Στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. 14/2024 απόφασης του Β’ Τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε ότι η αξίωση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. δεν υπόκειται στην τριετή παραγραφή που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995, αλλά στη γενική πενταετή παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου αυτού.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, που έκρινε ότι κατά τον χρόνο που η (αναιρεσίβλητη) εταιρεία υπέβαλε την .../30-12-2010 αίτηση στη Δ.Ο.Υ. Μυκόνου να της επιστραφεί το πιστωτικό υπόλοιπο της ένδικης διαχειριστικής περιόδου του έτους 2006 (43.760,93 ευρώ), η προς τούτο αξίωσή της δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή, διότι η εν λόγω αίτηση είχε υποβληθεί εντός της κατ' άρθρον 90 παρ.1 του Ν. 2362/1995 πενταετούς προθεσμίας.
Κατά τους προβαλλόμενους από το Δημόσιο ισχυρισμούς, εν προκειμένω, έπρεπε να εφαρμοστεί η τριετής παραγραφή της παρ. 2 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995 και όχι η πενταετής, διότι, σύμφωνα πάντα με το Ελληνικό Δημόσιο, πρόκειται για φόρο που κατέστη αχρεωστήτως καταβληθείς εκ των υστέρων, ήτοι τη στιγμή που γεννήθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου για επιστροφή του.
Ωστόσο, το ΣτΕ απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αβάσιμο, παραπέμποντας και σε υφιστάμενη νομολογία, με το σκεπτικό ότι κατ' αρχήν μεν όταν μετά την έκπτωση του Φ.Π.Α. των εισροών από το Φ.Π.Α. των εκροών απομένει πιστωτικό υπόλοιπο, αυτό μεταφέρεται προς έκπτωση στην επόμενη περίοδο, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 32 του Ν. 2859/2000. Κατ' εξαίρεση, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 34 του ίδιου νόμου, η διαφορά αυτή (το πιστωτικό υπόλοιπο) δεν μεταφέρεται, αλλά επιστρέφεται, εφόσον, μεταξύ άλλων, ο καταβληθείς Φ.Π.Α. «είναι αδύνατο να μεταφερθεί για έκπτωση σε επόμενη διαχειριστική περίοδο». Η περίπτωση αυτή δεν αφορά επιστροφή Φ.Π.Α. που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, καθόσον, όπως προκύπτει από τις αυτές διατάξεις, οι εν λόγω πράξεις υπόκεινται σε Φ.Π.Α., συνεπώς ο φόρος δεν καταβλήθηκε αχρεωστήτως. Κατά συνέπεια, η αξίωση επιστροφής του πιστωτικού υπολοίπου του Φ.Π.Α. που προέρχεται από τις πράξεις αυτές δεν υπόκειται στην ειδική τριετή παραγραφή που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 90 του Ν.2362/1995, αφού δεν αφορά φόρο που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, αλλά στη πενταετή γενική παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΣτΕ 2517/2021, πρβλ. ΣτΕ 1112/2021, 3269/2001).
Ακολουθεί το κείμενο της υπ’ αριθ. 14/2024 απόφασης ΣτΕ (Β’ Τμ):
Αριθμός 14/2024 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β'
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2023, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Σοφία Βιτάλη, Παναγιώτης Τσούκας, Σύμβουλοι, Ολγα-Μαρία Βασιλάκη, Αντώνιος Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να δικάσει την από 12 Ιουλίου 2019 αίτηση:
της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τον ………………, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ………….», που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Μυκόνου, η οποία παρέστη με τον ……………., που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Αρχή επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 450/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Παναγιώτη Τσούκα. Κατόπιν, το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Αρχής, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως νομίμως δεν καταβλήθηκε παράβολο.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 450/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς (Τμήμα Γ' τριμελές, μεταβατική έδρα Σύρου), με την οποία απορρίφθηκε η από 7/12/2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 69/2014 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σύρου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 31/5/2011 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου Εταιρείας, ακυρώθηκε η από 30/4/2011 τεκμαιρομένη απόρριψη της .../30-12-2010 αιτήσεώς της προς τη Δ.Ο.Υ. Μυκόνου όπως της επιστραφεί πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. 43.760,93 ευρώ (διαχειριστική περίοδος: έτος 2006) και διατάχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να της επιστρέψει το ποσό αυτό.
3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 30/7/2019, διέπεται από τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του Π.Δ. 18/1989 [όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α' 213), η δε παρ. 3 με την περαιτέρω αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240)]. Με την κρινόμενη αίτηση άγεται κατ' αναίρεση διαφορά, της οποίας το χρηματικό αντικείμενο υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ (βλ. το από 20/5/2019 σημείωμα προσδιορισμού φορολογικής διαφοράς του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.. Σύρου.).
4. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2859/2000 (Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ΦΕΚ Α' 248), ορίζεται ότι: «1. Αντικείμενο του φόρου είναι: α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτήν την ιδιότητα (...)", στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: «1. Στο φόρο υπόκειται: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα (...)", στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι: «1. Η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών (...)", στο άρθρο 30 παρ. 1 ότι: «1. Ο υποκείμενος δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποδόσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν (...). Ειδικά, για τα αγαθά επένδυσης, το δικαίωμα έκπτωσης κρίνεται οριστικά κατά το χρόνο έναρξης χρησιμοποίησης των αγαθών αυτών. Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο.", στο άρθρο 32 ότι: «1. Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο κατέχει: α) βεβαίωση περί υποβολής δήλωσης έναρξης εργασιών της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 36, β) νόμιμο τιμολόγιο (...) 2. (...) 3. Όταν το ποσό της έκπτωσης είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο στην ίδια περίοδο, η επιπλέον διαφορά μεταφέρεται για έκπτωση σε επόμενη περίοδο, με την επιφύλαξη των περί παραγραφής διατάξεων. Κατ' εξαίρεση, η διαφορά αυτή επιστρέφεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34", στο άρθρο 33 ότι: «1. Η έκπτωση του φόρου που ενεργείται με βάση τις περιοδικές δηλώσεις, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 38, υπόκειται σε τελικό διακανονισμό κατά την υποβολή της προβλεπόμενης από το ίδιο άρθρο εκκαθαριστικής δήλωσης, εφόσον: α) η έκπτωση αυτή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που είχε δικαίωμα να ενεργήσει ο υποκείμενος στο φόρο (...) β) μετά την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων έγιναν μεταβολές που δεν είχαν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των εκπτώσεων, όπως στην περίπτωση έκπτωσης στο τίμημα ή ακύρωσης αγορών. Δεν ενεργείται διακανονισμός σε περιπτώσεις καταστροφής, απώλειας ή κλοπής που αποδεικνύονται ή δικαιολογούνται, καθώς και σε περιπτώσεις χορήγησης δώρων μέχρις αξίας δραχμών τριών χιλιάδων (3.000) και δειγμάτων τα οποία διατίθενται για το σκοπό της επιχείρησης» και στο άρθρο 34 παρ. 1 ότι: «Με την επιφύλαξη των σχετικών με την παραγραφή διατάξεων ο φόρος επιστρέφεται, εφόσον: α) καταβλήθηκε στο Δημόσιο αχρεώστητα ή β) είναι αδύνατο να μεταφερθεί για έκπτωση σε επόμενη διαχειριστική περίοδο ή σε περίπτωση μεταφοράς του για έκπτωση, η έκπτωση αυτή δεν κατέστη δυνατή ή γ) αφορά πράξεις που προβλέπουν οι διατάξεις των περιπτώσεων α', β', γ', δ' και στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 30, καθώς και πράξεις για τις οποίες με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπεται αναστολή καταβολής του φόρου ή οφείλεται σε διαφορά συντελεστών εκροών - εισροών ή δ) αφορά αγαθά επένδυσης, που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 33 του Ν. 2859/2000. (...)». Βάσει της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 2859/2000 εκδόθηκε η 1060481 4643/810/Α0014 ΠΟΛ. 1073/21-7-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Διαδικασία και προϋποθέσεις επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας (...)» (ΦΕΚ Β' 1164), στις διατάξεις του άρθρου 1 της οποίας ορίζεται ότι: «Το πιστωτικό υπόλοιπο του φόρου προστιθέμενης αξίας που προκύπτει μετά την έκπτωση του φόρου εισροών από το φόρο εκροών επιστρέφεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, εφόσον πρόκειται για: α) πράξεις των άρθρων 24, 25, 26, 27 και 28 του Κώδικα Φ.Π.Α., εφόσον για τις πράξεις αυτές προβλέπεται άμεση απαλλαγή, β) πράξεις για τις οποίες με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών προβλέπεται αναστολή καταβολής του φόρου, γ) εισαγωγές, αγορές, κατασκευές επενδυτικών αγαθών, που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 33 του Κώδικα Φ.Π.Α., δ) εκροές υπαγόμενες σε χαμηλότερο συντελεστή Φ.Π.Α. από εκείνο των εισροών τους.». Με την ίδια υπουργική Απόφαση καθορίζεται το όριο του επιστρεφόμενου ποσού (άρθρο 2), ο τρόπος επιστροφής, ανάλογα με την περίπτωση, χωρίς έλεγχο, μετά από προσωρινό έλεγχο και μετά από τακτικό έλεγχο (άρθρο 3), τα απαιτούμενα δικαιολογητικά (άρθρο 4) και ο χρόνος επιστροφής (άρθρο 5). Τέλος, στο άρθρο 6 της εν λόγω Αποφάσεως ορίζεται ότι «2. Προκειμένου να ενεργηθεί η επιστροφή του φόρου υποβάλλεται αίτηση επιστροφής (...) ύστερα από την υποβολή της εκκαθαριστικής δήλωσης, της χρήσης που θεμελιώνεται το δικαίωμα της επιστροφής (...) 3. Ο υποκείμενος στο φόρο (...) δικαιούται να ζητήσει το πιστωτικό υπόλοιπο του Φ.Π.Α. με τη διαδικασία του άρθρου αυτού, εφόσον έχει εξαντλήσει πρώτα τη δυνατότητα μεταφοράς του για συμψηφισμό (...)» και στην παρ. 4 του άρθρου 8 ότι: «Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. υποχρεούται (...) να ενημερώνει τον υποκείμενο υποχρεωτικά με έγγραφη αιτιολογημένη επιστολή ή με την έκθεση ελέγχου κατά περίπτωση, για τη μη ικανοποίηση του αιτήματος επιστροφής, στις περιπτώσεις που δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την επιστροφή του φόρου». Εξ άλλου, στο άρθρο 90 του Ν.2362/1995 (ΦΕΚ Α' 247) ορίζεται ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. 2. Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής (...)» και στο άρθρο 91 αυτού ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. (...)».
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, κατ' αρχήν μεν, όταν μετά την έκπτωση του Φ.Π.Α. των εισροών από το Φ.Π.Α. των εκροών απομένει πιστωτικό υπόλοιπο, αυτό μεταφέρεται προς έκπτωση στην επόμενη περίοδο, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 32 του Ν. 2859/2000. Κατ' εξαίρεση όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η διαφορά αυτή (το πιστωτικό υπόλοιπο) δεν μεταφέρεται αλλά επιστρέφεται, εφόσον, μεταξύ άλλων ο καταβληθείς Φ.Π.Α. «είναι αδύνατο να μεταφερθεί για έκπτωση σε επόμενη διαχειριστική περίοδο». Η περίπτωση αυτή δεν αφορά επιστροφή Φ.Π.Α. που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, καθόσον, όπως προκύπτει από τις αυτές διατάξεις, οι εν λόγω πράξεις υπόκεινται σε Φ.Π.Α. Κατά συνέπεια, η αξίωση επιστροφής του πιστωτικού υπολοίπου του Φ.Π.Α. που προέρχεται από τις πράξεις αυτές δεν υπόκειται στην τριετή παραγραφή που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 90 του Ν.2362/1995, αφού δεν αφορά φόρο που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, αλλά στη πενταετή γενική παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΣτΕ 2517/2021, πρβλ. ΣτΕ 1112/2021, 3269/2001).
6. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το εκδόσαν αυτή Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς βεβαιώνει ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: "[...] η [ήδη αναιρεσίβλητη] εταιρεία με έδρα αρχικά στο Δήμο Αγίου Στεφάνου και μετέπειτα στο Δήμο Μυκόνου, είχε αντικείμενο δραστηριότητας, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο καταστατικό της, την ανέγερση, ίδρυση και εκμετάλλευση πάσης φύσεως τουριστικών καταλυμάτων και ακινήτων γενικώς και κάθε φύσεως μονάδων εστιάσεως, υγείας και σωματικής ευεξίας, κτηματικές συναλλαγές καθώς και αντιπροσώπευση Οίκων του εξωτερικού, τηρούσε δε βιβλία και εξέδιδε στοιχεία Γ' κατηγορίας του ΚΒΣ. Κατά τον έλεγχο που έγινε για το Φ.Π.Α.. των διαχειριστικών περιόδων 2003, 2004, 2005 και 2006 ... διαπιστώθηκε, ότι η [αναιρεσίβλητη] εταιρεία για τις ως άνω χρήσεις είχε υποβάλει εκκαθαριστικές δηλώσεις, στις οποίες, κατά τη διαπίστωση του ελέγχου, είχαν μεταφερθεί ορθώς τα δεδομένα των βιβλίων της. Ειδικότερα δε στη διαχειριστική περίοδο 1/1/2003-31/12/2003 προέκυπτε πιστωτικό υπόλοιπο 14.016,37 ευρώ, στη διαχειριστική περίοδο 1/1/2004-31/12/2004 προέκυπτε πιστωτικό υπόλοιπο 83.821,63 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε για συμψηφισμό στη χρήση 2005 και συμψηφίστηκε με φόρο εκροών χρήσης 2005, στη διαχειριστική περίοδο 1/1/2005-31/12/2005 προέκυπτε πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. 84.357,18 ευρώ. Το τελευταίο ποσό μεταφέρθηκε προς συμψηφισμό για τις χρήσεις 2006, 2007 και 2008 και συμψηφίστηκε με φόρο εκροών των εν λόγω χρήσεων ώστε στο τέλος της χρήσης 2009 προέκυψε ακάλυπτο πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. της χρήσης 2006, κατόπιν, μεταφορών, ποσού 43.760,93 ευρώ. Στις 30/12/2010 η [αναιρεσίβλητη] εταιρεία υπέβαλε τροποποιητική εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. της διαχειριστικής περιόδου από 1/1/2009 μέχρι 31/12/2009, από την οποία προέκυπτε το ως άνω ποσό των 43.760,93 ευρώ προς επιστροφή από μεταφορά πιστωτικού υπολοίπου χρήσης 2006, λόγω αδυναμίας συμψηφισμού, προερχόμενο από αγορές και κατασκευές επενδυτικών αγαθών. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../30-12-2010 αίτηση προς την τότε Δ.Ο.Υ. Μυκόνου η [αναιρεσίβλητη] εταιρεία ζήτησε την επιστροφή του ως άνω ποσού, κατά δε της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης λόγω παρόδου απράκτου του τριμήνου, άσκησε ... προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σύρου [...]. Επιληφθέν της προσφυγής το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την [...] 69/2014 απόφαση, με την οποία αφού δέχθηκε ότι, ο χρόνος υποβολής της εκκαθαριστικής δήλωσης της κρινόμενης διαχειριστικής περιόδου 2006 από την ήδη [αναιρεσίβλητη] εταιρεία ως υπόχρεη τήρησης βιβλίων τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. έληγε στις 10/5/2007 και η αίτησή της για επιστροφή υποβλήθηκε στις 30/12/2010, η εν λόγω αξίωση δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή αφού είχε ασκηθεί πριν από τη λήξη της πενταετίας, απορρίπτοντας τα προβληθέντα με τις από 10/11/2013 απόψεις της Διοίκησης, ότι το δικαίωμα της [αναιρεσίβλητης] εταιρείας προς επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου της χρήσης 2006 είχε πλέον παραγραφεί αφού η αίτηση επιστροφής, λόγω αδυναμίας συμψηφισμού, έπρεπε να είχε υποβληθεί έως 16/5/2010 και ακολούθως διέταξε τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας. [...]». Κατόπιν της ιστορήσεως των ανωτέρω, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση των λόγων της εφέσεως την οποία το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, έκρινε δε αβασίμως τους λόγους αυτούς και εν τέλει, με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση. Ειδικότερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι κατά τον χρόνο που η ήδη αναιρεσίβλητη Εταιρεία υπέβαλε την .../30/12/2010 αίτηση στη Δ.Ο.Υ. Μυκόνου να της επιστραφεί το πιστωτικό υπόλοιπο της ένδικης διαχειριστικής περιόδου του έτους 2006 (43.760,93 ευρώ), η προς τούτο αξίωσή της δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή, διότι η εν λόγω αίτηση είχε υποβληθεί εντός της κατ' άρθρον 90 παρ. 1 του Ν.2362/1995 πενταετούς προθεσμίας.
7. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έσφαλε δεχθέν ότι στην περίπτωση που το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. είναι αδύνατον να μεταφερθεί σε επόμενη διαχειριστική περίοδο, όπως εν προκειμένω, η αξίωση επιστροφής του πιστωτικού υπολοίπου δεν υπόκειται στην τριετή παραγραφή που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995, αφού δεν αφορά φόρο που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, αλλά στη γενική πενταετή παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Κατά το αναιρεσείον Δημόσιο, εν προκειμένω έχει εφαρμογή η τριετής παραγραφή της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 90 του Ν. 2362/1995 διότι πρόκειται για φόρο που κατέστη αχρεωστήτως καταβληθείς εκ των υστέρων, ήτοι τη στιγμή που γεννήθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου για επιστροφή του. Προς θεμελίωση του κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του Π. Δ. 18/1989, όπως αυτό ισχύει, παραδεκτού του λόγου τούτου, το Δημόσιο ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς και ότι υπάρχει αντίθεση «της αποφάσεως 3269/2001 του Δικαστηρίου σας σε πάγια προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου Σας (βλ. ΣτΕ 820-822/1997, 4114/1983, 4290/1995, 2056/1989, 3091/1984) από την οποία αφίσταται αδικαιολόγητα (...)». Ανεξαρτήτως του παραδεκτού της προβολής του, ο υπό κρίση λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω κριθέντα (σκ. 5), η αξίωση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. δεν υπόκειται στην τριετή παραγραφή που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 90 του Ν.2362/1995 αλλά στη γενική πενταετή παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου αυτού.
8. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου Εταιρείας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2022 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Ιανουαρίου 2024.
Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος Καλλιόπη Ανδρέου
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι|+30 210 6009062| www.artion.gr).