17/05/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Ασθένεια μισθωτού: Απόδειξη ασθένειας - Αποδοχές - Ασθένεια και αλλαγή εργασιακού έτους

Ως ανυπαίτιο κώλυμα (εμπόδιο) παροχής εργασίας θεωρείται κάθε περιστατικό για το οποίο ο εργαζόμενος εμποδίζεται να εργαστεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του. Σπουδαίος λόγος αποχής από την εργασία μπορεί να είναι οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται είτε στο πρόσωπο του μισθωτού και γενικότερα στη δική του «σφαίρα» είτε σε πραγματικό γεγονός που δημιουργεί αντικειμενική αδυναμία παροχής εργασίας.

Η άδεια ασθένειας αποτελεί σπουδαίο λόγο αποχής του μισθωτού από την εργασία του κατά την έννοια των άρθρων 657 και 658 του Αστικού Κώδικα. Έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι η ασθένεια του εργαζομένου θεωρείται σπουδαίος λόγος αποχής από την εργασία του (Α.Π. 308/1959, Π.Κ. 15/1961, Α.Π. 385/1964, Εφετείο Πειραιώς 917/1996 κ.λπ.).

1. Αναγγελία ασθένειας - Απόδειξη ασθένειας

Ο μισθωτός, μόλις ασθενήσει, οφείλει να ειδοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον εργοδότη περί ασθένειάς του, προσκομίζοντας, εντός εύλογου χρόνου, σχετική ιατρική βεβαίωση, αναφορικά με το είδος και τη διάρκεια της ασθένειάς του. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας, καλό θα είναι η προσκομιζόμενη βεβαίωση να προέρχεται από γιατρό του οργανισμού κυρίας ασφάλισης, στον οποίο τυγχάνει ασφαλισμένος ο μισθωτός (Ε.Φ.Κ.Α.). Με βάση την αναφορά αυτή του Υπουργείου Εργασίας δεν απαγορεύεται ως δικαιολογητικό της ασθένειας η βεβαίωση από ιδιώτη ιατρό.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 5 του Ν.3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζεται ότι:

«1. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. ή ιδιώτες ιατρούς. Σε κάθε περίπτωση, τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά και οι εκδιδόμενες γνωματεύσεις αφορούν αποκλειστικά στο γνωστικό αντικείμενο της ειδικότητας κάθε ιατρού».

Επομένως, από την εργατική νομοθεσία δεν ορίζεται ειδικός και περιοριστικός τρόπος απόδειξης της ασθένειάς του εργαζομένου και με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις από ιδιώτες ιατρούς αποτελούν αποδεικτικό ασθένειας.

Εδώ, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το Γενικό Έγγραφο του Ι.Κ.Α. με Αρ. Πρωτ. Π06/22/10-3-2014. Μεταξύ άλλων, στο ανωτέρω γενικό έγγραφο αναφέρεται ότι «όλες οι βεβαιώσεις ανικανότητας από ιδιώτες γιατρούς και ιδιωτικές κλινικές, ανεξαρτήτως αριθμού ημερών, θα παραπέμπονται στην Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή».

Όσον αφορά το έγγραφο αυτό, μετά από έρευνα και επικοινωνία με στελέχη του Ε.Φ.Κ.Α., επισημαίνονται τα παρακάτω:

• Οι άμεσα ασφαλισμένοι που εργάζονται, δικαιούνται επίδομα ασθενείας εφόσον βεβαιωθεί ανικανότητα για εργασία (πλέον των 3 ημερών) από τον θεράποντα γιατρό του Π.Ε.Δ.Υ. ή συμβεβλημένου με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Μετά τις 15 ημέρες απαιτείται και γνωμάτευση Α.Υ.Ε..

• Εφόσον βεβαιωθεί ανικανότητα για εργασία πλέον των 3 ημερών, για τη χορήγηση του επιδόματος ασθενείας στον άμεσα ασφαλισμένο (τηρώντας βέβαια τις προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος ασθένειας όπου θα αναφέρουμε παρακάτω) από τον Ε.Φ.Κ.Α., θα πρέπει η προσκομιζόμενη βεβαίωση να προέρχεται από γιατρό του οργανισμού κυρίας ασφάλισης, στον οποίο τυγχάνει ασφαλισμένος ο μισθωτός (Ε.Φ.Κ.Α.). Σε διαφορετική περίπτωση, προκειμένου για τη χορήγηση του επιδόματος ασθένειας (ανικανότητα για εργασία πλέον των 3 ημερών), εφόσον οι βεβαιώσεις ανικανότητας χορηγούνται από ιδιώτες γιατρούς και ιδιωτικές κλινικές, ανεξαρτήτως αριθμού, πλέον των 3 ημερών, θα παραπέμπονται στην Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή.

Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις που ασφαλισμένος έχοντας γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού για χορήγηση αναρρωτικής άδειας από μία ως τρεις ημέρες προσέρχεται στην αρμόδια υπηρεσία του τμήματος παροχών του τ. Ι.Κ.Α. και υποβάλει τη σχετική γνωμάτευση. Επακολουθεί απορριπτική απόφαση από το τ. Ι.Κ.Α., δηλαδή δεν παραπέμπεται στην Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή (για ασθένεια έως τρεις ημέρες), την οποία ο ασφαλισμένος προσκομίζει στον εργοδότη του.

Επομένως και σύμφωνα με τα ανωτέρω, στις περιπτώσεις ασθένειας έως τρεις ημέρες αρκεί η γνωμάτευση του ιδιώτη ιατρού χωρίς την εμπλοκή του τ. Ι.Κ.Α.. Στις περιπτώσεις που το τ. Ι.Κ.Α. υποχρεούται να αποδώσει παροχές στον ασφαλισμένο, απαιτεί την εξέταση από ιατρό του ασφαλιστικού οργανισμού του ασφαλισμένου.

2. Παράλειψη αναγγελίας και υπαιτιότητα

Η παράλειψη της αναγγελίας και η αποχή από την εργασία, είναι δυνατόν να θεωρηθεί από τις αρχές καλής πίστεως, ως πρόθεση καταγγελίας της συμβάσεως από μέρους του μισθωτού, εφόσον όμως προέρχεται από δόλο ή αμέλεια, και να αποτελέσει λύση της συμβάσεως από μέρους του μισθωτού και μάλιστα χωρίς αποζημίωση.

Όσον αφορά στην υπαιτιότητα, δεν εξετάζεται αν η ασθένεια επήλθε στην εργασία ή από άλλη αιτία ή από ατύχημα. Με την ασθένεια εξομοιούται και το εργατικό ατύχημα, ανεξάρτητα εάν αυτό συνέβη εντός του χώρου εργασίας ή εκτός εργασίας. Ο μισθός του άρθρου 657 του Αστικού Κώδικα καταβάλλεται στον εργαζόμενο, εφόσον αποδεικνύεται ότι η απουσία του δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του.

Ειδικότερα, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, μετά από εκτίμηση της αιτίας της αποχής, της διαρκείας της, της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του μισθωτού και γενικά των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, απόκειται στον δικαστή να κρίνει αν αυτή η αποχή, κατά αντικειμενική κρίση, δηλαδή ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού για λύση ή μη της συμβάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της συμβάσεως, ήτοι ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεως του μισθωτού για τη λύση από αυτόν της εργασιακής συμβάσεως (Ολ. Α.Π. 32/1988, Α.Π. 1674/1999).

3. Χρονική διάρκεια καταβολής των αποδοχών ασθένειας

Η υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή αποδοχών στον μισθωτό κατά τη διάρκεια της απουσίας του από την εργασία λόγω ασθένειας, αναλύεται στα άρθρα 657 και 658 του Αστικού Κώδικα. Πιο συγκεκριμένα:

Το άρθρο 657 του Αστικού Κώδικα ορίζει τα εξής:

«Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωση του για τον μισθό, αν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργαστεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό τα ποσά που εξαιτίας του εμποδίου καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο από ασφάλιση υποχρεωτική κατά τον νόμο».

Το άρθρο 658 του ως άνω κώδικα διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, η αξίωση για τον μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, αν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα τουλάχιστον έτος (1) μετά την έναρξη της σύμβασης, και τον μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αξίωση για το διάστημα αυτό υπάρχει και αν ακόμη ο εργοδότης κατήγγειλε τη μίσθωση επειδή το εμπόδιο του παρείχε το δικαίωμα αυτό».

Σημείωση (1): Ως έτος κατά την αληθή έννοια του άρθρου 658 του Αστικού Κώδικα νοείται το εργασιακό έτος-εκείνο δηλαδή για τον υπολογισμό του οποίου λαμβάνεται ως αφετηρία μεν το χρονικό σημείο έναρξης της σύμβασης, ως λήξη δε η αντίστοιχη ημερομηνία του επομένου έτους - και όχι το ημερολογιακό.

Παράδειγμα: Για τον μισθωτό ο οποίος ξεκίνησε να απασχολείται σε επιχείρηση την 7η Ιανουαρίου 2019, ως πρώτο εργασιακό έτος θεωρείται το χρονικό διάστημα από την 7η Ιανουαρίου 2019 μέχρι την 6η Ιανουαρίου 2020. Ως δεύτερο εργασιακό έτος, θεωρείται το χρονικό διάστημα από την 7η Ιανουαρίου 2020 μέχρι την 6η Ιανουαρίου 2021 κ.λπ..

Από τις διατάξεις των άρθρων 657 & 658 του Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι για να διατηρηθεί η αξίωση του εργαζόμενου για τον μισθό, μολονότι δεν παρέχει εργασία, πρέπει το κώλυμα (εμπόδιο) για παροχή εργασίας να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, ήτοι σε λόγο που κατά την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθιστά δικαιολογημένη τη μη παροχή εργασίας. Να μη μπορεί δηλαδή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη να αξιωθεί από τον μισθωτό η παροχή εργασίας εξαιτίας του σπουδαίου λόγου. Σπουδαίος λόγος αποχής από την εργασία μπορεί να είναι οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται είτε στο πρόσωπο του μισθωτού και γενικότερα στη δική του «σφαίρα» είτε σε πραγματικό γεγονός που δημιουργεί αντικειμενική αδυναμία παροχής εργασίας (Έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 5731/229/10-4-2012).

Συνεπώς, από της συμπληρώσεως των αντίστοιχων, προς την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης, χρονικών διαστημάτων εργασίας, αναβιώνει η αξίωση του εργαζόμενου για τις αποδοχές το πολύ ενός μήνα. Η καταβολή των ανωτέρω αποδοχών θα γίνει σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Α.Ν. 178/1967 σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης για τις τρεις (3) πρώτες ημέρες του κωλύματος υποχρεούται στην καταβολή του μισού ημερομισθίου ή του αναλογούντος μισθού. Σημειώνεται ότι ως μισθός νοείται ο καταβαλλόμενος. Από τις αποδοχές του υπολοίπου διαστήματος ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει τα ποσά που εξαιτίας του κωλύματος καταβλήθηκαν στον μισθωτό από το τ. Ι.Κ.Α. (εδάφιο β΄ του άρθρου 657 του Αστικού Κώδικα).

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Αστικού Κώδικα, εφόσον ο μισθωτός έχει εργαστεί επί 10 τουλάχιστον ημέρες, δικαιούται λόγω ανυπαιτίου κωλύματος (ασθένεια, ατύχημα, τοκετός κ.λπ.) να αξιώσει από τον εργοδότη του τις αποδοχές 15 ημερών. Αν έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές ενός μήνα.

Συμπερασματικά, με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν ισχύουν τα παρακάτω:

• Εφόσον ο μισθωτός ο οποίος αμείβεται με μηνιαίο μισθό, έχει εργαστεί επί 10 τουλάχιστον ημέρες (πραγματική εργασία) και δεν έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται, λόγω ανυπαιτίου κωλύματος (ασθένεια, ατύχημα, τοκετός κ.λπ.) να λάβει τις αποδοχές του μισού μήνα.

• Εφόσον ο μισθωτός ο οποίος αμείβεται με μηνιαίο μισθό, έχει εργαστεί επί 10 τουλάχιστον ημέρες (πραγματική εργασία) και έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται, λόγω ανυπαιτίου κωλύματος (ασθένεια, ατύχημα, τοκετός κ.λπ.) να λάβει τις αποδοχές του ενός μήνα.

• Εφόσον ο μισθωτός ο οποίος αμείβεται με ημερομίσθιο, έχει εργαστεί επί 10 τουλάχιστον ημέρες (πραγματική εργασία) και δεν έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται, λόγω ανυπαιτίου κωλύματος (ασθένεια, ατύχημα, τοκετός κ.λπ.) να λάβει τόσα ημερομίσθια, όσες είναι οι ημέρες εργασίας στο 15νθήμερο, δηλαδή 13 ημερομίσθια.

• Εφόσον ο μισθωτός ο οποίος αμείβεται με ημερομίσθιο, έχει εργαστεί επί 10 τουλάχιστον ημέρες (πραγματική εργασία) και έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται, λόγω ανυπαιτίου κωλύματος (ασθένεια, ατύχημα, τοκετός κ.λπ.) να λάβει τόσα ημερομίσθια, όσες είναι οι ημέρες εργασίας στον μήνα, δηλαδή 26 ημερομίσθια.

Για όσα προαναφέρθηκαν, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο εργοδότης υποχρεούται μόνο μία φορά μέσα σε ένα εργασιακό έτος (όχι ημερολογιακό) να καταβάλει στον μισθωτό του (έμμισθο ή ημερομίσθιο) που κωλύεται να εργαστεί λόγω ασθένειας, τις αποδοχές του μισού μήνα ή των 13 ημερομισθίων (για έμμισθο και ημερομίσθιο αντίστοιχα) ή τις αποδοχές του ενός μήνα ή των 26 ημερομισθίων (για έμμισθο και ημεομίσθιο αντίστοιχα), ανάλογα με την υπηρεσία του μισθωτού στην ίδια επιχείρηση.

Σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων, η υποχρέωση καταβολής του μισθού εις τον εξ οιουδήποτε ανυπαιτίου κωλύματος, κωλυθέντα να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη, υφίσταται καθ΄ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως στον ίδιο εργοδότη και μάλιστα, κάθε έτος από της ενάρξεως της παροχής της εργασίας του και όχι εφάπαξ. Όπως βέβαια προαναφέραμε, το έτος κατά το οποίο γεννάται η αξίωση του μισθωτού, σύμφωνα με τα άρθρα 657 και 658 του Αστικού Κώδικα, δεν υπολογίζεται ημερολογιακό, αλλά εργασιακό, δηλαδή από την ημέρα προσλήψεως του μισθωτού ( Ν.Σ.Κ. 170/1963 ).

4. Αποδοχές ασθένειας κατά το τριήμερο αναμονής - Επιδότηση Ασθένειας από τον Ε.Φ.Κ.Α.

4.1 Αποδοχές κατά τον τριήμερο χρόνο αναμονής

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Α.Ν.178/1967 , σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του λόγω ασθένειας, ο εργοδότης, για το χρονικό διάστημα από μία (1) έως τρεις (3) ημέρες, δηλαδή από της ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία του μισθωτού μέχρι της ενάρξεως της επιδοτήσεώς του από το τ. Ι.Κ.Α. - που κατά τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 38 του Α.Ν.1846/1951 , όπως τροποποιήθηκαν από το άρθρο 39 του Ν.Δ.2698/1953 , καταβάλλεται προκειμένου περί ασφαλισμένων που παρέχουν εξαρτημένη εργασία από την τέταρτη (4η) ημέρα - υποχρεούται στην πληρωμή μόνο του μισού ημερομισθίου ή του αναλογούντος μισθού.

Εάν δηλαδή ο μισθωτός ασθενήσει εντός του εργασιακού έτους παραπάνω από μία φορά (δεύτερη, τρίτη, κ.λπ.), αλλά πάντα μέχρι τρεις (3) ημέρες, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή του μισού ημερομισθίου ή του αναλογούντος μισθού. Το μισό ημερομίσθιο ή την αναλογία του μισθού, υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης και για τις πρώτες τρεις (3) ημέρες της ασθένειας εντός του εργασιακού έτους, η διάρκεια της οποίας θα είναι πάνω από τρεις (3) ημέρες.

Σημειώνεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τις αποδοχές που προαναφέρθηκαν όχι χωρίς όριο, αλλά μέχρι της συμπληρώσεως του δεκαπενθήμερου ή του ενός μήνα ανάλογα με την προϋπηρεσία του μισθωτού που διανύθηκε στον ίδιο εργοδότη.

4.2 Επιδότηση Ασθένειας από τον Ε.Φ.Κ.Α.

Η καταβολή επιδόματος ασθένειας από το τ. Ι.Κ.Α. αρχίζει από την τέταρτη (4η) ημέρα, από τη στιγμή που ο ασφαλισμένος ανήγγειλε την ανικανότητα προς εργασία στο τ. Ι.Κ.Α..

Εάν ένας μισθωτός ασθενήσει για πρώτη φορά μέσα σε ένα εργασιακό έτος πέραν των τριών ημερών, θα επιδοτηθεί από το τ. Ι.Κ.Α. από την τέταρτη ημέρα (εδώ θα υπολογιστούν οι τρεις ημέρες ως χρόνος αναμονής). Ο εργοδότης θα καταβάλει, δηλαδή, το μισό ημερομίσθιο ή την αναλογία του μισθού για τις πρώτες τρεις (3) ημέρες, ενώ για τις υπόλοιπες ημέρες πλέον του τριημέρου, θα καταβάλει τη διαφορά μεταξύ ολόκληρων των ημερομισθίων (τα οποία θα ελάμβανε αν εργαζόταν) και της επιδότησης ασθένειας από το τ. Ι.Κ.Α.. Το επίδομα ασθένειας θα καταβληθεί φυσικά στον εργαζόμενο από την τέταρτη (4η) ημέρα, όπως προαναφέρθηκε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι το επίδομα ασθένειας καταβάλλεται στον εργαζόμενο για όλες τις ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και των μη εργασίμων κατά τις οποίες ο ασφαλισμένος ήταν ανίκανος προς εργασία και απείχε απ΄ αυτήν (βλ. το παράδειγμα παρακάτω).

Εάν όμως ο ίδιος ο μισθωτός ασθενήσει για δεύτερη φορά εντός του έτους αυτού πέραν των τριών ημερών, θα λάβει το επίδομα ασθένειας από την πρώτη ημέρα.

Σε περίπτωση που ο μισθωτός ασθενήσει εντός του έτους, περισσότερο από μία φορά, αλλά κάθε φορά μέχρι τρεις (3) ημέρες, δεν δημιουργείται δικαίωμα αυτού για επιδότηση από το τ. Ι.Κ.Α. ούτε υπολογίζεται ως χρόνος αναμονής το πρώτο 3ήμερο, το δεύτερο κ.λπ..

4.3 Παράδειγμα

Εργαζόμενος (εξαήμερος με πλήρη απασχόληση από Δευτέρα έως Σάββατο) ο οποίος αμείβεται με ημερομίσθιο 50 ευρώ, με προϋπηρεσία πάνω από ένα έτος στον εργοδότη «Α», απουσιάζει από την εργασία του (μέσα σε ένα εργασιακό έτος), λόγω ασθένειας, ως εξής: Την πρώτη φορά από την Δευτέρα 12/3/2018 μέχρι την Δευτέρα 19/3/2018, για διάστημα οκτώ (8) ημερών, τη δεύτερη φορά από την Τρίτη 12/6/2018 μέχρι την Τετάρτη 13/6/2018, για διάστημα δύο (2) ημερών και την τρίτη φορά από τη Δευτέρα 10/9/2018 μέχρι την Πέμπτη 13/9/2018 για διάστημα τεσσάρων (4) ημερών. Δεδομένου ότι το ημερήσιο επίδομα ασθένειας που υποτίθεται ότι δικαιούται ο εργαζόμενος από το τ. Ι.Κ.Α. είναι 20 ευρώ, τι αποδοχές θα λάβει κατά τα ανωτέρω διαστήματα ο εργαζόμενος;

Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης θα καταβάλει στον εργαζόμενο τις εξής αποδοχές:

• Την πρώτη φορά, για το διάστημα των οκτώ (8) ημερών, θα καταβάλει τρία (3) μισά ημερομίσθια (τριήμερο αναμονής), δηλαδή 25 x 3 = 75 ευρώ, ενώ για τις υπόλοιπες τέσσερις (4) ημέρες (τέσσερις και όχι πέντε, διότι στο ανωτέρω διάστημα περιλαμβλανεται και ημέρα Κυριακή για την οποία ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος για καταβολή του ημερομισθίου), θα καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των ημερομισθίων (ολόκληρων) του και του επιδόματος ασθένειας που καταβάλλεται από το τ.Ι.Κ.Α., η οποία υπολογίζεται ως εξής:

Επιδότηση ασθένειας από το τ.Ι.Κ.Α. = 5 x 20 = 100 ευρώ.

Διαφορά μεταξύ των ημερομισθίων από τον εργοδότη του και του επιδόματος ασθένειας = (4 ημέρες x 50 ευρώ) - (5 ημέρες x 20 ευρώ) = 200 - 100 = 100 ευρώ.

• Τη δεύτερη φορά, για το διάστημα των δύο (2) ημερών, θα καταβάλει δύο (2) μισά ημερομίσθια, δηλαδή 25 x 2 = 50 ευρώ.

• Την τρίτη φορά, για το διάστημα των τεσσάρων (4) ημερών (ο εργαζόμενος ασθενεί για 2η φορά, εντός του ίδιου έτους, πέραν των τριών ημερών), θα καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των ημερομισθίων (ολόκληρων) του και του επιδόματος ασθένειας που καταβάλλεται από το τ.Ι.Κ.Α., η οποία υπολογίζεται ως εξής:

Επιδότηση ασθένειας από το τ.Ι.Κ.Α. = 4 x 20 = 80 ευρώ.

Διαφορά μεταξύ των ημερομισθίων του και του επιδόματος ασθένειας = (4 ημέρες x 50 ευρώ) - (4 ημέρες x 20 ευρώ) = 200 - 80 = 120 ευρώ.

Σχετικά με τον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ των ημερομισθίων του εργοδότη και του επιδόματος ασθένειας και γενικότερα για το δικαίωμα του να αφαιρέσει από τον μισθό ή ημερομίσθια τα ποσά που εξαιτίας του εμποδίου καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο από ασφάλιση υποχρεωτική κατά τον νόμο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 308/1986, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει το εξής:

«Επειδή, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 657 και 658 Α.Κ. προκύπτει ότι ο συνεπεία ανυπαιτίου ασθενείας, μετά την συμπλήρωσιν .............. από της προσλήψεως του, κωλυθείς να .............μισθωτός, ο οποίος αμείβεται δια μηνιαίου, τουτέστιν χρονικού, μισθού, δικαιούται μεν του μισθού του δια το, μη δυνάμενον να υπερβή τον ένα μήνα, χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον διήρκεσεν η ρηθείσα ασθένεια του, αλλά και ο εργοδότης δύναται να αφαίρεση εξ αυτού ολόκληρον το δια το αυτό χρονικόν διάστημα καταβληθέν εις εκείνον, δια τε τας εργασίμους και μη ημέρας, επίδομα ασθενείας».

Ο εργαζόμενος αντίθετα, θα λάβει από τον Ε.Φ.Κ.Α., τις εξής αποδοχές:

• Την πρώτη φορά, για το διάστημα των πέντε (5) ημερών, θα καταβληθεί στον εργαζόμενο από τον ΕΦΚΑ το ποσό των 100 ευρώ (5 x 20).

• Τη δεύτερη φορά, για το διάστημα των δύο (2) ημερών, δεν θα καταβληθεί επίδομα ασθένειας στον εργαζομένο, διότι η διάρκεια της είναι μέχρι τρεις (3) ημέρες.

• Την τρίτη φορά, θα καταβληθεί στον εργαζόμενο επίδομα ασθένειας από την πρώτη ημέρα, διότι ασθένησε στο ίδιο έτος για δεύτερη φορά πέραν των τριών (3) ημερών. Πιο συγκεκριμένα, θα του καταβληθεί το ποσό των 80 ευρώ (4 x 20).

5. Ασθένεια και αλλαγή εργασιακού έτους

Έχει γίνει γνωστό από τη νομολογία των δικαστηρίων ότι εάν ο μισθωτός μετά το πρώτο έτος της εργασίας του εμποδίζεται να εργασθεί εξαιτίας σπουδαίου λόγου μη οφειλομένου σε υπαιτιότητά του, διατηρεί την αξίωση του για το μισθό ενός το πολύ μηνός για το ίδιο ανυπαίτιο κώλυμα έστω και αν το κώλυμα αυτό παρατείνεται επί χρόνο μεγαλύτερο του μηνός και αδιαφόρως αν κατά τη διάρκεια της αποχής του από την εργασία λόγω του κωλύματος συμπληρώνεται νέο εργασιακό έτος (Α.Π. 1012/1972, Α.Π. 2041/1984, Έγγραφο Υπ. Εργασίας 5731/229/10-4-2012). Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, το κάθε εμπόδιο (ανυπαίτιο κώλυμα) πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαία ανεξάρτητα αν αυτό παρατείνεται πέραν του μηνός ή συνεχίζεται και στο επόμενο εργασιακό έτος. Κατ΄ επέκταση, εάν κατά την αλλαγή του εργασιακού έτους αλλάξει το κώλυμα παροχής εργασίας, δηλαδή εάν εμφανισθεί νέο υποχρεωτικό και διάφορο του προηγούμενου εμπόδιο για εργασία, ο μισθωτός δικαιούται εκ νέου τις αποδοχές ενός μηνός το πολύ βάσει των άρθρων 657 - 658 του Αστικού Κώδικα.

Όσον αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την καταβολή αποδοχών ενός μήνα για κάθε εργασιακό έτος ανεξαρτήτως του αριθμού των κωλυμάτων που ανακύπτουν, ενώ για την εκ νέου καταβολή αποδοχών ισχύει ότι θα πρέπει να συντρέχει η αλλαγή του εργασιακού έτους και η αλλαγή του κωλύματος. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με το έγγραφο 5731/229/10-4-2012 του Υπουργείου Εργασίας, η άδεια μητρότητας (κυήσεως και λοχείας) και η ασθένεια ακόμα και στην περίπτωση που η τελευταία οφείλεται στην εγκυμοσύνη, είναι διαφορετικά κωλύματα.

Σύμφωνα με την απόφαση 1012/1972 του Αρείου Πάγου, καθώς και την Εγκύκλιο 68/1992 του Ι.Κ.Α., παρατίθεται προς διευκρίνιση το παρακάτω παράδειγμα:

Εργαζόμενος ο οποίος προσλήφθηκε την 1η/8/2011 (έναρξη εργασιακής σχέσης), ασθένησε την 1η/6/2017, η ασθένεια του οποίου είχε διάρκεια μέχρι την 30η/9/2017. Παρατάθηκε δηλαδή και στο νέο εργασιακό έτος το οποίο είχε ήδη συμπληρωθεί την 1η/8/2017. Ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται αποδοχές μόνο για έναν μήνα.

Ο ίδιος εργαζόμενος, εάν είχε ασθενήσει από την 1η/6/2017 μέχρι 31η/7/2017, επέστρεφε στην εργασία του και απουσίαζε πάλι για το ίδιο κώλυμα από την 1η/9/2017 μέχρι την 30η/9/2017 θα δικαιούταν τις αποδοχές δύο (2) μηνών. Δύο (2) μηνών αποδοχές θα διακιούταν και στην περίπτωση της απουσίας του από την 1η/6/2017 μέχρι την 30η/9/2017, εάν όμως το κώλυμά του ήταν, για παράδειγμα, μία α΄ ασθένεια και συνέχιζε στο νέο εργασιακό έτος με μία β΄ ασθένεια, δηλαδή με κώλυμα διαφορετικό.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Ευάγγελου Χατζηπέτκου, με τίτλο «Ασθένεια μισθωτού: Απόδειξη ασθένειας - Αποδοχές εργοδότη & προϋποθέσεις για τη χορήγηση του επιδόματος ασθένειας», που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Φεβρουαρίου 2019 του περιοδικού Epsilon7.




comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Ασθένεια, Μισθωτοί, παροχή εργασίας