09/12/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Χρηματιστηριακοί δείκτες: Ποιους επιλέγουμε και πότε

Συχνό είναι το ερώτημα των επενδυτών για τον ποιον από τους χρηματιστηριακούς δείκτες θα πρέπει να εμπιστεύονται προκειμένου να πάρουν αποφάσεις που αφορούν την αγορά ή την πώληση των μετοχών μιας εταιρείας.

Τρεις χαρακτηριστικοί και απλοί χρηματιστηριακοί δείκτες είναι οι παρακάτω:

Πρώτον, δείκτης P/E, δηλαδή τιμή μετοχής προς κέρδη ανά μετοχή. Όταν όλοι οι λοιποί παράγοντες είναι σταθεροί, η αγορά μιας μετοχής θεωρείται ελκυστικότερη όσο χαμηλότερη είναι η τιμή του συγκεκριμένου δείκτη.

Δεύτερον, δείκτης τιμής προς λογιστική αξία μετοχής (P/BV). Και στην περίπτωση αυτή, όταν όλοι οι λοιποί παράγοντες είναι σταθεροί, η αγορά μιας μετοχής θεωρείται ελκυστικότερη όσο χαμηλότερη είναι η τιμή του συγκεκριμένου δείκτη.

Τρίτον, δείκτης μερισματικής απόδοσης (μέρισμα ανά μετοχή προς τιμή μετοχής). Όταν όλοι οι λοιποί παράγοντες είναι σταθεροί, η αγορά μιας μετοχής θεωρείται ελκυστικότερη όσο υψηλότερη είναι η τιμή του συγκεκριμένου δείκτη.

Παράδειγμα: Έστω μια εταιρεία με 10.000.000 μετοχές, ίδια κεφάλαια 20.000.000 ευρώ, ετήσια κέρδη 4.000.000 ευρώ, μερίσματα προς τους μετόχους 2.000.000 ευρώ και με τρέχουσα τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο της Αθήνας 4 ευρώ.

Η εταιρεία αυτή έχει κέρδη ανά μετοχή 0,4 ευρώ (4.000.000/10.000.000), λογιστική αξία ανά μετοχή 2 ευρώ (20.000.000/10.000.000) και μέρισμα ανά μετοχή 0,2 ευρώ (2.000.000/10.000.000). Μετά από αυτά, οι χρηματιστηριακοί δείκτες προκύψουν ως ακολούθως:

P/E = 4 / 0,4 = 10

Μερισματική απόδοση = (0,2 / 4) x 100 = 5%

P/V = 4 / 2 = 2


O καταλληλότερος δείκτης

To πρώτο πράγμα που πρέπει να επισημανθεί είναι πως οι χρηματοοικονομικοί δείκτες οδηγούν σε κάθε περίπτωση μόνο σε ενδείξεις και ποτέ σε αποδείξεις.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι πως κάθε δείκτης έχει τη δική του χρησιμότητα, βλέποντας τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία.

Έτσι, θα πρέπει κάθε φορά να υπάρχει η κατάλληλη συνθετική ανάγνωση και αξιολόγηση όλων των δεικτών. Με άλλα λόγια, όπως ο γιατρός μελετά το σύνολο μιας σειράς διαγνωστικών εξετάσεων αλλά και τα δεδομένα του συγκεκριμένου ασθενή προκειμένου να αποφασίσει την προτεινόμενη θεραπεία, με τον ίδιο τρόπο καλείται να δράσει και ένας χρηματιστηριακός αναλυτής σχετικά με το αν θα αγοράσει, ή θα πουλήσει μια μετοχή.

Παρόλα αυτά, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε μερικές γενικές, αλλά χρήσιμες, επισημάνσεις:

Πρώτον, ο δείκτης τιμής προς λογιστικής αξία (P/BV) έχει βαρύνουσα σημασία, όταν η λογιστική αξία της εταιρείας είναι εύκολα ρευστοποιήσιμη στις τιμές που είναι αποτιμημένη (ή και σε υψηλότερες). Αν για παράδειγμα, η λογιστική αξία αντιστοιχεί σε στοιχεία του ενεργητικού που είναι εύκολα ρευστοποιήσιμα (πχ μετρητά, καταθέσεις, απαιτήσεις από πελάτες υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας, ευκόλως εμπορεύσιμα ακίνητα, αποθέματα σε commodities όπως μέταλλα, βαμβάκι, κ.λπ.) τότε ο συγκεκριμένος δείκτης θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Αν αντίθετα, η λογιστική αξία αντιστοιχεί σε βιομηχανικά κτίρια που δεν μπορούν να πουληθούν, σε μηχανολογικό εξοπλισμό που μπορεί να διατεθεί μόνο ως… βίδες, ή σε άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία, τότε ο δείκτης έχει πολύ περιορισμένη αξία στην όποια επενδυτική αξιολόγηση.

Δεύτερον, ο δείκτης της μερισματικής απόδοσης έχει βαρύνουσα σημασία σε εταιρείες που προβλέπεται να έχουν μελλοντική πορεία χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές, χωρίς δηλαδή μεγάλους κινδύνους, ή αντίθετα ραγδαίες ανόδους.

Αν πχ μια μετοχή διαπραγματεύεται με δείκτη P/E γύρω στο 20 (όχι ελκυστικό από μόνο του) και με P/BV γύρω στο 3 (επίσης όχι ελκυστικό από μόνο του) αλλά με μια μερισματική απόδοση της τάξεως του 3%-4% που δείχνει διατηρήσιμη ή και επαυξανόμενη στο μέλλον, τότε μάλλον θα πρέπει να εστιάσουμε στο δείκτη της μερισματικής απόδοσης. Και αυτό, γιατί μέσα από τη συγκεκριμένη μετοχή προβλέπουμε να καρπωθούμε μια απόδοση για τα επόμενα χρόνια σαφώς υψηλότερη από τα προσφερόμενα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων, ή από τα yields κρατικών χρεογράφων.

Επίσης, η περίπτωση μιας εταιρείας με πχ μερισματική απόδοση μεταξύ του 1% και του 2% (επίσης ανώτερη σε σχέση με τα τραπεζικά επιτόκια και τα yields των κρατικών ομολόγων) αν συνδυάζεται με ανοδικές προσδοκίες οικονομικών επιδόσεων στο μέλλον, τότε θα μπορούσε να αποτελεί μια περίπτωση προς εξέταση.

Τρίτον, υψηλότερος δείκτης P/E από το μέσο όρο της αγοράς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί σε αρκετές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα:

α) Σε εταιρείες με χαμηλά τρέχοντα κέρδη, πλην όμως σημαντικά ανοδικές μελλοντικές προοπτικές (πχ εταιρείες υψηλής τεχνολογίας με συγκριτικά πλεονεκτήματα, ή κατασκευαστικοί Όμιλοι με υψηλό ανεκτέλεστο υπόλοιπο συμβάσεων).

β) Σε κυκλικές εταιρείες, οι οποίες βρίσκονται στο «κάτω τμήμα» της ημιτονοειδούς τους καμπύλης.

γ) Σε εταιρείες, που ένα ποσοστό των πωλήσεών τους είναι εξασφαλισμένο από εργασίες που έχουν υλοποιήσει κατά το παρελθόν. Έτσι, θα μπορούσε να διαχωρίσει κάποιος τις «εταιρείες κυνηγούς» (πχ οι εμπορικές), όπου ουσιαστικά ο κύκλος εργασιών τους ξεκινά κάθε 1η Ιανουαρίου ουσιαστικά από το μηδέν και τις «εταιρείες αγρότες», όπου ένα πολύ σημαντικό τμήμα των πωλήσεών τους είναι εξασφαλισμένο πριν καν ξεκινήσει η χρονιά. Στις εταιρείες «αγρότες» δικαιολογείται ένας υψηλότερος δείκτης P/E.

δ) Σε εταιρείες με υψηλές οικονομίες κλίμακας που έχουν σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης των εργασιών τους. Υπάρχουν επιχειρήσεις, οι οποίες αν επιτύχουν πάνω από ένα επίπεδο δραστηριοτήτων (break even) τότε μια περαιτέρω ποσοστιαία άνοδος των πωλήσεών τους οδηγεί σε ένα σαφώς μεγαλύτερο ποσοστό ανόδου την καθαρή τους κερδοφορία. Αν λοιπόν, τέτοιου είδους εταιρείες, προβλέπεται κατά τα επόμενα χρόνια να αυξήσουν σημαντικά το ύψος των πωλήσεών τους, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μεγαλύτερο δείκτη P/E από το μέσο όρο της αγοράς.

Υπάρχουν όμως και ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά ορισμένων εταιρειών τα οποία θα δικαιολογούσαν υψηλότερους δείκτες P/E και τιμής προς λογιστική αξία, ή/και χαμηλότερους δείκτες μερισματικής απόδοσης σε σχέση με το μέσο όρο της αγοράς. Έτσι, μεταξύ των παραγόντων της αγοράς που «ισορροπούν» την τιμή μιας μετοχής σε υψηλότερα επίπεδα συγκαταλέγονται:

  • Η ισχυρή ρευστότητα μιας εταιρείας.
  • Οι δυσκολίες εισόδου ανταγωνιστών στην αγορά, σε συνδυασμό με άλλα αμυντικά στοιχεία που μπορεί να διαθέτει.
  • Το υψηλό επίπεδο Εταιρικής Διακυβέρνησης.
  • Οι στρατηγικές επιλογές της διοίκησης της εταιρείας με στόχο τη μείωση του επιχειρηματικού ρίσκου (πχ γεωγραφική διαφοροποίηση δραστηριοτήτων, επαρκής διασπορά πελατών και προμηθευτών, hedging έναντι συναλλαγματικών και αποθεμάτων, ασφαλιστική κάλυψη απαιτήσεων και περιουσιακών στοιχείων, κ.λπ.).




comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Χρηματιστηριακή αγορά, Οικονομικοί Δείκτες