28/02/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φοροτεχνικός

Αναδρομικά συνταξιούχων. Λάθος στο λάθος…

Σε συνεργασία με τον φοροτεχνικό Ηλία Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο Επιτροπής Φοροτεχνικών Ε.Ε.Α.

Αφορμή για τη σημερινή ανταλλαγή απόψεων στο φιλόξενο site του e-forologia αποτελεί η τροπολογία που ψηφίστηκε στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο (άρθρο 104 του ψηφισθέντος νόμου) και αφορά τα αναδρομικά των συνταξιούχων που εισπράχθηκαν το έτος 2013.

Στην αιτιολογική έκθεση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου εκτός των άλλων αναφέρεται και το εξής: “Μέχρι την 31.12.2019 είχαν εκδοθεί από τη φορολογική Διοίκηση, με βάση στοιχεία που είχε στη διάθεση της, πράξεις διοικητικού προσδιορισμού του φόρου για αποδοχές (όπως συντάξεις) που εισπράχθηκαν αναδρομικά εντός του 2013 από χιλιάδες φορολογούμενους. Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ότι οι παραπάνω οφειλές, καθίστανται ληξιπρόθεσμες, την 29.5.2020 αντί της 28ης Φεβρουαρίου, πρόβλεψη που είναι αναγκαία, προκειμένου να υπάρχει επαρκής χρόνος για τις αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις, σε περιπτώσεις που εκ παραδρομής επιβλήθηκαν φορολογικές υποχρεώσεις

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ότι η φορολογική αρχή παραδέχεται ότι έχουν επιλεχθεί φόροι εκ παραδρομής σε φορολογούμενους (συνταξιούχους). Όντως, από τις 24/01/2020, όταν πρωτοαναφέρθηκε στο Θέμα με το σχετικό μας άρθρο «Αναδρομικά συνταξιούχων & ενδικοφανής προσφυγή», μέχρι και σήμερα έχουμε διαπιστώσει ότι υπάρχουν:

· Συνταξιούχοι που έχουν δηλώσει κανονικά τα αναδρομικά και στις οικείες χρονιές με συμπληρωματικές δηλώσεις.

· Φορολογούμενοι στους οποίους έχει βεβαιωθεί ως εισόδημα το σύνολο του ποσού το οικονομικό έτος 2014, ενώ σε άλλους έχει αφαιρεθεί το 20% και η εκκαθάριση έγινε μετά στο υπόλοιπο 80%

· Φορολογούμενοι οι οποίοι ειδοποιήθηκαν με ειδοποίηση βεβαιωμένων χρεών, ενώ κάποιοι άλλοι το ανακάλυψαν τυχαία στο λογαριασμό τους στο Taxisnet.

Κατ’ αρχάς να γίνει εκ των προτέρων κατανοητό ότι σε καμία περίπτωση δεν είμαι με το μέρος εκείνων οι οποίοι προτρέπουν τους φορολογούμενους να μην δηλώσουν τα εισοδήματά τους. Άλλωστε είναι ο μόνος τρόπος το κράτος αυτό να ορθοποδήσει και να έχουμε κάποια στιγμή τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η φορολογική διοίκηση μπορεί να καταλογίσει “αναδρομικά” φόρους, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν της τη διαδικασία που προβλέπεται εδώ και αρκετά χρόνια, ακολουθώντας στην περίπτωση αυτή μια διαφορετική πρακτική και μάλιστα σε μία περίοδο που η φορολογική διοίκηση επιδιώκει να καθιερώσει κλίμα εμπιστοσύνης, ανάμεσα στην ίδια και τους φορολογούμενους.

Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση, η φορολογική αρχή γνωρίζει από το 2013 ότι οι φορολογούμενοι εισέπραξαν αναδρομικές συντάξεις για τα προηγούμενα έτη. Θα μπορούσε λοιπόν τα επόμενη έτη και χωρίς την πίεση της παραγραφής, να επιβάλλει σε όσους δεν τα δήλωσαν τις διαφορές, κάνοντας σχετική κοινοποίηση πράξης επιλογής φόρου. Ακολουθώντας τη σωστή διαδικασία οι φορολογούμενοι να εντάξουν τις συγκεκριμένες διαφορές στις ευνοϊκές ρυθμίσεις που έλαβαν χώρα τα τελευταία έτη.

Αντί αυτού έγινε κάτι τελείως διαφορετικό. Εκκαθαρίστηκαν όλα στο πόδι. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι οι φορολογούμενοι να επιβαρυνθούν με υπέρογκες προσαυξήσεις και βέβαια να μην έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στις ευνοϊκές ρυθμίσεις που είχαν νομοθετηθεί τα προηγούμενα χρόνια όπου προβλεπόταν και μείωση των προσαυξήσεων (Ν.4321/2015 100 δόσεων ή 120 δόσεων κτλ. ), αλλά και όλη η διαδικασία δεν έχει προβλεφθεί.

Πιο συγκεκριμένα επί της διαδικασίας αξίζει να παρατηρήσουμε ότι στο άρθρο 61 του Ν.2238/94 αλλά και στο άρθρο 68 του Ν.4172/2013, προβλέπεται χαρακτηριστικά ότι μόνο ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης των εισοδημάτων του. Πουθενά δεν προβλέπεται ότι το φορολογούμενο μπορεί να τον αντικαταστήσει ο έφορος.

Ακόμα προβλέπεται ότι δύναται τα αναδρομικά εισοδήματα να συμπεριληφθούν στη φορολογική δήλωση του έτους που εισπράττονται, είτε στη φορολογική δήλωση του έτος που αναλογούν.

Ποιος έχει αυτό το δικαίωμα όμως;

Αποκλειστικά και μόνο ο φορολογούμενος. Αλλά εκτός όλων αυτών από τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπεται μια συγκεκριμένη διαδικασία η οποία θα πρέπει να ακολουθηθεί ώστε η φορολογική αρχή να καταλήξει να εκδώσει πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου.

Σύμφωνα με αυτή θα πρέπει αρχικά να έχει κοινοποιηθεί εντολή ελέγχου και να έχει γνωστοποιηθεί στον φορολογούμενο η δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικής δήλωσης.

Μετά θα πρέπει να έχει συνταχθεί και φυσικά να έχει κοινοποιηθεί Σημείωμα Διαπιστώσεων Ελέγχου, ώστε ο φορολογούμενος να μπορέσει να αντικρούσει τις διαπιστώσεις της φορολογικής αρχής εκθέτοντας τους ισχυρισμούς του.

Στην περίπτωση αυτή τηρήθηκε αυτή η διαδικασία;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΟΧΙ.

Κατά τη γνώμη μου, όλη αυτή η διαδικασία είναι άκυρη και το μόνο που θα προκαλέσει είναι οι φορολογούμενοι, συνταξιούχοι και μισθωτοί, να προσφύγουν καταθέτοντας αρχικά ενδικοφανή προσφυγή στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Μάλιστα αρκετοί το έχουν ήδη κάνει.

Το τελικό αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας θα είναι η ΔΕΔ αντί να ασχολείται με θέματα ουσιαστικής φοροδιαφυγής, φέρνοντας τελικώς έσοδα στα δημόσια ταμεία, να μπλοκάρει με τις συγκεκριμένες υποθέσεις άνευ ουσίας, οι οποίες τελικώς δεν θα επιφέρουν και πραγματικά έσοδα.

Στην ανταλλαγή απόψεων που κάναμε στο άρθρο της 24/01/2020, είχα αναφέρει ότι μια “πολιτική απόφαση” θα έλυνε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Απ’ ότι φαίνεται τελικώς, ένα λάθος προσπαθεί να διορθωθεί με άλλο ένα λάθος.

Πάντοτε πίστευα ότι είναι περισσότερα τα οφέλη που έχει κάποιος λέγοντας απλά ένα “έκανα λάθος” από το προσπαθήσει να διορθώσει το λάθος με άλλο ένα λάθος!

Καλό τριήμερο σε όλους…



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Συνταξιούχοι, Αναδρομικά, Αναδρομικές Συντάξεις