Όπως είναι γνωστό, ως εισόδημα από εμπορική επιχείρηση, υποκείμενο σε φόρο εισοδήματος, θεωρείται, μεταξύ άλλων, και αυτό που προκύπτει από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων «γενικά». Τέτοια δε «επιχείρηση» αποτελούν κατά τον νόμο ακόμα και μεμονωμένες ή συμπτωματικές πράξεις αγοραπωλησίας ακινήτων εν γένει, δηλαδή ακινήτων κάθε είδους, δοθέντος ότι ο νομοθέτης δεν κάνει καμιά διάκριση, ανεξαρτήτως εάν τα ακίνητα αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, η εάν έχουν μεγάλη αξία, έστω, και εάν οι πράξεις αυτές δεν εντάσσονται σε συστηματική οργάνωση σχετικής επιχείρησης, εφόσον, πάντως, δεν συνιστούν απλώς αξιοποίηση κεφαλαίου, αλλά αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους.
Η ύπαρξη τέτοιου σκοπού μπορεί να συνάγεται από τις εκάστοτε συνθήκες εν γένει υπό τις οποίες οι εν λόγω πράξεις πραγματοποιούνται, ωστόσο, μόνο το ύψος του τιμήματος πώλησης δεν αποτελεί καθεαυτό κριτήριο από το οποίο μπορεί να συναχθεί η υπό την ανωτέρω έννοια πρόθεση πραγματοποίησης κέρδους, αλλά απαιτείται η αγοραπωλησία αυτή να έγινε πράγματι προς τον σκοπό επίτευξης κέρδους στο πλαίσιο άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Με την υπ’ αριθ. 1840/2024 απόφαση του Β’ Τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε ότι το δικάσαν δικαστήριο (Διοικητικό Εφετείο κατά της απόφασης του οποίου ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης) προέβη σε ορθή και σύμφωνη προς την πάγια νομολογία ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του ΚΦΕ για την έννοια του εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση και την ανάγκη ύπαρξης σκοπού αποκόμισης κέρδους για τη στοιχειοθέτησή του. Συγκεκριμένα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης [πώληση του ακινήτου μέσα σε ιδιαιτέρως σύντομο χρονικό διάστημα (τρεις ημέρες) από την απόκτησή του εξ επαχθούς αιτίας, ύπαρξη σημαντικής διαφοράς μεταξύ της τιμής πώλησης και του κόστους απόκτησης, τρόπος εξόφλησης του τιμήματος της αρχικής αγοράς με τα χρήματα της επιγενόμενης πώλησης, σε συνδυασμό με το μέγεθος του ακινήτου], κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένδικη αγοραπωλησία δεν αποσκοπούσε στην αξιοποίηση ήδη υπάρχουσας ακίνητης περιουσίας, αλλά στην αποκόμιση κέρδους στο πλαίσιο άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, έστω μεμονωμένης. Για την κρίση αυτή, άλλωστε, το δικάσαν δικαστήριο δεν στηρίχθηκε απλώς στην επίτευξη υψηλότερου τιμήματος πώλησης, καθώς το στοιχείο αυτό απλώς συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναίρεσης.
Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:
Αριθμός 1840/2024
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2024, με την εξής σύνθεση: ……………………..
Για να δικάσει την από 14 Νοεμβρίου 2019 αίτηση:
του ... του …, κατοίκου (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ……………., που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με ……………………….
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. ………….. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, …..
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και την εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Αρχής, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το ... έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της ……… απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της …………….. απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) του Υπουργείου Οικονομικών, απορριπτικής ενδικοφανούς προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά του .../27.11.2015 οριστικού φύλλου διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2010, του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …………….. Με το φύλλο διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος είχε καταλογισθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, μεταξύ άλλων, κύριος φόρος ……… ευρώ και πρόσθετος φόρος, λόγω μη υποβολής δήλωσης, …………… ευρώ.
3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εμπίπτει, ως εκ του χρόνου καταθέσεώς της, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53 παρ. 3 και 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), η δε παράγραφος 3 στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240). Όπως δε προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το Β1 138759 ΕΞ 2020 ΕΜΠ, από 28.7.2020, οικείο σημείωμα προσδιορισμού φορολογικής διαφοράς της ΔΕΔ, το ποσό της ένδικης διαφοράς υπερβαίνει το κατ’ άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 όριο των 40.000 ευρώ.
4. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων η από 27.11.2015 έκθεση τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος, οικονομικών ετών 2002 έως 2011, της ΔΟΥ ………….., προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν ελέγχου για την εξακρίβωση της εφαρμογής των άρθρων 15 - 19, 28 και 48 παρ.3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ, ν. 2238/1994, Α΄ 151), διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο αναιρεσείων αγόρασε στις 26.6.2009 οικόπεδο 3.172,54 τ.μ., με ισόγειο κατάστημα – εστιατόριο επιφάνειας 282,70 τ.μ. και υπόγειο επιφάνειας 282,70 τ.μ., ευρισκόμενο επί της ... – Κορωπίου, στο Ο.Τ. ... του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Π.Ε. 2 του Δήμου Βάρης. Για την αγοραπωλησία αυτή συντάχθηκε το .../26.6.2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, με το οποίο η πωλήτρια εταιρεία και ο αναιρεσείων (αγοραστής) συμφώνησαν τίμημα ύψους 1.800.000 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν εντός 15 ημερών από την υπογραφή του συμβολαίου. Στο παραπάνω συμβόλαιο βεβαιώνονται ότι για την αγοραπωλησία οι συμβαλλόμενοι υπέβαλαν στη ΔΟΥ ……….. δήλωση φόρου μεταβίβασης, ότι η ΔΟΥ εκτίμησε, με συγκριτικά στοιχεία, το ένδικο ακίνητο σε 2.711.860,20 ευρώ και ότι για τη μεταβίβαση καταβλήθηκε φόρος μεταβίβασης 251.080,44 ευρώ και συμβολαιογραφικά έξοδα 32.867 ευρώ. Ακολούθως, στις 29.6.2009 ο αναιρεσείων πώλησε το παραπάνω ακίνητο, δυνάμει του .../29.6.2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, αντί τιμήματος 3.400.000 ευρώ. Για την εξόφληση του τιμήματος ο αναιρεσείων έλαβε δύο επιταγές της Τράπεζας ..., ποσών 1.800.000 ευρώ και 1.600.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 29.6.2009 σε διαταγή της αγοράστριας εταιρείας, ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στον αναιρεσείοντα (πωλητή). Από τις παραπάνω επιταγές μόνο η δεύτερη, ποσού 1.600.000 ευρώ, κατατέθηκε σε λογαριασμό του αναιρεσείοντος, ενώ η πρώτη, ποσού 1.800.000 ευρώ, οπισθογραφήθηκε από τον αναιρεσείοντα και παραδόθηκε στην αρχικώς πωλήτρια εταιρεία του ακινήτου, η οποία εισέπραξε το ποσό στις 30.6.2009. Ενόψει αυτών, η φορολογική αρχή έκρινε ότι η αγορά και η πώληση του ένδικου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα έγινε με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους από τη μεταβίβασή του. Και τούτο, διότι η πώληση του ακινήτου έλαβε χώρα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα (3 ημερών) από την απόκτησή του εξ επαχθούς αιτίας, χωρίς ο αναιρεσείων να κατέχει το κεφάλαιο που απαιτούνταν (1.800.000 ευρώ) για την αγορά του, αφού η εξόφληση της αρχικής πωλήτριας εταιρείας έγινε με την είσπραξη ποσού 1.800.000 ευρώ από την τελική αγοράστρια εταιρεία. Κατόπιν αυτών, η φορολογική αρχή, για την εξεύρεση και φορολόγηση του κέρδους του αναιρεσείοντος από την επιχείρηση αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου, αφαίρεσε από την αξία (3.400.000 ευρώ) του ακινήτου που πωλήθηκε την αξία αυτού κατά τον χρόνο της αγοράς του [κόστος απόκτησης: 2.083.947,44 ευρώ (1.800.000 + 251.080,44 + 32.867 )] και προσδιόρισε το καθαρό κέρδος σε 1.316.052,56 ευρώ (3.400.000 - 2.083.947,44). Στη συνέχεια, προσδιόρισε τον κύριο φόρο εισοδήματος σε 516.896 ευρώ και τον πρόσθετο φόρο λόγω μη υποβολής δήλωσης σε 620.275,20 ευρώ. Κατόπιν τούτων, με το .../27.11.2015 οριστικό φύλλο διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2010, του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …………, καταλογίσθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, μεταξύ άλλων, τα ανωτέρω ποσά. Κατά της παραπάνω πράξης ο αναιρεσείων άσκησε ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με τη ………….. απόφαση του Προϊσταμένου της ΔΕΔ της ΓΓΔΕ ως αβάσιμη. Με την προσφυγή του κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων προέβαλε ότι μη νόμιμα κρίθηκε από τη φορολογική αρχή ότι το αντάλλαγμα που απέκτησε από την πώληση του ένδικου ακινήτου αποτελούσε, κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του ΚΦΕ, εισόδημα από άσκηση μεμονωμένης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτου, διότι δεν είχε την ιδιότητα του αρχιτέκτονα, μηχανικού, μεσίτη κλπ., η αγορά και η πώληση του ακινήτου δεν εντάσσονταν σε συστηματική οργάνωση σχετικής επιχείρησης και τέλος δεν προέβη στις πράξεις αυτές με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους, αλλά στην αξιοποίηση περιουσίας. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 28 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΦΕ, όπως ίσχυε κατά το ένδικο οικονομικό έτος, δέχθηκε, παραπέμποντας σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποφάσεις ΣτΕ 2111/2018, 3260/2017), ότι η έννοια του εμπορικού εισοδήματος είναι ευρύτατη και περιλαμβάνει κάθε εισόδημα προερχόμενο από την άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλματος μη δυνάμενου να υπαχθεί στα κατ’ άρθρο 48 του ίδιου Κώδικα ελευθέρια επαγγέλματα, ότι ως εισόδημα από εμπορική επιχείρηση, υποκείμενο σε φόρο εισοδήματος, θεωρείται, μεταξύ άλλων, και αυτό που προκύπτει από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων «γενικά», τέτοια δε «επιχείρηση» αποτελούν κατά τον νόμο ακόμα και μεμονωμένες ή συμπτωματικές πράξεις αγοραπωλησίας ακινήτων εν γένει, έστω και αν οι πράξεις αυτές δεν εντάσσονται σε συστηματική οργάνωση σχετικής επιχείρησης, εφόσον, πάντως, δεν συνιστούν απλώς αξιοποίηση κεφαλαίου αλλά αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους, καθώς και ότι η ύπαρξη τέτοιου σκοπού μπορεί να συνάγεται από τις εκάστοτε συνθήκες εν γένει υπό τις οποίες οι εν λόγω πράξεις πραγματοποιούνται, μεταξύ άλλων και από πραγματικά περιστατικά όπως είναι η πώληση του ακινήτου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την απόκτησή του εξ επαχθούς αιτίας, από το μέγεθος αυτού και από το ύψος της διαφοράς μεταξύ της αξίας του ακινήτου, το οποίο πωλήθηκε, και της αξίας αυτού κατά τον χρόνο της αγοράς του. Ακολούθως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, έκρινε ως εξής: «ο [αναιρεσείων] κατά το οικονομικό έτος 2010 […] άσκησε μεμονωμένη επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτου γιατί προέβη στην αγορά και την πώληση του ένδικου ακινήτου με σκοπό πραγματοποίησης κέρδους από τη μεταβίβασή του και ο σκοπός αυτός συνάγεται (α) από την πώληση του ένδικου ακινήτου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα (τρεις ημέρες) από την απόκτησή του εξ επαχθούς αιτίας (αγοραπωλησία), (β) από το μέγεθος αυτού (οικόπεδο επιφάνειας 3.172,54 τ.μ. με ισόγειο κατάστημα – εστιατόριο, επιφάνειας 282,70 τ.μ., και υπόγειο, επιφάνειας 282,70 τ.μ.), (γ) από το ύψος της διαφοράς (1.316.052,56 €) μεταξύ της αξίας του ακινήτου (3.400.000 €) που πωλήθηκε και του κόστους απόκτησης αυτού (2.083.947,44 €) κατά το χρόνο της αγοράς του και (δ) από τον τρόπο που σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ο [αναιρεσείων] εξόφλησε το τίμημα αγοράς του ένδικου ακινήτου (1.800.000 €)». Τέλος, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι με νόμιμο τρόπο είχε προσδιοριστεί το φορολογητέο κέρδος του αναιρεσείοντος από την άσκηση της παραπάνω μεμονωμένης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτου.
5. Επειδή, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 28 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), καθώς, εν προκειμένω, η επίμαχη αγοραπωλησία ακινήτου χαρακτηρίσθηκε ως επιχείρηση, χωρίς να υφίσταται κερδοσκοπική πρόθεση κατά την αγορά. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επιδίωκε την αξιοποίηση κεφαλαίου του, καθώς το εν λόγω ακίνητο ήταν ήδη μισθωμένο και επομένως ο ίδιος το αγόρασε με σκοπό την άντληση εσόδων από την εκμίσθωση και όχι για τη μεταπώλησή του, η οποία τελικά έλαβε χώρα ως αποτέλεσμα αιφνίδιας καλής ευκαιρίας που παρουσιάστηκε για την απόκτηση υπερβάλλοντος ποσού, γεγονός που πάντως, κατά τα προβαλλόμενα, δεν μεταβάλλει την αρχική του πρόθεση. Ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ότι η έλλειψη επιχείρησης προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός δεν είχε κάποια ιδιότητα σχετική με ακίνητα (π.χ. αρχιτέκτονας, μηχανικός, μεσίτης κλπ.), δεν ασκεί δε κατά νόμο επιρροή ούτε ο τρόπος εξόφλησης της συναλλαγής ούτε το μέγεθος του ακινήτου. Προς θεμελίωση του παραδεκτού προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχεται σε αντίθεση προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και ειδικότερα: α) προς τις αποφάσεις ΣτΕ 4189/1979 και 3384/1980, όσον αφορά την προϋπόθεση ότι πρέπει να τεκμηριώνεται κερδοσκοπική πρόθεση και όχι απλή αξιοποίηση περιουσίας με άλλον τρόπο, β) προς τις αποφάσεις ΣτΕ 4189/1979, 517/1980, 1618-1619/1980, 3065/1980 και 3384/1980, όσον αφορά το ότι η κερδοσκοπία πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο αγοράς του ακινήτου και γ) προς τις αποφάσεις ΣτΕ 2354/1983 και 1214/1982, όσον αφορά στο ότι δεν αρκεί για τη διαπίστωση σκοπού κερδοσκοπίας το γεγονός ότι η πώληση πραγματοποιείται σε τίμημα υψηλότερο σε σχέση με την τιμή κτήσης του ακινήτου.
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, η κατά το άρθρο 28 του ΚΦΕ έννοια του εμπορικού εισοδήματος είναι ευρύτατη και περιλαμβάνει κάθε εισόδημα προερχόμενο από την άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλματος που δεν μπορεί να υπαχθεί στα κατ’ άρθρο 48 του ΚΦΕ ελευθέρια επαγγέλματα (ΣτΕ 1918/2023, 614/2023, 1280/2022, 2744/2020, 2261/2020, 2259/2020, 661/2020, 2111/2018). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ως εισόδημα από εμπορική επιχείρηση, υποκείμενο σε φόρο εισοδήματος, θεωρείται, μεταξύ άλλων, και αυτό που προκύπτει από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων «γενικά» (με την επιφύλαξη των αναφερομένων στο άρθρο 34 του ίδιου Κώδικα επιχειρήσεων). Τέτοια δε «επιχείρηση» αποτελούν κατά τον νόμο ακόμα και μεμονωμένες ή συμπτωματικές πράξεις αγοραπωλησίας ακινήτων εν γένει, δηλαδή ακινήτων κάθε είδους, δοθέντος ότι ο νομοθέτης δεν κάνει καμιά διάκριση (ΣτΕ 1918/2023, 2744/2020, 661/2020, 2111/2018), ανεξαρτήτως εάν τα ακίνητα αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, η εάν έχουν μεγάλη αξία, έστω, και εάν οι πράξεις αυτές δεν εντάσσονται σε συστηματική οργάνωση σχετικής επιχείρησης, εφόσον, πάντως, δεν συνιστούν απλώς αξιοποίηση κεφαλαίου, αλλά αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους (ΣτΕ 1918/2023, 614/2023, 1280/2022, 2744/2020, 661/2020, 2111/2018, 1884/2018, πρβλ. ΣτΕ 3728/1998, 2137/1989, 2354/1983 κ.ά). Η ύπαρξη τέτοιου σκοπού μπορεί να συνάγεται από τις εκάστοτε συνθήκες εν γένει υπό τις οποίες οι εν λόγω πράξεις πραγματοποιούνται (ΣτΕ 1918/2023, 614/2023, 1280/2022, 2744/2020, 2259/2020, 1280/2020, 661/2020, 2111/2018, 1884/2018 κ.ά.). Ωστόσο, μόνο το ύψος του τιμήματος πώλησης δεν αποτελεί καθεαυτό κριτήριο από το οποίο μπορεί να συναχθεί η υπό την ανωτέρω έννοια πρόθεση πραγματοποίησης κέρδους, αλλά απαιτείται η αγοραπωλησία αυτή να έγινε πράγματι προς τον σκοπό επίτευξης κέρδους στο πλαίσιο άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας (ΣτΕ 614/2023, 1280/2022, πρβλ. ΣτΕ 2744/2020, 2354/1983 κ.ά.).
7. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο προέβη σε ορθή και σύμφωνη προς την πάγια νομολογία ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του ΚΦΕ για την έννοια του εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση και την ανάγκη ύπαρξης σκοπού αποκόμισης κέρδους για τη στοιχειοθέτησή του. Ακολούθως. το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης [πώληση του ακινήτου μέσα σε ιδιαιτέρως σύντομο χρονικό διάστημα (τρεις ημέρες) από την απόκτησή του εξ επαχθούς αιτίας, ύπαρξη σημαντικής διαφοράς μεταξύ της τιμής πώλησης και του κόστους απόκτησης, τρόπος εξόφλησης του τιμήματος της αρχικής αγοράς με τα χρήματα της επιγενόμενης πώλησης, σε συνδυασμό με το μέγεθος του ακινήτου], κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένδικη αγοραπωλησία δεν αποσκοπούσε στην αξιοποίηση ήδη υπάρχουσας ακίνητης περιουσίας, αλλά στην αποκόμιση κέρδους στο πλαίσιο άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, έστω μεμονωμένης. Για την κρίση αυτή, άλλωστε, το δικάσαν δικαστήριο δεν στηρίχθηκε απλώς στην επίτευξη υψηλότερου τιμήματος πώλησης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, καθώς, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, το στοιχείο αυτό απλώς συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα. Υπό τα δεδομένα αυτά, με τον προβαλλόμενο λόγο δεν τίθεται κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με (ρητή ή εμμέσως συναγόμενη) ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, καθώς δεν προκύπτει ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η οποία έρχεται σε αντίθεση προς τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά αντίθετα με τον λόγο αυτό, κατ’ ουσίαν, πλήττονται, και δη απαραδέκτως, η επάρκεια της αιτιολογίας και οι ουσιαστικές κρίσεις της απόφασης αυτής ως προς το ζήτημα της ύπαρξης εν προκειμένω πρόθεσης κερδοσκοπίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (πρβλ. ΣτΕ 614/2023 σκ. 7, 2259/2020 σκ. 8, 661/2020 σκ. 9, 1617/2019 σκ. 9, 1884/2018 σκ. 10, 3260/2017 σκ. 11, 2341/2016, 2307/1985, 630/1985). Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει.
8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
…………..
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι|+30 210 6009062| www.artion.gr).