δ. με τον ν. 4337/2015, άγει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, σε ελαφρύτερη διοικητική κύρωση για την αναιρεσείουσα (κατ’ αποκοπήν πρόστιμο 500 ευρώ για κάθε μία ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου), κατόπιν σύγκρισης όλων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων διοικητικού δικαίου που αφορούν στο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της διοικητικής παράβασης έως και την εκδίκαση της υπόθεσης από το δικάσαν δικαστήριο, (β) η ρύθμιση αυτή, όπως και αυτή του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ. (καθώς και του άρθρου 7 παρ. 6 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 5 του ν. 2523/1997), είναι συγκρίσιμες με (εκείνες των άρθρων 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997 και 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ. και) τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 (και 5) του ν. 4337/2015 για (τέτοια) παράβαση αναγόμενη στο διάστημα ισχύος του άρθρου 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997, βάσει της οποίας έχει επιβληθεί από την φορολογική Διοίκηση το επίδικο πρόστιμο, (γ) η εν λόγω νεότερη ρύθμιση δεν συνδέεται με τη θέσπιση νέου, ουσιωδώς διαφορετικού κανονιστικού πλαισίου ουσιαστικών ή διαδικαστικών υποχρεώσεων του φορολογούμενου και (δ) η θεσπισθείσα με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 νέα ρύθμιση περί των ποινικών αδικημάτων και κυρώσεων (άρθρα 66 επ. του Κ.Φ.Δ.) δεν αποτελεί στοιχείο συναφές με το ανωτέρω ζήτημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 παρ. 1 περ. θ΄ και παρ. 2 περ. δ΄ του Κ.Φ.Δ., όπως ίσχυε μετά τον ν. 4254/2014, και του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ., καθώς και του άρθρου 7 παρ. 6 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 5 του ν. 2523/1997, είναι ευμενέστερη για την αναιρεσείουσα, προκειμένου για την κρινομένη περίπτωση της ανακριβούς έκδοσης φορολογικού στοιχείου που υπερβαίνει το τιθέμενο με το άρθρο 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997 ελάχιστο όριο των 880 ευρώ, σε σχέση με εκείνες των άρθρων 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997 και 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ. καθώς και τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 περ. στ΄ του ν. 4337/2015, η οποία προβλέπει την επιβολή προστίμου ανερχομένου σε 25% της αξίας της συναλλαγής για παραβάσεις ανακριβούς έκδοσης φορολογικών στοιχείων τελεσθείσες μέχρι την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 54 και 55 του Κ.Φ.Δ.. Εξάλλου, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της θέσπισης της εν λόγω διάταξης δεν προκύπτει κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, απόκλιση από την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης. Τούτων έπεται ότι με βάση την ενωσιακή αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης και την αντίστοιχη της Ε.Σ.Δ.Α., η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 παρ. 1 περ. θ΄ και παρ. 2 περ. δ΄ του Κ.Φ.Δ., όπως ίσχυε μετά τον ν. 4254/2014 και πριν τον ν. 4337/2015, του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 55 παρ. 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ., καθώς και του άρθρου 7 παρ. 6 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 5 του ν. 2523/1997, εφαρμόζεται ratione temporis και για παραβάσεις ανακριβούς έκδοσης φορολογικών στοιχείων, όπως η ως άνω επίδικη, αναγόμενες στο διάστημα ισχύος του άρθρου 5 παρ. 10 περ. α΄ του ν. 2523/1997 (πρβλ. ΣτΕ 331/2023 σκ. 8, 2783/2022 σκ. 16, 60/2022 σκ. 14, 2319/2021 7μ. σκ. 15). 10. Επειδή, προβάλλεται ότι κατά παράβαση των αρχών της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης κύρωσης, της αναλογικότητας και της ισότητας, η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε ότι για τις παραβάσεις της ανακριβούς έκδοσης στοιχείων του Κ.Β.Σ., που τελέστηκαν μέχρι την κατάθεση του ν. 4337/2015, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 και 4 του νόμου αυτού (πρόστιμο 25% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε) και όχι οι ηπιότερες ρυθμίσεις του άρθρου 3 παρ. 4 του ίδιου νόμου περί πλήρους κατάργησης του οικείου προστίμου. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω λόγου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επί του τιθέμενου νομικού ζητήματος. Ο λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς, ελλείψει νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του σχετικώς ανακύπτοντος νομικού ζητήματος κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης. Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 9, ο λόγος είναι και βάσιμος. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και το Δικαστήριο να διακρατήσει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, που δεν χρήζει διευκρίνισης ως προς το πραγματικό, να εκδικάσει την προσφυγή, ως προς το οικείο σκέλος της που αφορά στο ύψος του επιβληθέντος προστίμου για την παράβαση της ανακριβούς αναγραφής τιμήματος πώλησης σε συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου, να ακυρώσει εν μέρει την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσείουσας και να μεταρρυθμίσει την .../2014 πράξη επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, μειώνοντας σε 500 ευρώ το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα. Λόγω δε της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, η δικαστική τους δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί.

Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί εν μέρει την Α683/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά. Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος για την αίτηση αναίρεσης παραβόλου. Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη για την κατ’ αναίρεση δίκη μεταξύ των διαδίκων. Κρατεί την υπόθεση. Δικάζει και δέχεται εν μέρει την προσφυγή, κατά το σκεπτικό. Ακυρώνει εν μέρει την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσείουσας εταιρίας. Μεταρρυθμίζει την .../2014 πράξη επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Προσδιορίζει σε 500 ευρώ το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του ημίσεος (½) του καταβληθέντος για την προσφυγή παραβόλου και την κατάπτωση του υπολοίπου. Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για την ουσιαστική δίκη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2025

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας Δημήτριος Εμμανουηλίδης Ελένη Τουρόγιαννη και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 2025. Ο Πρόεδρος του Β/ Τμήματος Η Γραμματέας Κωνσταντίνος Κουσούλης Καλλιόπη Ανδρέου


Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι|+30 210 6009062| www.artion.gr).



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Φορολογική Αρχή, αγοραπωλησία ακινήτων, Αποφάσεις ΣτΕ