14/07/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Γιατί το χρηματιστήριο ΔΕΝ είναι τζόγος

Ευρύτατα διαδεδομένη στο ελληνικό κοινό είναι η άποψη που θέλει το χρηματιστήριο να ταυτίζεται με τον τζόγο, ή με στοιχήματα όπως για παράδειγμα το ιπποδρομιακό. Βασικό αίτιο μιας τέτοιας άποψης είναι οι απώλειες που έχουν καταγράψει πολλοί επενδυτές, αλλά ταυτόχρονα και οι μεγάλες διακυμάνσεις που ενδεχομένως να καταγράφει η τιμή μιας μετοχής μέσα σε ένα έτος, ένα μήνα, ή ακόμη και μία ημέρα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Πρώτον, μέσω του χρηματιστηρίου αγοράζονται συνήθως μετοχές, δηλαδή τμήμα μιας επιχείρησης, η οποία μπορεί να δραστηριοποιείται στο εμπόριο, στη βιομηχανία ή στις υπηρεσίες. Άρα λοιπόν, θα μπορούσε να κάποιος να αγοράσει το 20% των μετοχών της εταιρείας του πρώτου του εξαδέλφου (πχ ενός τουριστικού γραφείου), θα μπορούσε να αποκτήσει το 100% των μετοχών μιας εταιρείας που θα ίδρυε ο ίδιος (πχ μιας καφετέριας), ή ενδεχομένως θα είχε τη δυνατότητα μέσω του χρηματιστηρίου να αγοράσει 10.000 μετοχές μιας από τις εταιρείες που διαπραγματεύονται σ’ αυτό. Σύμφωνα με την κοινή γνώμη -παραδόξως- οι δύο πρώτες περιπτώσεις απόκτησης μετοχών δεν αποτελούν τζόγο, πλην όμως αποτελεί η τρίτη, αυτή μέσω του χρηματιστηρίου.

Και όμως, η αγορά μετοχών μέσω της χρηματιστηριακής οδού είναι η φτηνότερη, η ταχύτερη και η πλέον διαφανής:

Φτηνότερη, γιατί η αγορά ή πώληση μετοχών γίνεται με μια προμήθεια, το συνολικό κόστος της οποίας συνήθως υπολείπεται του 0,75%. Αντίθετα, για την απόκτηση μετοχών εκτός χρηματιστηρίου, χρειάζονται πολύ μεγαλύτερα έξοδα (πχ συμβολαιογράφου), για να μην μιλήσουμε για τις περιπτώσεις αγοράς ενός ακινήτου (νομικά και συμβολαιογραφικά έξοδα, φόροι, κ.λπ.). Ας πάρουμε το παράδειγμα, όπου ένας επενδυτής αγοράσει σήμερα μια μετοχή και την πουλήσει σε τρεις μήνες σε τιμή 20% μεγαλύτερη. Τότε θα έχει αποκομίσει απόδοση 20% μείον 2% περίπου τα έξοδα της αγοραπωλησίας, μείον τη φορολογική επιβάρυνση της εισφοράς αλληλεγγύης. Με άλλα λόγια θα έχει κερδίσει πάνω από 15%. Αν αντίθετα, κάποιος αγοράσει σήμερα ένα ακίνητο και το πουλήσει 20% ακριβότερα σε τρία χρόνια, είναι αμφίβολο αν -λόγω των εξόδων των δύο συναλλαγών και των φόρων- κερδίσει έστω και ένα ευρώ.

Ταχύτερη, γιατί υλοποιείται με ένα μόνο τηλέφωνο, ή με μια εντολή από το internet, σε αντίθεση με την αγορά πχ ενός ακινήτου, ή μετοχών εκτός χρηματιστηρίου, όπου απαιτείται διαδικασία που ξεκινά από μερικές εβδομάδες και φτάνει σε πολλούς μήνες, ή και αρκετά χρόνια…

Διαφανέστερη, γιατί οι εταιρείες που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο ελέγχονται πολύ περισσότερο και πολύ αυστηρότερα από πχ μια μικρομεσαία εταιρεία συγγενικού προσώπου.

Δεύτερον, η μεγάλη διαφορά μεταξύ μιας επένδυσης σε μετοχές του Χρηματιστηρίου σε σχέση με μετοχές μη εισηγμένων εταιρειών (πχ από το να κατέχει κάποιος το 10% μιας μικρής εταιρείας, όπου το υπόλοιπο 90% το κατέχει ο συνεταίρος του) είναι η εμπορευσιμότητα. Στην περίπτωση της εισηγμένης εταιρείας η πώληση των μετοχών είναι σχετικά εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, ο κάτοχος του 10% μιας μη εισηγμένης εταιρείας καλείται ουσιαστικά να αναζητήσει αγοραστή μόνο σε ένα πρόσωπο, το συνεταίρο του, και μάλιστα κάτω από πολύ δυσμενείς όρους στην περίπτωση που έχει μεγάλη ανάγκη από ρευστότητα και επείγεται να ρευστοποιήσει τη θέση του.

Τρίτον, ας φύγουμε από τα τεχνικά ζητήματα και ας πάμε στην ουσία. Όταν κάποιος μέσω του χρηματιστηρίου αποκτά μετοχές ή ομόλογα αποκτά περιουσιακά στοιχεία και όχι λαχεία. Σε ένα τυχερό παιχνίδι, τα κέρδη ενός παίκτη προέρχονται υποχρεωτικά από τις ζημίες των άλλων (πχ κερδίζει ο ένας στους δέκα, με τους εννέα υπόλοιπους να χάνουν). Αντίθετα, αν μια οικονομία πηγαίνει καλά, κερδισμένοι μπορούν να είναι όλοι οι επενδυτές, ενώ αν μπαίνει σε ύφεση, μπορεί το σύνολο των επενδυτών να καταγράψει απώλειες.

Βέβαια, οι μετοχές (όπως και τα ακίνητα) δεν παύουν να συγκαταλέγονται στις επενδύσεις σημαντικού ή και υψηλού ρίσκου σε σύγκριση πχ με τις καταθέσεις και τα κρατικά ομόλογα. Αυτό ωστόσο δεν τις καθιστά τζόγο. Για παράδειγμα, από την πολυετή οικονομική κρίση της περιόδου 2009-2018 έκλεισε περίπου το 30%-40% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ ένα ακόμη μεγάλο ποσοστό είδε την αξία του να μειώνεται κατακόρυφα. Κανείς δεν θεώρησε τους επιχειρηματίες αυτούς ως τζογαδόρους που «έπαιξαν και έχασαν τα λεφτά τους».

Όπως λοιπόν ήταν φυσικό σε μια ελληνική οικονομία που ουσιαστικά πτώχευσε, να κλείσει το 40% των επιχειρήσεών της, ή οι τιμές των ακινήτων να υποχωρήσουν κατά περίπου 40%, εξ’ ίσου αναμενόμενο ήταν να έχει παρατηρηθεί μια μεγάλη πτώση και στις τιμές πολλών μετοχών που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο.

Πολλοί βέβαια αναφερόμενοι σε τζόγο, μιλούν για επενδυτές που ακολουθούν βραχυπρόθεσμες τακτικές, αγοράζοντας και πουλώντας μετοχές μέσα σε λίγες ημέρες, ή ακόμη και μέσα στην ίδια την ημέρα (intraday trading). Στο σημείο αυτό, ίσως και να μην έχουν άδικο.

Θυμίζουμε ότι αυτό μπορούν να το πράξουν εξ’ αιτίας των πλεονεκτημάτων της χρηματιστηριακής αγοράς που είναι το πολύ χαμηλό κόστος και η μεγάλη ταχύτητα των συναλλαγών (πχ αν το κόστος μιας αγοραπωλησίας ακινήτου αντιστοιχεί στο 15% της αξίας του, είναι αδύνατον σε κάποιον να αγοράσει σήμερα ένα ακίνητο και να το πουλήσει σε λίγες ώρες, ή σε κάποιες ημέρες).

Ακόμη όμως και στην περίπτωση ενός βραχυπρόθεσμου επενδυτή, υπάρχει η δυνατότητα στον τελευταίο να μην ρευστοποιήσει την επένδυσή του και να διατηρήσει τις μετοχές σε βάθος χρόνου. Ωστόσο, η βραχυπρόθεσμη επένδυση σε μετοχές έχει στοιχεία τζόγου, γιατί ουσιαστικά ο επενδυτής «στοιχηματίζει» σε μια σειρά άλλων παραγόντων (πχ μια έκτακτη πολιτική ή γενικότερη οικονομική εξέλιξη) παρά στις επιδόσεις της ίδιας της εταιρείας.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Μετοχές, Πώληση μετοχών, Επενδυτές, Χρηματιστήρια