Ως εταιρεία συμμετοχών (holding) θεωρείται μια εταιρεία η βασική δραστηριότητα της οποίας είναι να κατέχει μετοχικά ποσοστά (πλειοψηφικά ή μειοψηφικά) σε άλλες επιχειρήσεις. Η διαφορά με έναν οποιοδήποτε επιχειρηματικό Όμιλο είναι ότι το ποσοστό του κύκλου εργασιών της εταιρείας holding επί του κύκλου εργασιών του Ομίλου είναι πολύ μικρό (συνήθως χαμηλότερο του 20%) και συνήθως αφορά την προσφορά κάποιων διοικητικών-συμβουλευτικών υπηρεσιών, ή υπηρεσιών marketing προς τις εταιρείες στις οποίες συμμετέχει.
Στους στόχους μιας εταιρείας holding συγκαταλέγονται ένας ή και περισσότεροι από τους παρακάτω:
- Είσπραξη μερισμάτων από τις εταιρείες στις οποίες συμμετέχει.
- Η επίτευξη υπεραξιών από την άνοδο της αξίας των εταιρειών στις οποίες συμμετέχει (ορισμένες φορές και μέσα από την εισαγωγή των τελευταίων σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά).
- Επίτευξη κερδών από τη (μερική ή ολική) πώληση μετοχών στις εταιρείες που συμμετέχει.
- Παροχή υπηρεσιών στις εταιρείες που συμμετέχει με στόχο είτε την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, είτε την εκμετάλλευση συνεργειών. Για παράδειγμα, η μια εταιρεία μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί πελάτη της άλλης, ή περισσότερες εταιρείες να έχουν κοινό δίκτυο διανομής, κ.λπ. Μέσα από αυτή τη διαδικασία δημιουργούνται πρόσθετα οφέλη για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές και το γεγονός αυτό αποτελεί ένα σημαντικό κίνητρο για έναν επενδυτή να αποκτήσει μετοχές μιας εταιρείας holding, αντί μιας άλλης επιχείρησης.
Μία από τις κατηγορίες των εταιρειών συμμετοχών (holding) είναι τα λεγόμενα private equities. Πρόκειται για επενδυτικά σχήματα που αποκτούν πλειοψηφική συμμετοχή σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, στις οποίες ασκούν -ή έστω συμμετέχουν ενεργά- τη διοίκηση και έχουν ως απώτερο σκοπό να τις μεταπωλήσουν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (συνήθως σε πέντε έως επτά έτη). Συνήθως επιλέγονται τοποθετήσεις σε επιχειρήσεις που:
α) Χαρακτηρίζονται από περιορισμένων ικανοτήτων (ή ακόμη και αμφίβολης εντιμότητας) management, οπότε κάτω από τη διοίκηση του private equity τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε πολύ καλύτερα για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, άρα και για την μελλοντική αποτίμηση με την οποία θα μπορούσαν να εκποιηθούν στο μέλλον.
β) Χαρακτηρίζονται από τις υψηλές δανειακές υποχρεώσεις τους, ή και τα σημαντικά ζητήματα ρευστότητάς τους, οπότε η εξαγορά γίνεται συνήθως μέσα από κάλυψη αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Άρα μέσα από την κεφαλαιακή ένεση του private equity, βελτιώνεται δραστικά η ρευστότητα της επιχείρησης, ιδίως αν η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου συνοδεύεται και από «κουρέματα» υποχρεώσεων προς τράπεζες και λοιπούς πιστωτές. Έτσι, με λυμένο το πρόβλημα της ρευστότητας, η εξαγορασθείσα επιχείρηση αποκτά δυνατότητες ανασύνταξης, ανοδικών προοπτικών και απόδοσης υπεραξιών στους νέους ιδιοκτήτες της σε βάθος χρόνου. Επίσης, ένα private equity θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε μια τέτοια εταιρεία αγοράζοντας μόνο το ενεργητικό της, ή το ενεργητικό της και μικρό μόνο τμήμα των υποχρεώσεών της.
γ) Ο νέος μέτοχος (εταιρεία holding) είναι σε θέση να προσδώσει συνέργειες και οικονομίες κλίμακας, μέσα από ήδη υπάρχουσες δραστηριότητές του (πχ πρόσβαση σε νέες αγορές και πελάτες, συμβολή στον ψηφιακό του μετασχηματισμό, κ.λπ.).
δ) Διαθέτουν ισχυρό και αποτελεσματικό management και καλές προοπτικές, ωστόσο δραστηριοποιούνται σε χώρες με σημαντικά δημοσιονομικά-μακροοικονομικά προβλήματα (πχ βλέπε καλές ελληνικές εταιρείες κατά την περίοδο της κρίσης την προηγούμενη δεκαετία). Αν το private equity προβλέπει ότι οι χώρες αυτές θα βελτιώσουν την δημοσιονομική-μακροοικονομική τους θέση μέσα στα επόμενα τρία-επτά χρόνια και θα επανέλθουν στην αποκαλούμενη «κανονικότητα», τότε δεν έχουν να τοποθετηθούν «εδώ και τώρα» έναντι χαμηλότερων αποτιμήσεων και να αποκομίσουν μελλοντικά σημαντικές υπεραξίες. Ουσιαστικά, τα κέρδη των private equities θα προκύψουν σε μια τέτοια περίπτωση, όχι μόνο από την επιχειρηματική δράση των εταιρειών που εξαγοράστηκαν, αλλά και από τη μείωση του κινδύνου της χώρας (country risk).
Προφανές είναι πως στόχος του private equity είναι η μεταπώληση των εταιρειών που αποκτά σε σαφώς υψηλότερα τιμήματα σε σύγκριση με το κόστος κτήσης τους.
Μια δεύτερη κατηγορία εταιρειών συμμετοχών είναι τα λεγόμενα «venture capital», δηλαδή εταιρικά σχήματα που συνηθίζουν να τοποθετούνται με μειοψηφικά ποσοστά σε επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου, αλλά και πολύ μεγάλων ενδεχόμενων προοπτικών (πχ σε start ups και όχι μόνο). Στόχος των venture capitals είναι η στήριξη των επιχειρήσεων με κεφάλαια, ή/και με συμβουλευτικές και λοιπές υπηρεσίες, προκειμένου αυτές είτε να πωληθούν μετά από κάποια χρόνια, είτε να εισαχθούν σε χρηματιστηριακή αγορά αποφέροντας υπεραξίες χαρτοφυλακίου. Είναι προφανές, ότι πολλές τέτοιες επενδύσεις καταλήγουν σε αποτυχία, πλην όμως οι αποδόσεις των υπόλοιπων τοποθετήσεων ελπίζεται ότι είναι σε θέση να υπερκεράσουν τις όποιες προαναφερθείσες ενδεχόμενες απώλειες.
Μια ακόμη κατηγορία εταιρειών συμμετοχών είναι αυτή που τοποθετείται -μειοψηφικά, ή και πλειοψηφικά- με μακροπρόθεσμη προοπτική σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ενός ή περισσότερων κλάδων δραστηριοποίησης επειδή απλά εμπιστεύεται το management και τις προοπτικές των επιχειρήσεων αυτών.
Κριτήρια επιτυχίας
Από ποιους παράγοντες όμως εξαρτάται το αν μια εταιρεία holding θα είναι επιτυχημένη ή όχι;
Πρώτον, από το πόσο επιτυχημένες είναι οι επενδυτικές κινήσεις στις οποίες προβαίνει (απόκτηση ποσοστών σε εταιρείες με καλές προοπτικές έναντι φτηνών ή έστω λογικών αποτιμήσεων).
Δεύτερον, από το κατά πόσο καταφέρνει να συντονίζει τις εταιρείες στις οποίες συμμετέχει με τρόπο έτσι ώστε να επιτυγχάνονται συνέργειες και οικονομίες κλίμακας.
Τρίτον, από το να επιλέγει τον κατάλληλο χρονισμό στην απόκτηση νέων συμμετοχών, ή και στην εκποίηση υπαρχουσών, με γνώμονα την μεγιστοποίηση των συμφερόντων των μετόχων της.
Με άλλα λόγια, η εταιρεία holding θα πρέπει κάθε φορά να επιλέγει τους κατάλληλους κλάδους δραστηριοποίησης μέσα από τη συμμετοχή της σε παραγωγικά εταιρικά σχήματα, όπως επίσης θα πρέπει να διαισθάνεται και το πότε θα πρέπει ενδεχομένως να ρευστοποιήσει -μερικώς ή και πλήρως- τις συμμετοχές της σε κάποιες εταιρείες.