Περίληψη – Εισαγωγή: Η ηλεκτρονική τιμολόγηση έχει μεταβάλει τον τρόπο έκδοσης και διακίνησης των παραστατικών για εμπορικές συναλλαγές ή συναλλαγές με ελεύθερους επαγγελματίες, όχι, όμως, τον βασικό δικονομικό κανόνα της συνδρομής έγγραφης απόδειξης για την έκδοση του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής: η αιτία γέννησης της απαίτησης, έτσι, το ύψος αυτής και η αποδοχή από τον οφειλέτη πρέπει να αποδεικνύονται εγγράφως. Το κρίσιμο, συνεπώς, δεν είναι απλώς να υπάρχει ένα έγκυρο ηλεκτρονικό τιμολόγιο με Μοναδικό Αριθμό Καταχώρισης (ΜΑΡΚ) στο myDΑΤΑ ή αυτό να διαβιβαστεί μέσω ιδιώτη παρόχου υπηρεσιών τιμολόγησης στην Α.Α.Δ.Ε., αλλά από το σύνολο των εγγράφων που κατατίθενται για την έκδοση του τίτλου να προκύπτει ότι ο ίδιος ο οφειλέτης δεσμεύεται από την υποκείμενη συναλλαγή (πώληση, έργο, εν γένει παροχή υπηρεσίας), ότι αυτή έχει πράγματι εκπληρωθεί και ότι η οφειλή είναι ορισμένη και ληξιπρόθεσμη. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις αλλαγές του Ν. 5222/2025 στην ηλεκτρονική τιμολόγηση: η φορολογική «αποδοχή», δηλαδή, της ηλεκτρονικής μορφής δεν ταυτίζεται με αναγνώριση της αστικής οφειλής. Σκοπός του παρόντος είναι, συνεπώς, να αποσαφηνίσει ποια έγγραφα απαιτούνται στην πράξη και πότε ένα ηλεκτρονικό τιμολόγιο μπορεί – μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία – να στηρίξει αίτηση για έκδοση του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής.
I. Η έγγραφη απόδειξη ως αυτοτελής διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής: Κατά τα άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αρκεί η ουσιαστική ύπαρξη χρηματικής απαίτησης. Πρέπει από τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση να προκύπτουν η αιτία της οφειλής, τα πρόσωπα δανειστή και οφειλέτη, το ποσό και το βέβαιο και ληξιπρόθεσμο αυτού. Η έγγραφη απόδειξη αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση: αν λείπει, δηλαδή, η διαταγή ακυρώνεται κατόπιν ανακοπής ακόμη και αν η απαίτηση θα μπορούσε, σε τακτική δίκη, να αποδειχθεί με μάρτυρες ή άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1413/2022). Η ίδια απόφαση επισημαίνει και το πρακτικά κρισιμότερο για τα τιμολόγια: Το τιμολόγιο που εκδίδεται από τον πιστωτή δεν αποδεικνύει το δίχως άλλο ότι ο λήπτης ανέλαβε την αντίστοιχη υποχρέωση. Με μόνα τα τιμολόγια, επομένως, δεν αποδεικνύεται κατ’ ανάγκη η σύμβαση που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της απαίτησης (κι αυτό διότι τα τελευταία δεν φέρουν, κατ΄ ανάγκη, την υπογραφή του λήπτη τους). Επιτρέπεται, όμως, η συνδυαστική έγγραφη απόδειξη με περισσότερα έγγραφα, αρκεί αυτά, συνολικά εκτιμώμενα, να συνδέουν με ασφάλεια τον οφειλέτη με την επίδικη οφειλή.
ΙΙ. Διάκριση μεταξύ της αυθεντικότητας του παραστατικού και της αποδοχής της οφειλής:
Τα άρθρα 14 και 15 του Ν. 4308/2014, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 239-240 του Ν. 5222/2025, ρυθμίζουν τη μορφή, την αυθεντικότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα του ηλεκτρονικού τιμολογίου. Η αυθεντικότητα μπορεί να διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, μέσω Υπηρεσιών Παρόχου Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης ή μέσω της εφαρμογής έκδοσης και διαβίβασης παραστατικών της Α.Α.Δ.Ε.. Οι μηχανισμοί αυτοί είναι ιδιαίτερα ισχυροί για να αποδειχθεί ο εκδότης του παραστατικού και το μη αλλοιωμένο περιεχόμενο του. Δεν απαντούν, όμως, στο ερώτημα αν ο λήπτης αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη οφειλή ή αν συντρέχουν οι όροι γέννησης της αξίωσης. Η ύπαρξη MAΡΚ, η διαβίβαση στο myDATA ή η έκδοση μέσω πιστοποιημένου παρόχου αποδεικνύουν, έτσι, την έκδοση και, ως εκ τούτου τη φορολογική συμμόρφωση του εκδότη και την, εν γένει, φορολογική διαδρομή του παραστατικού· δεν μετατρέπουν αυτομάτως ένα μονομερές εκδοθέν παραστατικό σε έγγραφη δήλωση του οφειλέτη.
ΙΙΙ. Η υπογραφή του ηλεκτρονικού τιμολογίου και η αποδεικτική του δύναμη: Αρχικά, κατά το άρθρο 443 του ΚΠολΔ, για να έχει ένα ιδιωτικό έγγραφο την αποδεικτική δύναμη που ο νόμος του αποδίδει πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του. Στο «ηλεκτρονικό περιβάλλον» τη λειτουργία της ιδιόχειρης υπογραφής επιτελεί η εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, η οποία εξομοιώνεται νομικά με αυτήν - ρύθμιση που προβλεπόταν αρχικά στο Π.Δ. 150/2001 και, μετά την κατάργησή του με την παρ. 15 του άρθρου 108 του Ν. 4727/2020, απορρέει πλέον από την παρ. 2 του άρθρου 25 του Κανονισμού (Ε.Ε.) 910/2014 (eIDAS) και το άρθρο 50 του Ν. 4727/2020. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στα ηλεκτρονικά τιμολόγια: η φορολογικά έγκυρη έκδοση και διαβίβαση ενός παραστατικού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτό αποτελεί και πλήρη έγγραφη απόδειξη της αντίστοιχης αστικής απαίτησης για τους σκοπούς των άρθρων 623 επ. του ΚΠολΔ. Εφόσον, λοιπόν, το ηλεκτρονικό τιμολόγιο δεν φέρει ούτε ιδιόχειρη, ούτε εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή και, ιδίως, όταν έχει εκδοθεί μονομερώς από τον ίδιο τον δανειστή, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να στηρίξει αυτοτελώς την έκδοση διαταγής πληρωμής. Απαιτείται στην περίπτωση αυτή να συνδυάζεται με άλλα έγγραφα, προερχόμενα ή αποδεκτά από τον οφειλέτη, από τα οποία να προκύπτουν εγγράφως η κατάρτιση της υποκείμενης σύμβασης, η γένεση και το ύψος της απαίτησης και, κατά περίπτωση, η παραλαβή ή προσήκουσα εκτέλεση της αντιπαροχής. Με άλλα λόγια, το κρίσιμο δεν είναι απλώς ότι «υπάρχει» ηλεκτρονικό τιμολόγιο, αλλά εάν ο συνολικός έγγραφος φάκελος συνδέει με ασφάλεια το τιμολόγιο με δήλωση ή συμπεριφορά του οφειλέτη που αποτυπώνεται, επίσης, εγγράφως και επιτρέπει την πλήρη απόδειξη της απαίτησης.
IV. Πότε το ηλεκτρονικό τιμολόγιο μπορεί να στηρίξει διαταγή πληρωμής;
Η ασφαλέστερη προσέγγιση είναι να αντιμετωπίζεται το ηλεκτρονικό τιμολόγιο ως ένας «κρίκος» μίας σειράς εγγράφων. Η ΑΠ 1671/2024 είναι χαρακτηριστική: το τιμολόγιο δεν έφερε υπογραφή παραλαβόντος, πλην, όμως, είχε πρωτοκολληθεί από το αρμόδιο λογιστήριο της οφειλέτριας, είχε καταχωρισθεί στα λογιστικά της στοιχεία και συνοδευόταν από μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mails) και υπογεγραμμένες βεβαιώσεις που πιστοποιούσαν την εκτέλεση και παράδοση του έργου. Το Εφετείο είχε κρίνει ότι η έλλειψη υπογραφής στο ίδιο το τιμολόγιο αναπληρωνόταν από την έγγραφη αποδοχή που προέκυπτε από τα λοιπά στοιχεία· ο Άρειος Πάγος δεν ανέτρεψε αυτή την παραδοχή, αλλά ακύρωσε τελικά τη διαταγή για διαφορετικό λόγο, επειδή η υποκείμενη σύμβαση ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης συστατικού έγγραφου τύπου. Άρα, έγγραφα που μπορούν να καλύψουν το αποδεικτικό κενό του μονομερώς εκδοθέντος ηλεκτρονικού τιμολογίου χωρίς ιδιόχειρες υπογραφές είναι, ανάλογα με τη συναλλαγή: υπογεγραμμένη σύμβαση ή παραγγελία, δελτίο αποστολής ή πρωτόκολλο παράδοσης, μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από πρόσωπο που ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, έγγραφη συμφωνία υπολοίπου, λογιστική επιβεβαίωση του οφειλέτη ή μερική καταβολή που συνδέεται σαφώς με το συγκεκριμένο τιμολόγιο.
V. Νομικό πρόσωπο: το ζήτημα της εκπροσώπησης:
Όταν ο οφειλέτης είναι Α.Ε., Ι.Κ.Ε. ή άλλο νομικό πρόσωπο, πρέπει επιπλέον να προκύπτει ότι η δήλωση αποδοχής ή παραλαβής μπορεί να του καταλογισθεί. Η ΑΠ 1671/2024 διακρίνει εύστοχα μεταξύ ενός e-mail απλού υπαλλήλου λογιστηρίου – το οποίο δεν αρκούσε για αυτοτελή αφηρημένη αναγνώριση χρέους λόγω έλλειψης αποδεδειγμένης εξουσίας – και του συνόλου των εταιρικών εγγράφων και λογιστικών καταχωρίσεων, που τελικά επιβεβαίωναν τη συναλλαγή. Στην πράξη, επομένως, ένα e-mail τύπου «το παραλάβαμε» από έναν υπάλληλο χωρίς προσδιορισμένη ιδιότητα (ως θα ήταν ένας λογιστής, υπεύθυνος πωλήσεων, γραμματέας, κ.λπ.) δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ασφαλές ισοδύναμο υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου. Αντίθετα, η σταθερή αλληλογραφία από εταιρικό λογαριασμό αρμόδιου στελέχους, η εντολή αγοράς, η πρωτοκόλληση, η καταχώριση στα βιβλία και η μερική εξόφληση μπορούν, σε συνδυασμό, να θεμελιώσουν πολύ ισχυρότερη έγγραφη απόδειξη.
VΙ. myDATA και «μη απόρριψη» του τιμολογίου - ‘Oχι αυτομάτως αναγνώριση χρέους:
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η επίκληση των στοιχείων του myDATA. Προβλέπεται, πράγματι, στην πλατφόρμα δυνατότητα απόρριψης παραστατικού λόγω διαφωνίας. Πρόκειται, όμως, για λειτουργία φορολογικής απεικόνισης και συμφωνίας των ηλεκτρονικών βιβλίων μεταξύ των συναλλασσόμενων. Δεν προκύπτει, ως εκ τούτου, από αυτήν γενικός κανόνας ότι η απραξία του λήπτη ή η μη επιλογή απόρριψης ισοδυναμεί με αστική αναγνώριση της οφειλής ή με αποδοχή της προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης. Η σύγκριση με τις ηλεκτρονικές δηλώσεις μίσθωσης είναι, εν προκειμένω, βοηθητική. Ειδικότερα, με την Α.1068/2025 (απόφαση του διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.) ορίζεται ότι, μετά την πάροδο συγκεκριμένης προθεσμίας χωρίς ενέργεια του μισθωτή, η δήλωση που έχει αναρτηθεί από τον εκμισθωτή για την έναρξη μισθωτικής σχέσης, θεωρείται αποδεκτή. Συνάγεται, ως εκ τούτου, ότι όπου ο νομοθέτης θέλει να προσδώσει στη «σιωπή» αποτέλεσμα αποδοχής, το προβλέπει ρητά. Αντίστοιχη ρύθμιση δεν υπάρχει για τη μη απόρριψη τιμολογίου στο myDATA. Επομένως, η μη απόρριψη μπορεί να αξιολογηθεί επικουρικά μαζί με άλλα στοιχεία, αλλά είναι επισφαλές να αποτελέσει το μοναδικό θεμέλιο για την απόδειξη αποδοχής οφειλής κατά τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής.
VΙI. Η σημασία του λόγου δημιουργίας της οφειλής (το είδος της σύμβασης):
Το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό διαφοροποιείται ανάλογα με την αιτία γέννησης της οφειλής, το λόγο, δηλαδή, που δημιουργήθηκε το χρέος. Σε πώληση εμπορευμάτων, λόγου χάρη, κρίσιμα είναι η παραγγελία/η σύμβαση και η έγγραφη παραλαβή. Σε παροχή υπηρεσιών χρειάζεται να αποδεικνύεται εγγράφως η σύνδεση του τιμολογίου με τις συμφωνημένες υπηρεσίες και την εκτέλεσή τους. Ιδίως δε στη σύμβαση έργου, όπου η αμοιβή συνδέεται κατ’ αρχήν με την παράδοση του έργου (άρθρο 694 του Α.Κ.), η ύπαρξη τιμολογίου που εκδόθηκε μονομερώς από τον εργολάβο δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλο, ότι το έργο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε προσηκόντως. Όταν η εκτέλεση αμφισβητείται, απαιτείται έγγραφο παραλαβής, πιστοποίηση, e-mail αποδοχής ή άλλο ισοδύναμο στοιχείο του εργοδότη. Ακόμη αυστηρότερη είναι η περίπτωση στην οποία η ίδια η σύμβαση απαιτεί, από τον νόμο ή ειδικό κανονιστικό πλαίσιο, συστατικό έγγραφο τύπο.
VIIΙ. Συμπεράσματα:
Η ηλεκτρονική τιμολόγηση δεν καταργεί την αρχή της έγγραφης απόδειξης ούτε καθιστά το myDATA μηχανισμό αυτόματης παραγωγής εκτελεστών τίτλων. Η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη φάκελο, από τον οποίο να προκύπτουν όχι μόνο η έκδοση του ηλεκτρονικού τιμολογίου, αλλά και η αποδοχή του οφειλέτη. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να υπάρχουν σωρευτικά, κατά το δυνατόν:
i) η σύμβαση, ή παραγγελία ή άλλο έγγραφο που αποδεικνύει τη συμφωνία και την αιτία της απαίτησης, ii) το ηλεκτρονικό τιμολόγιο με τα στοιχεία έκδοσης/διαβίβασής του, iii) έγγραφη απόδειξη παράδοσης αγαθών ή προσήκουσας εκτέλεσης υπηρεσίας/έργου, iv) έγγραφο ή εταιρική πράξη που συνδέεται με τον οφειλέτη και επιβεβαιώνει παραλαβή, λογιστική καταχώριση, υπόλοιπο ή μερική εξόφληση και v) σαφής απόδειξη του ληξιπρόθεσμου και, όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, της εξουσίας του προσώπου που προβαίνει στην κρίσιμη δήλωση. Όταν, συνεπώς, ο φάκελος περιορίζεται σε ένα μονομερώς εκδοθέν ηλεκτρονικό τιμολόγιο και μία εκτύπωση myDATA χωρίς κανένα έγγραφο του ίδιου του οφειλέτη, ο κίνδυνος ακύρωσης μετά από άσκηση ανακοπής είναι ουσιώδης. Αντίθετα, όταν το τιμολόγιο (εφόσον δεν φέρει ιδιόχειρες υπογραφές εκδότη και παραλήπτη) εντάσσεται σε πλήρη έγγραφη ακολουθία παραγγελίας – εκτέλεσης – παραλαβής – λογιστικής αναγνώρισης, η ηλεκτρονική μορφή δεν αποτελεί εμπόδιο στην έκδοση διαταγής πληρωμής.