27/11/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Οικονομικές θεωρίες περί χρήματος και εξόφληση δαπανών με τραπεζικά μέσα

Είναι γνωστή η επιθυμία και της τώρα και της προηγούμενης πολιτικής ηγεσίας του Υπ. Οικονομικών να μειώσει όσο δυνατόν περισσότερο την κυκλοφορία του χρήματος στη φυσική του μορφή, αντικαθιστώντας ένα μεγάλο μέρος πληρωμών μέσω του τραπεζικού συστήματος. Η συγκεκριμένη βέβαια «επιθυμία» είναι μεν κατανοητή όσον αφορά την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, από την άλλη όμως μεριά, αφενός απαξιώνει την αυτούσια χρήση χρηματικών μέσων ως βασικών μέσων των καθημερινών συναλλαγών, αφετέρου δε, σε ένα διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα, οδηγεί τους εμπλεκόμενους (επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα), να αναζητήσουν διαφορετικούς τρόπους ικανοποίησης των αναγκών τους.

Ειδικά στη χώρα μας όπου τα μέτρα αναγκαστικής διαδικασίας του Κ.Ε.Δ.Ε. και δη η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών έχει πλέον λάβει «πλημυρικές» διαστάσεις, είναι άξιο απορίας, πως μπορεί κάποιος ο οποίος δεν έχει ουσιαστικά πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, να πραγματοποιεί πληρωμές μέσω αυτού.

Σύμφωνα με την υφιστάμενη παράγραφο β΄ του άρθρου 23 του Ν. 4172/2013 περί Κ.Φ.Ε., σχετικά με τις μη εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες, ορίζεται ότι:

«Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν:..

β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμή».

Ενόψει των αλλαγών που πρότεινε η Κυβέρνηση μέσω του νέου φορολογικού νομοσχεδίου, μία εκ των οποίων ήταν και η μείωση του ανωτέρω ποσού δαπανών των 500 ευρώ στα 300 ευρώ, ζητήθηκε, στις 19 Νοεμβρίου του 2019 από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), να γνωμοδοτήσει σχετικά με τις διατάξεις που προβλέπονται στο φορολογικό νομοσχέδιο που τέθηκε σε διαβούλευση. Πληροφοριακά θα πρέπει να σημειώσουμε πως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει την έκδοση τραπεζογραμματίων ευρώ εντός της Ένωσης. Τα τραπεζογραμμάτια ευρώ που εκδίδει η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ είναι τα μόνα τραπεζογραμμάτια που έχουν το καθεστώς νόμιμου χρήματος εντός της ζώνης του ευρώ. Η σύσταση 2010/191/ ΕΕ της Επιτροπής αναφέρει ότι η αποδοχή πληρωμών σε μετρητά πρέπει να αποτελεί τον κανόνα. Το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται προκειμένου να εξακριβώνονται οι όροι που πρέπει να πληροί ένας περιορισμός στις πληρωμές σε χαρτονομίσματα και κέρματα σε ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των όρων που πρέπει να πληρούνται για τη συμμόρφωση με το καθεστώς νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων και κερμάτων ευρώ, όταν γενικοί περιορισμοί στην επιβάλλεται η υποχρέωση αποδοχής πληρωμών σε μετρητά.

Τα μετρητά γενικά εκτιμώνται επίσης ως μέσο πληρωμών, επειδή είναι, ως νόμιμο χρήμα, ευρέως αποδεκτά, γρήγορα και διευκολύνουν τον έλεγχο των δαπανών του πληρωτή.

Επιπλέον, αποτελούν μέσο πληρωμής που επιτρέπει στους πολίτες να ρυθμίζουν άμεσα μια συναλλαγή και είναι η μόνη μέθοδος διακανονισμού σε χρήματα και ονομαστική αξία κεντρικής τράπεζας, η οποία δεν έχει τη νόμιμη δυνατότητα επιβολής τέλους για τη χρήση της.

Ενώ η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι τα νόμιμα μέσα για την εξόφληση των νομισματικών απαιτήσεων εκτός από τις πληρωμές σε μετρητά είναι γενικά διαθέσιμα στην Ελλάδα, η διαθεσιμότητα τους σε όλα τα μέρη της κοινωνίας, με συγκρίσιμο κόστος με πληρωμές σε μετρητά, θα πρέπει να επαληθευθεί προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτά τα άλλα μέσα μπορεί να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τις πληρωμές σε μετρητά και συνεπώς να μην είναι πλήρως ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ θεώρησε ότι το υφιστάμενο όριο πληρωμών σε μετρητά 500 ευρώ για τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και τα νέα φορολογικά κίνητρα που αποθαρρύνουν τις εταιρείες να ξοδεύουν μετρητά που υπερβαίνουν τα 300 ευρώ είναι δυσανάλογα σε σχέση με τις δυνητικά δυσμενείς επιπτώσεις στο σύστημα πληρωμών σε μετρητά.

Η έμμεση πρακτική στις αδυναμίες εξόφλησης συναλλαγών μέσω τραπεζικού συστήματος.

Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1055/26.4.2016 εγκύκλιο με θέμα «Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της περ. β΄ του άρθρου 23 του Ν.4172/2013 σε περίπτωση εξόφλησης τιμολογίων προμηθευτών και πιστωτών από τρίτους», ορίζεται ότι:

«4. Από τη γραμματική διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο νόμος απαιτεί η εξόφληση να γίνεται με τραπεζικό μέσο πληρωμής, προκειμένου να αποδεικνύεται η ύπαρξη και η πραγματοποίηση της συναλλαγής, χωρίς να κάνει διάκριση ως προς το πρόσωπο του καταβάλλοντος, ούτε να θέτει ως προϋπόθεση όπως το πρόσωπο στο οποίο ανήκει ο λογαριασμός μέσω του οποίου εξοφλούνται οι σχετικές δαπάνες να είναι και αυτό που είχε τη σχετική απαίτηση από τον καταβάλλοντα (άμεσα αντισυμβαλλόμενος).

5. Κατόπιν των ανωτέρω, σε περίπτωση εξόφλησης σε τραπεζικό λογαριασμό του προμηθευτή - πιστωτή από τρίτο πρόσωπο (ημεδαπό ή αλλοδαπό), το οποίο, κατ΄ εντολή της επιχείρησης, εξοφλεί τη σχετική υποχρέωση προς απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης αυτού προς αυτή, η σχετική δαπάνη εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, αρκεί να αποδεικνύεται με βάση τα κατάλληλα στοιχεία (τραπεζικά παραστατικά ή άλλα έγγραφα) η εξόφληση του προμηθευτή καθώς και ο λόγος εξόφλησης των δαπανών από τον τρίτο…».

Από την ανωτέρω εγκύκλιο, ευθέως προκύπτουν οι αδυναμίες του συστήματος και η αγωνία του Νομοθέτη για εξεύρεση, έμμεσων μεν, λειτουργικών δε λύσεων.

Οι ποσοτικές θεωρίες περί χρήματος

Η θεωρία του Cambridge

Σύμφωνα με την θεωρία του Cambridge, η ζήτηση χρήματος εξαρτάται από το οικονομικό όφελος που επιτυγχάνουν οι επενδυτές ή οι επιχειρήσεις από τα παρακρατούμενα ρευστά χρηματικά ποσά.

Η θεωρία των BaumolTobin

Σύμφωνα με την θεωρία των Baumol – Tobin, η ζήτηση χρήματος προσδιορίζεται όχι μόνον από το εισόδημα αλλά και από το επιτόκιο, γιατί από το ύψος του εξαρτάται η απώλεια εισοδήματος των επενδυτών όταν αυτοί δεν επενδύσουν τα χρήματα τους στον τόκο (π.χ. προθεσμιακή κατάθεση). Αυτό σημαίνει ότι όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο τόσο μικρότερη θα είναι η ζήτηση για παρακράτηση ρευστών προς εξυπηρέτηση των συναλλαγών.

Η θεωρία του Fisher

Σύμφωνα με την ποσοτική θεωρία του Fisher η ζήτηση χρήματος δημιουργείται από την ανάγκη κατοχής ρευστών διαθεσίμων για τη διεξαγωγή συναλλαγών μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο. Η απαιτούμενη δηλαδή ποσότητα χρήματος εξαρτάται από τη συνολική αξία των συναλλαγών και την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Επειδή όμως, σύμφωνα με τον Fisher, η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος και ο όγκος συναλλαγών βραχυχρόνια παραμένουν αμετάβλητα, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η μεταβολή της ποσότητας του χρήματος συνεπάγεται αναλογική μεταβολή στις τιμές. Ουσιαστική παραδοχή του Fisher είναι πως η προσφορά χρήματος προσδιορίζεται εξωγενώς από την Κεντρική Τράπεζα.

Το συμπέρασμα είναι πως μία μεταβολή στον τρόπο συναλλαγών όσον αφορά τη χρήση χρηματικών μέσων ή άλλων τραπεζικών μέσων, είναι δυνατόν να δημιουργήσει σημαντικές στρεβλώσεις στην αγορά, πολύ σημαντικότερες από το λόγο στη προκειμένη περίπτωση μείωσης των εγχρήματων δαπανών των επιχειρήσεων από τα 500 στα 300 ευρώ. Σύμφωνα με τον Fisher, η μεταβολή της ποσότητας του χρήματος συνεπάγεται αναλογική μεταβολή στις τιμές, η δε χρήση πιστωτικών καρτών είναι γνωστό ότι προκαλεί μόχλευση στον κυκλοφορούντα όγκο χρήματος και συνεπώς, όταν τα χρηματικά μέσα αυξάνονται ταχύτερα από την αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος μιας χώρας, δημιουργείται πληθωρισμός.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Εξόφληση δαπανών άνω των 500€, Εξόφληση Δαπανών, τραπεζικό μέσο πληρωμής