Η έννοια των κυμαινόμενων αποδοχών
Συχνά και προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κίνητρο παραγωγικότητας, οι εργοδότες συμφωνούν ο μισθός να προσδιορίζεται βάσει ποσοστού επί των κερδών, τα οποία απέφερε ο εργαζόμενος με την εργασία του. Έτσι συνηθίζεται να αμείβονται οι πωλητές. Προφανώς εάν λόγω συγκυρίας ή ακόμη και μειωμένης απόδοσης του εργαζόμενου, το ποσοστό των κερδών το οποίο του αναλογεί είναι μικρότερο οπό τον νόμιμο μισθό, ο εργοδότης υποχρεούται να καλύψει τη διαφορά, καταβάλλοντος τουλάχιστον το νόμιμο μισθό. Σε άλλες περιπτώσεις συμφωνείται η εργασία να αμείβεται βάσει του παραχθέντος έργου (μισθός κατά μονάδα εργασίας ή κατ΄ αποκοπή). Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με τη σύμβαση έργου. Πρόκειται για εξαρτημένη σχέση εργασίας, για την οποίο ισχύουν όλες οι προστατευτικές διατάξεις της νομοθεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εργασίας με μισθό κατ΄ αποκοπή είναι αυτό του μεταφραστή όπου συμφωνείται να λαμβάνει κάποιο ποσό για κάθε σελίδα μετάφρασης. Όπως και στην αμοιβή με ποσοστό και σε αυτήν την περίπτωση εάν η απόδοση είναι κάτω από τα νόμιμο μισθό, ο εργοδότης υποχρεούται να καλύψει την διαφορά. Η αμοιβή με ποσοστά και η αμοιβή κατά μονάδα εργασίας εμπίπτουν στην έννοια των κυμαινόμενων αποδοχών. Οι κυμαινόμενες αποδοχές αποτελούν τακτικές αποδοχές. Μικτό σύστημα αμοιβής είναι αυτό το οποίο περιλαμβάνει σταθερό μηνιαίο μισθό συναθροιζόμενο με κυμαινόμενες αποδοχές. Όλοι οι αμειβόμενοι με κυμαινόμενες αποδοχές, εισφέρουν στην ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο.
1. Τι σημαίνει αμοιβή με κυμαινόμενες αποδοχές: Όσοι αμείβονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει με ποσοστά ή με προμήθειες ή με κατά αποκοπή.
2. Τι είναι Τεκμαρτό Ημερομίσθιο: Όσες κατηγορίες μισθωτών αμείβονται με κυμαινόμενες αποδοχές κατατάσσονται σε ασφαλιστικές κλάσεις οι οποίες ορίζονται κάθε χρόνο με απόφαση του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ..
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, οι ασφαλιστικές τους εισφορές υπολογίζονται υποχρεωτικά επί του ημερομισθίου αυτού (τεκμαρτού), έστω και εάν οι ασφαλισμένοι αυτοί εργάζονται με μειωμένο ωράριο εργασίας (μειωμένη απασχόληση). Όταν όμως η ημερήσια αμοιβή του μισθωτού είναι μεγαλύτερη του τεκμαρτού ημερομισθίου (λόγω πολυετίας ή άλλης παροχής η οποία προσαυξάνει τον ημερήσιο μισθό), τότε οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται υποχρεωτικά επί της μεγαλύτερης αμοιβής.

Υπολογισμοί του επιδόματος εορτών των εργαζομένων οι οποίοι αμείβονται με κυμαινόμενες αποδοχές
Το ζήτημα υπολογισμού του επιδόματος εορτών των μισθωτών των περιπτώσεων οι οποίες προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 4 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 19040/81, επειδή αμείβονται με κυμαινόμενες αποδοχές, δηλαδή με ποσοστά ή κατά μονάδα εργασίας ή με άλλο σύστημα αμοιβής εργασίας σε σταθερό ή κυμαινόμενο ωράριο, όπως με μικτό σύστημα (μηνιαίος μισθός ή ημερομίσθιο και πρόσθετες κυμαινόμενες αποδοχές με ποσοστά ή επίδομα παραγωγής ή επίδομα αυξημένης ευθύνης κ.λπ.), αντιμετωπίζεται κατά τον εξής τρόπο:
1. Βρίσκουμε το ύψος του ποσού του μέσου όρου του μηνιαίου μισθού ή του μέσου όρου του ημερομισθίου (ανάλογα με τον τρόπο αμοιβής) με τη διαίρεση του συνόλου των αποδοχών τις οποίες πληρώθηκαν οι εργαζόμενοι εντός των χρονικών ορίων αναφοράς στα επιδόματα εορτών ή για όσο χρονικό διάστημα εντός αυτών διήρκεσε η εργασιακή των σχέση διά (:) του αριθμού των μηνών τους οποίους εργάσθηκαν ή των ημερομισθίων τα οποία πραγματοποίησαν ή διατήρησαν λόγω υπερημερίας κ.λπ. του εργοδότη αξίωση αποδοχών. Ο μέσος όρος των αποδοχών των αμειβομένων με ωρομίσθιο, προκύπτει από την αναγωγή του συνόλου των αποδοχών τους κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα... με τη διαίρεση του ολικού ποσού τα οποία πληρώθηκαν δια (:) του αριθμού των ημερών στις οποίες προσέφεραν εργασία.
2. Βρίσκουμε τον αριθμό των ημερομισθίων του επιδόματος εορτών τα οποία δικαιούνται οι εργαζόμενοι εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 1 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 19040/81. Με βάση τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η απόφαση στο άρθρο 1, οι εργοδότες καταβάλλουν στο ακέραιο το Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων στους μισθωτούς, ίσο με ένα μισθό ή 25 ημερομίσθια ανάλογα με τον τρόπο αμοιβής (αμειβόμενοι με μισθό ή με ημερομίσθιο) εάν απασχοληθούν ανελλιπώς σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας όλο το χρονικό διάστημα της περιόδου αναφοράς το οποίο περιλαμβάνεται από 1ης Μαΐου μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω με την παράγραφο 3 της ίδιας Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ορίζεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η σχέση Εργασίας των μισθωτών δεν διήρκεσε όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αναφοράς χορήγησης του επιδόματος εορτών, τότε δικαιούνται αναλογία αυτών ως εξής:
i. Ποσό ίσο με 2/25 του μηνιαίου μισθού ή δύο ημερομίσθια, ανάλογα με τον συμφωνημένο ή ισχύοντα βάση ρυθμίσεων τρόπο αμοιβής, για κάθε 19ήμερο ημερολογιακά χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης τους.
ii. Για χρονικό διάστημα μικρότερου του 19ημέρου εντός της περιόδου αναφοράς του επιδόματος οι μισθωτοί δικαιούνται ανάλογο κλάσμα. Πρέπει να σημειωθεί με έμφαση, ότι με τον όρο "ημερολογιακό", εννοείται ότι συνυπολογίζονται στο επιδόματα εορτών όλες οι εργάσιμες και κατά νόμο ημέρες αργίας του ημερολογίου.
3. Πολλαπλασιάζουμε τους δυο ανωτέρω υπολογισθέντες αριθμούς, δηλαδή του μέσου ημερομισθίου ή το 1/25 (1/30 για το Δώρο Πάσχα) του μέσου μηνιαίου μισθού προκειμένου για αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό επί (*) τον αριθμό των ημερομισθίων των επιδομάτων εορτών, ώστε το γινόμενο εκ της αριθμητικής αυτής πράξης να μας δίνει το ποσό - μισθό των επιδομάτων εορτών τα οποία δικαιούται ο κάθε εργαζόμενος.
Αυτονόητο είναι, ότι όσοι από τους με μηνιαίο μισθό αμειβόμενους μισθωτούς απασχολήθηκαν πλήρη τα χρονικά διαστήματα αναφοράς στα επιδόματα εορτών, αρκεί μόνο η πρώτη αριθμητική πράξη εξεύρεσης του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών τις οποίες εκφράζει - απεικονίζει και το ποσό του επιδόματος εορτών.

Ασφάλιση μισθωτών αμειβομένων με κυμαινόμενες αποδοχές
Οι μισθωτοί οι οποίοι αμείβονται π.χ. με ποσοστά, κατ΄ αποκοπή, κατά τεμάχιο, με προμήθεια, με φιλοδωρήματα νόμιμα ή προαιρετικά κ.λπ., κατατάσσονται, με απόφαση του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., μέσα στο τελευταίο τρίμηνο κάθε ημερολογιακού έτους, με την γνώμη των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, σε ορισμένες κλάσεις ημερήσιου μισθού για το επόμενο ημερολογιακό έτος, εφαρμόζοντας αναλόγως και τα οριζόμενα στο άρθρο 18 παρ. 1 εδάφιο α΄ του Κανονισμού Ασφάλισης «περί εξεύρεσης του ημερήσιου μισθού» (άρθρο 18 παρ. 5 εδάφιο α΄ του Κανονισμού Ασφάλισης). Τα όρια μισθών και τα τεκμαρτά ημερομίσθια των ασφαλιστικών κλάσεων αναπροσαρμόζονται με τα ποσοστά αύξησης τα οποία χορηγούνται κάθε φορά στους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και από την ίδια ημερομηνία (άρθρο 13 παρ. 2 του Ν.1976/91). Ο υπολογισμός των ασφαλιστικών εισφορών για τις κατηγορίες αυτές των μισθωτών γίνεται στο εκάστοτε ισχύον τεκμαρτό ημερομίσθιο ή τεκμαρτό μισθό της ασφαλιστικής κλάσης, στην οποία κατατάσσονται κάθε φορά με απόφαση του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (άρθρο 25 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/51 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν.825/78). Η κατάταξη είναι ανεξάρτητη της ημερήσιας απασχόλησης, δηλαδή ο υπολογισμός των εισφορών θα γίνεται επί του τεκμαρτού ημερομισθίου (Τ.Η.) ή τεκμαρτού μισθού (Τ.Μ.), ανεξάρτητα εάν ο χρόνος ημερήσιας απασχόλησης είναι διάρκειας μίας ή περισσοτέρων ωρών (άρθρο 18 παρ. 4 του Κανονισμού Ασφάλισης).
Οι ανωτέρω διατάξεις δεν εφαρμόζονται:
1. Για τους μισθωτούς οι οποίοι αμείβονται μόνο με σταθερές αποδοχές, δηλαδή χωρίς ποσοστά, προμήθεια, φιλοδωρήματα νόμιμα ή προαιρετικά, οπότε οι εισφορές στην περίπτωση αυτή θα υπολογιστούν επί των σταθερών αποδοχών.
2. Για τους μισθωτούς οι οποίοι αμείβονται μερικώς με σταθερές αποδοχές και μερικώς με ποσοστά, φιλοδωρήματα κ.λπ. και οι σταθερές αποδοχές στην προκειμένη περίπτωση είναι ανώτερες από τις τεκμαρτές των κλάσεων στις οποίες έχουν ενταχθεί από το Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οπότε οι ασφαλιστικές εισφορές θα υπολογισθούν επί των σταθερών ποσών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πρόσθετες αμοιβές, όπως ποσοστά, προμήθεια ή φιλοδωρήματα τα οποία χορηγούνται π.χ. στους σερβιτόρους, περιοδεύοντες πωλητές ή στους κομμωτές-τριες και κουρείς.
3. Εάν ο μισθός ή το ημερομίσθιο το οποίο προβλέπεται από τις οικείες συμβάσεις εργασίας ή Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (βασικός μισθός, προϋπηρεσία, οικογενειακή κατάσταση κ.λπ.) είναι ανώτερος από τον τεκμαρτό μισθό ή το τεκμαρτό ημερομίσθιο της κλάσης κατάταξης, τότε αυτόματα κατατάσσεται στην ασφαλιστική κλάση όπου εμπίπτει ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο (Εγκύκλιος31/08).

Ημέρες Εργασίας Αμειβόμενων με Κυμαινόμενες Αποδοχές
Οι διατάξεις του άρθρου 38 του Ν.1892/90 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν.2639/98 , έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους μισθωτούς οι οποίοι αμείβονται με κυμαινόμενες αποδοχές, δηλαδή μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες με μειωμένη (μερική) ημερήσια απασχόληση ή με πλήρη απασχόληση και λιγότερες ημέρες (εκ περιτροπής) κατά εβδομάδα, πλην όμως οι ασφαλιστικές εισφορές και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, θα υπολογίζονται επί του ισχύοντος εκάστοτε Τεκμαρτού Ημερομισθίου της κατηγορίας κατάταξης (έγγραφο Γ.Γ.Κ.Α. 18.07.2000). Με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.2639/98 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 38 του Ν.1892/90 και ορίστηκε ότι:
• Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα έχει μικρότερη διάρκεια της κανονικής. Η συμφωνία αυτή εάν δεν κοινοποιηθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας εντός 8 ημερών από την κατάρτιση τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Στην μερική απασχόληση εντάχθηκε και η εκ περιτροπής απασχόληση δηλαδή κατά πλήρες ωράριο εργασία ορισμένων ημερών.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις, έχουν άμεση επίπτωση στον τρόπο ασφάλισης των αμειβόμενων με κυμαινόμενες αποδοχές οι οποίοι κατατάσσονται κάθε χρόνο σε συγκεκριμένη ασφαλιστική κλάση και για τους οποίους καταβάλλονται εισφορές επί του 25πλάσιου του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσης κατάταξης ανεξάρτητα από τη διάρκεια της ημερήσιας ή μηνιαίας απασχόλησης. Με δεδομένο ότι η ασφάλιση είναι αποτέλεσμα της παρεχόμενης εργασίας, όταν συνάπτεται σύμβαση μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης αμειβόμενου με κυμαινόμενες αποδοχές με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Ν.2639/98 η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών δεν είναι δυνατό να εξακολουθήσει να υπολογίζεται επί του 25πλάσιου του ημερομισθίου κατάταξης αλλά στο 2πλάσιο, 10πλάσιο, 15πλάσιο κ.λπ. του ημερομισθίου της κλάσης κατάταξης, ανάλογα δηλαδή με τον αριθμό των ημερών απασχόλησης όπου προκύπτουν από την σύμβαση μερικής απασχόλησης ή την σύμβαση της εκ περιτροπής απασχόλησης. Πάντως δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή η καταβολή εισφορών για ημερήσια απασχόληση μικρότερη του νομίμου ωραρίου δηλαδή επί ημερομισθίου κατώτερου του ισχύοντος τεκμαρτού, δεδομένου ότι οι αμειβόμενοι με κυμαινόμενες αποδοχές κατατάσσονται σε κλάσεις ακριβώς για το λόγο ότι οι αποδοχές τους δεν μπορούν σαφώς να προσδιοριστούν και λόγω του τρόπου αμοιβής τους (με ποσοστά, φιλοδωρήματα κ.λπ.) μπορούν να εξασφαλίζουν το τεκμαρτό ημερομίσθιο ακόμα και με μειωμένη κατά ημέρα απασχόληση. Συμπερασματικά είναι δυνατή η ασφάλιση για λιγότερες των 25 ημερών κατά μήνα, όχι όμως και επί ημερομισθίου μικρότερου του τεκμαρτού.
Τεκμαρτά ημερομίσθια - Μηνιαίες αποδοχές λόγω απουσίας
Ο αριθμός των 25 ημερών κατά μήνα για τους αμειβόμενους με μισθό, είναι πλασματικός και όχι πραγματικός, δεδομένου ότι οι εργάσιμες ημέρες ανέρχονται σε 24 - 27, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές αντιστοιχούν σε 25/25. Συνεπώς, εάν οι εργάσιμες ημέρες ενός μήνα είναι 27 και ο μισθωτός εργάστηκε 25 ημέρες, αυτό δεν σημαίνει ότι ο μισθωτός στην προκειμένη περίπτωση θα πάρει 25/25 του μισθού του, αλλά θα περικοπούν τα 2/25, γιατί ολόκληρος ο μισθός αντιστοιχεί σε 27 εργάσιμες ημέρες. Επίσης, εάν ο μισθωτός μέσα σε ένα μήνα απουσιάσει 25 ημέρες ενώ οι εργάσιμες του μήνα είναι 27, αυτό δεν σημαίνει ότι θα περικοπούν τα 25/25 του μισθού του, αλλά θα του καταβληθούν τα 2/25, δηλαδή όσες ακριβώς οι ημέρες τις οποίες εργάστηκε (έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 1030/21.01.1988).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 652 του Α.Κ., ο μισθωτός έχει υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του με επιμέλεια και προσοχή, καθώς και να προσέρχεται τακτικά και ανελλιπώς στην εργασία του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να απουσιάσει αδικαιολόγητα ούτε για ελάχιστο χρόνο, καθώς η αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία μπορεί να αποτελέσει λόγο για καταγγελία της σύμβασης χωρίς αποζημίωση, παράλληλα δε παρέχει το δικαίωμα στον εργοδότη να μην καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα της αδικαιολόγητης απουσίας του (Α.Π. 542/10).