17/07/26 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ανασκόπηση της εβδομάδας

Η Εβδομάδα που πέρασε – Η Εβδομάδα που έρχεται

Μια εβδομάδα που πέρασε και ήδη έχει ξεκινήσει η συζήτηση σχετικά με το Κεφάλαιο Β’ του Μέρους Γ’ του ν. 5193/2025. Εξαιρετικής σημασίας σε σχέση με τα ανωτέρω, η απόφαση 256/2/16.06.2026, για την υιοθέτηση των Κατευθυντήριων Γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών σχετικά με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν τα κρυπτοστοιχεία προκειμένου να θεωρούνται χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αν δίναμε ένα τίτλο στην όλη συζήτηση από τη πλευρά προσέγγισης της στήλης, θα τον προσδιορίζαμε ως «Κρυπτοστοιχεία, MiCA και ελληνικό φορολογικό δίκαιο, η διάκριση μεταξύ μέσων συναλλαγής και επενδυτικών τίτλων και οι συνέπειες ως προς τη φορολογία της υπεραξίας και την κάλυψη τεκμηρίων».

Η θέση των κρυπτοστοιχείων στη σύγχρονη χρηματοοικονομική πραγματικότητα έχει μεταβληθεί ριζικά κατά την τελευταία δεκαετία. Από ένα «περιθωριακό» τεχνολογικό φαινόμενο, τα crypto-assets εξελίχθηκαν σε μία νέα κατηγορία περιουσιακών στοιχείων με σημαντική επενδυτική, συναλλακτική και συστημική διάσταση. Η υιοθέτηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 για τις Αγορές Κρυπτοστοιχείων (MiCA) και η εφαρμογή του στην ελληνική έννομη τάξη μέσω του ν. 5193/2025 συνιστούν την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια κανονιστικής οριοθέτησης του φαινομένου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η σημαντικότερη ίσως συνεισφορά του MiCA (Markets in Crypto-Assets Regulation) είναι ότι εγκαταλείπει την εσφαλμένη παραδοχή ότι όλα τα κρυπτονομίσματα αποτελούν μία ενιαία κατηγορία περιουσιακών στοιχείων. Αντιθέτως, υιοθετεί μία λειτουργική προσέγγιση, διακρίνοντας μεταξύ κρυπτοστοιχείων που επιτελούν λειτουργίες μέσου συναλλαγής, κρυπτοστοιχείων που παραπέμπουν σε στοιχεία ενεργητικού ή νομίσματα και κρυπτοστοιχείων που ενσωματώνουν δικαιώματα παρόμοια με εκείνα των παραδοσιακών χρηματοπιστωτικών μέσων.

Η διάκριση αυτή ενισχύθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την υπ' αριθ. 256/2/16.06.2026 Πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία υιοθετήθηκαν οι Κατευθυντήριες Γραμμές της ESMA σχετικά με τα κριτήρια χαρακτηρισμού των κρυπτοστοιχείων ως χρηματοπιστωτικών μέσων. Κατά τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, η τεχνολογική μορφή ενός περιουσιακού στοιχείου είναι αδιάφορη για τον νομικό χαρακτηρισμό του και υπερισχύει πάντοτε η ουσιαστική οικονομική λειτουργία του.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Bitcoin (BTC), το Litecoin (LTC) και κατά βάση το Ethereum (ETH) πρέπει να θεωρούνται κρυπτοστοιχεία που λειτουργούν κυρίως ως μέσα ανταλλαγής ή αποθήκευσης αξίας. Δεν παρέχουν δικαιώματα συμμετοχής σε εταιρικό κεφάλαιο, δεν ενσωματώνουν απαιτήσεις έναντι εκδότη και δεν αποδίδουν δικαιώματα ψήφου ή αξιώσεις επί περιουσιακών στοιχείων. Συνεπώς, δεν εμπίπτουν στην έννοια των κινητών αξιών του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις), ούτε αποτελούν χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια της MiFID II.

Αντίθετα, τα αναφερόμενα ως security tokens, τα μετατρεπόμενα ομόλογα, οι μετατρεπόμενες μετοχές και οι δομημένες ψηφιακές επενδυτικές συμμετοχές αποτελούν κατ' ουσία τίτλους. Όταν ένα κρυπτοστοιχείο παρέχει δικαιώματα μερίσματος, συμμετοχής στη διοίκηση, αξίωση επί περιουσιακών στοιχείων ή οικονομική απόδοση συνδεδεμένη με υποκείμενο χρηματοπιστωτικό προϊόν, πληροί τις προϋποθέσεις του ν. 4514/2018 και υπάγεται στο κανονιστικό πλαίσιο της MiFID II, ανεξαρτήτως της ψηφιακής μορφής του.

Η διάκριση αυτή έχει άμεσες συνέπειες στο φορολογικό δίκαιο. Παρά την πρόοδο στο εποπτικό επίπεδο, ο Έλληνας νομοθέτης δεν έχει ακόμη θεσπίσει ειδικό φορολογικό καθεστώς για τα κρυπτοστοιχεία. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία σημαντικής ανασφάλειας δικαίου και η εμφάνιση ερμηνευτικών παλινωδιών από τη φορολογική διοίκηση.

Ειδικότερα, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ειδική διάταξη που να εντάσσει την υπεραξία από την πώληση Bitcoin ή άλλων αποκεντρωμένων κρυπτοστοιχείων στο άρθρο 42 του ν. 4172/2013 περί μεταβίβασης τίτλων. Από την άλλη πλευρά, η αντιμετώπισή τους ως απλών άυλων αγαθών δεν ανταποκρίνεται πλέον στη σύγχρονη οικονομική τους λειτουργία. Η ορθότερη προσέγγιση φαίνεται να είναι η διάκριση μεταξύ κρυπτοστοιχείων-μέσων συναλλαγής και κρυπτοστοιχείων-επενδυτικών τίτλων.

Στην πρώτη περίπτωση, η υπεραξία από τη ρευστοποίηση κρυπτοστοιχείων συνιστά πραγματική προσαύξηση περιουσίας, η οποία πρέπει να φορολογείται είτε ως εισόδημα από κεφάλαιο είτε, όταν συντρέχουν στοιχεία συστηματικής δραστηριότητας, ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν πρόκειται για security tokens, η υπεραξία δύναται να υπαχθεί ευθέως στις διατάξεις περί μεταβίβασης τίτλων του άρθρου 42 ΚΦΕ.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διοικητική πρακτική που αναπτύχθηκε τα τελευταία έτη μέσω αποφάσεων της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Η ΔΕΔ έχει πλέον δεχθεί σε περισσότερες υποθέσεις ότι τα έσοδα από την πώληση κρυπτοστοιχείων αποτελούν πραγματικά κεφάλαια του φορολογουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η προέλευση και η διαδρομή του χρήματος μέσω ανταλλακτηρίων, τραπεζικών λογαριασμών και ψηφιακών αρχείων συναλλαγών. Ιδιαίτερη σημασία έχουν αποφάσεις ΔΕΔ Αθηνών και ΔΕΔ Θεσσαλονίκης, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι η εκποίηση κρυπτοστοιχείων μπορεί να συνιστά νόμιμη πηγή κεφαλαίου για την κάλυψη τεκμηρίων, εφόσον αποδεικνύεται επαρκώς η δημιουργία και η κατοχή του σχετικού περιουσιακού στοιχείου. Οι αποφάσεις αυτές, αν και δεν συγκροτούν ακόμη πάγια διοικητική νομολογία, αποτελούν σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση των κρυπτοστοιχείων ως περιουσιακών αγαθών με αυτοτελή οικονομική αξία.

Η πρακτική σημασία των ανωτέρω είναι ιδιαίτερα μεγάλη στο πεδίο των άρθρων 31 και 32 του ν. 4172/2013. Η αγορά ακινήτων, εταιρικών συμμετοχών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων δημιουργεί τεκμήρια απόκτησης, τα οποία ο φορολογούμενος δύναται να καλύψει με πραγματικά κεφάλαια προηγούμενων ετών. Εφόσον αποδειχθεί η ρευστοποίηση κρυπτοστοιχείων και η εισροή των σχετικών ποσών στο τραπεζικό σύστημα, δεν υφίσταται κανένας δογματικός ή νομοθετικός λόγος αποκλεισμού των ποσών αυτών από την έννοια του κεφαλαίου που δύναται να επικαλεσθεί ο φορολογούμενος.

Η εφαρμογή της Οδηγίας DAC8 από 1.1.2026, η οποία εισάγει υποχρεωτική ανταλλαγή πληροφοριών για συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία μεταξύ των κρατών-μελών, αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την ανάγκη για ένα σαφές εθνικό φορολογικό πλαίσιο.

Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαία η θέσπιση ειδικού κεφαλαίου στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, το οποίο θα ορίζει ρητώς: α) την έννοια των κρυπτοστοιχείων, β) τη διάκριση μεταξύ κρυπτοστοιχείων που αποτελούν μέσα συναλλαγής και εκείνων που συνιστούν χρηματοπιστωτικά μέσα, γ) τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, δ) τον τρόπο υπολογισμού της υπεραξίας, ε) τη φορολογική μεταχείριση των crypto-to-crypto swaps (ανταλλαγή κρυπτοστοιχείων), του «staking» (διαδικασία δέσμευσης των ψηφιακών νομισμάτων για την υποστήριξη της ασφάλειας και της λειτουργίας ενός δικτύου Blockchain) και του «lending» (δανεισμός) και στ) τη δυνατότητα χρήσης της ρευστοποίησης κρυπτοστοιχείων για την κάλυψη τεκμηρίων.

Η ελληνική έννομη τάξη έχει πλέον εγκαταλείψει το ερώτημα αν τα κρυπτοστοιχεία αποτελούν νόμιμη μορφή περιουσίας. Το κρίσιμο πλέον ζήτημα είναι ο ακριβής χαρακτηρισμός τους και η συστηματική ένταξή τους στο φορολογικό δίκαιο. Η λειτουργική διάκριση μεταξύ μέσων συναλλαγής και επενδυτικών τίτλων αποτελεί όχι μόνο τη μόνη συμβατή με τον MiCA και τη MiFID II προσέγγιση, αλλά και την αναγκαία θεωρητική βάση για τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού και ασφαλούς φορολογικού καθεστώτος για τα κρυπτοστοιχεία στην Ελλάδα.

Από τη ειδησεογραφία της Εβδομάδας που πέρασε, «Η απόφαση για την παράταση υποβολής των φορολογικών δηλώσεων». Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η απόφαση Α.1140/2026, σύμφωνα με την οποία:

1. Η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013 φορολογικού έτους 2025 για τα φυσικά πρόσωπα του άρθρου 3 του ν. 4172/2013 παρατείνεται μέχρι και την 24η Ιουλίου 2026. Όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση που υποβάλλεται μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, καταβληθεί μέχρι την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωση δύο τοις εκατό (2%).

2. Η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 45 του ν. 4172/2013, των οποίων το φορολογικό έτος λήγει στις 31.12.2025, παρατείνεται μέχρι και την 24η Ιουλίου 2026.

«Νέα μέτρα ρύθμισης οφειλών: Έως τις 20 Ιουλίου ενεργοποιείται η πλατφόρμα για οφειλές προς ΑΑΔΕ». Άμεσα ενεργοποιούνται τα νέα μέτρα για τη ρύθμιση οφειλών προς ΑΑΔΕ, ΕΦΚΑ κ χρηματοδοτικούς φορείς μετά την πρόσφατη νομοθέτησή τους.

Συγκεκριμένα:

  • 72 δόσεις για οφειλές έως 31.12.2023 προς Δημόσιο – Σε πλήρη λειτουργία η πλατφόρμα για οφειλές προς ΕΦΚΑ ενώ έως τις 20 Ιουλίου ενεργοποιείται η σχετική πλατφόρμα για οφειλές προς ΑΑΔΕ.
  • Νέος εξωδικαστικός μηχανισμός με ένταξη οφειλών από 5.000 ευρώ είτε προς Δημόσιο είτε προς χρηματοδοτικούς φορείς – Στις 26 Ιουλίου ενεργοποιείται η δυνατότητα της νέας ρύθμισης.
  • Πρόσθετο εργαλείο για την προστασία της κύριας κατοικίας μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού – Στις 21 Σεπτεμβρίου τίθεται σε ισχύ το νέο πλαίσιο.

Ρυθμίσεις Ιουνίου εξωδικαστικού μηχανισμού

Συνεχή ανοδική πορεία καταγράφουν οι ρυθμίσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκαν 1.800 νέες ρυθμίσεις που αντιστοιχούν σε ποσά αρχικών οφειλών ύψους 458,6 εκ. ευρώ.

Σε υψηλό εξαμήνου είναι η μηνιαία αύξηση στις εκκινήσεις αιτήσεων και σταθερά υψηλές οι οριστικές υποβολές οι οποίες έφτασαν τις 6.129 και 3.356 αντίστοιχα.

Η σταθερά αυτή υψηλή αποδίδεται πρωτίστως στο νέο νομοθετικό πλαίσιο και τη διεύρυνση των προϋποθέσεων υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Οι αλλαγές αυτές επιτρέπουν σε μεγαλύτερο αριθμό οφειλετών να ρυθμίσουν τις εκκρεμότητές τους και να θωρακίσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία.

Από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας του εξωδικαστικού μηχανισμού έως σήμερα έχουν ολοκληρωθεί με επιτυχία 64.406 ρυθμίσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές ύψους 19,67 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι οι πολίτες περιβάλλουν τον μηχανισμό με ολοένα και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Κοινωνική προστασία – Ρυθμίσεις για ευάλωτους και ΑμεΑ

Ιδιαίτερα ενθαρρυντική συνεχίζει να είναι η συμμετοχή των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών. Το 12,5% των ρυθμίσεων για τον μήνα Ιούνιο αφορούν σε οικονομικά ευάλωτους οφειλέτες και άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ). Παράλληλα, από την αρχή εφαρμογής του μηχανισμού, 584 οφειλέτες έχουν επιτύχει αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, εξασφαλίζοντας ουσιαστική προστασία της περιουσίας και της κύριας κατοικίας τους.

Διμερείς ρυθμίσεις με Χρηματοδοτικούς Φορείς

Παράλληλα με τα εργαλεία της πολιτείας συνεχίζουν και οι διμερείς ρυθμίσεις δανείων, με τους 4 μεγαλύτερους Servicers (Intrum, Cepal, DoValue, Qquant) να καταγράφουν τον Μάιο ‘26 ρυθμίσεις συνολικού ύψους 399,3 εκ. ευρώ, οι οποίες αναλογούν σε 4.821 οφειλέτες. Η πλειοψηφία των ρυθμισμένων οφειλών αφορά στεγαστικά δάνεια.

Εξυπηρέτηση Πολιτών – myEGDIXlive – Σχεδόν 25χιλ ραντεβού κατά το 1ο εξάμηνο

Τέλος, το πρώτο εξάμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν μέσω του MyEGDIXlive 24.796, εκ των οποίων 16.501 για εξωδικαστικό μηχανισμό, 3.886 για ελβετικό φράγκο, 2.283 για γενικές πληροφορίες διαχείρισης οφειλών, 1.178 για ευάλωτους οφειλέτες και 948 για Κώδικα Δεοντολογίας.

Ο στόχος είναι αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων ρύθμισης οφειλών. Η Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους παρέχει πανελλαδική εξυπηρέτηση με βιντεοκλήση ή τηλεφωνικά, κατόπιν ραντεβού, είτε μέσω της πλατφόρμας https://www.gov.gr/ipiresies/polites-kai-kathemerinoteta/ex-apostaseos-exuperetese-politon/exuperetese-me-telediaskepse-kai-telephonike-epikoinonia-apo-ten-eidike-grammateia-diakheirises-idiotikou-khreous-egdikh είτε στο τηλέφωνο 213.212.5730.

Δείτε τη μηνιαία αναφορά προόδου εξωδικαστικού μηχανισμού Ιουνίου 2026 εδώ και τις ρυθμίσεις Servicers Μαΐου 2026 εδώ.

«Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο Ν.5317/2026 για την προστασία των καταναλωτών». Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο νέος Ν.5317/2026, με τίτλο «Ενδυνάμωση της προστασίας των καταναλωτών στους τομείς των συμβάσεων πιστώσεων, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των συμβάσεων που συνάπτονται εξ αποστάσεως, εκτός καταστήματος και ηλεκτρονικά - Ενσωμάτωση των Οδηγιών (ΕΕ) 2017/828, 2023/2225, 2023/2673, 2024/825, 2024/1799 και 2026/74 και λοιπές διατάξεις».

Δείτε τον νέο νόμο εδώ.

«ΕΟΠΥΥ: Ανάρτηση βεβαιώσεων ποσού αυτόματης επιστροφής (clawback) Α και Β εξαμήνου 2025». Με το έγγραφο 17479/2026 ο ΕΟΠΥΥ ενημερώνει για την ανάρτηση των Βεβαιώσεων Ποσών Αυτόματης Επιστροφής (clawback) Α' και Β' εξαμήνου 2025.

Οι βεβαιώσεις είναι διαθέσιμες μέσω της ιστοσελίδας του ΕΟΠΥΥ, στην εφαρμογή «Ηλεκτρονική Ενημέρωση Συναλλασσομένων» (ΕΟΠΥΥ - Ενημέρωση Συναλλασσομένων), και μπορούν να αναζητηθούν και να εκτυπωθούν με την χρήση των προσωπικών κωδικών πρόσβασης.

«Έντυπο Ν: Νέες διευκρινίσεις για τη συμπλήρωση κωδικών»: Επικαιροποιήθηκαν από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων οι οδηγίες συμπλήρωσης της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (έντυπο Ν) φορολογικού έτους 2025.

Δείτε το επικαιροποιημένο αρχείο οδηγιών εδώ.

«ΑΑΔΕ: Ψηφιακή άρση κατασχεμένων τραπεζικών λογαριασμών»: Τη δυνατότητα άμεσης άρσης κατασχέσεων τραπεζικών λογαριασμών ενεργοποιεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. Οι φορολογούμενοι μπορούν να ξεμπλοκάρουν τους λογαριασμούς τους, εφόσον έχουν εξοφλήσει το 25% της οφειλής για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση.

Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή (Α.1145/2026), εξειδικεύεται το νέο νομοθετικό πλαίσιο (άρθρο 18 του ν. 5313/2026), το οποίο επιδιώκει να εξισορροπήσει τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων με την άμεση ανακούφιση των πολιτών και των επιχειρήσεων, βοηθώντας τους να επιστρέψουν ομαλά στην οικονομική δραστηριότητα.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν την αίτησή τους μέσω της ψηφιακής πύλης myAADE (myaade.gov.gr), στην πλατφόρμα Τα Αιτήματά μου, επιλέγοντας Δικαστικό, μέτρα & οφειλές > Χορήγηση άρσης κατάσχεσης λογαριασμών στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και εγκατεστημένων στη χώρα λοιπών υπόχρεων προσώπων κατ’ άρθρο 62 του ν. 4170/2013 (Α΄163) βάσει άρθρου 18 του ν. 5313/2026, (Α.1145/2026).

Για να γίνει δεκτό το αίτημα, θα πρέπει να συντρέχουν ταυτόχρονα τα εξής:

  • Να έχει πληρωθεί το 25% της οφειλής της κατάσχεσης (μαζί με τους τόκους και τις προσαυξήσεις).
  • Το υπόλοιπο των οφειλών της κατάσχεσης να έχει ρυθμιστεί σε δόσεις ή να τελεί υπό αναστολή πληρωμής (με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή προσωρινή διαταγή).
  • Όλες οι υπόλοιπες ληξιπρόθεσμες οφειλές του φορολογούμενου (ατομικές ή από αλληλέγγυα ευθύνη) να είναι τακτοποιημένες ή εξοφλημένες μέχρι την υποβολή της αίτησης.

Η απόφαση για την άρση της κατάσχεσης εκδίδεται μία φορά (άπαξ) ανά οφειλέτη και η αποδέσμευση του λογαριασμού γίνεται άμεσα και ψηφιακά.

Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Φορολογουμένων της ΑΑΔΕ, my1521:

  • Τηλεφωνικά: Στο 1521, χωρίς χρέωση, Δευτέρα έως Παρασκευή, 7:00 – 20:00.
  • Ψηφιακά: Μέσω της πλατφόρμας my1521 (24/7), επιλέγοντας: Θέματα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων > Δικαστικό - Κατασχέσεις > Άρση Κατασχέσεων.

Από την αρθρογραφία της Εβδομάδας που πέρασε, κα. Νίκη Χατζοπούλου, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, LL.M. και Διαμεσολαβήτρια, Νομική Σύμβουλος και συνεργάτης του Ομίλου ARTION και «ΣτΕ 41/2026 - Η φορολογική διοίκηση οφείλει ακόμη και όταν στηρίζεται στη συναλλακτική ανυπαρξία του εκδότη να προσδιορίζει με επάρκεια κάθε επιμέρους συναλλαγή που κρίνει ως εικονική». Σύμφωνα με την αρθρογράφο «Με την υπ’ αριθ. 41/2026 απόφαση του Β΄ Τμήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλήφθηκε αιτήσεως αναιρέσεως της Α.Α.Δ.Ε. κατά της 1266/2020 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί έφεση του Δημοσίου και είχε επικυρωθεί η ακύρωση πράξεως επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. για λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή σε ετερόρρυθμη εταιρεία προστίμου ύψους 312.775 ευρώ, λόγω λήψεως, κατά τη διαχειριστική χρήση 2005, τριάντα ενός τιμολογίων συνολικής καθαρής αξίας 156.387,50 ευρώ. Τα τιμολόγια είχαν εκδοθεί από ατομική επιχείρηση, η οποία, κατόπιν φορολογικού ελέγχου, κρίθηκε φορολογικώς μεν υπαρκτή, πλην, όμως, συναλλακτικώς ανύπαρκτη, με την έννοια ότι δεν διέθετε την αναγκαία επαγγελματική υποδομή, προσωπικό, εξοπλισμό, αγορές ή λοιπά στοιχεία πραγματικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η φορολογική αρχή θεώρησε ότι το σύνολο των τιμολογίων που είχε εκδώσει η ανωτέρω επιχείρηση ήταν εικονικό και, ως εκ τούτου, καταλόγισε στη λήπτρια εταιρεία την παράβαση της λήψεως εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ωστόσο, κατά τον έλεγχο δεν κατέστη δυνατή η προσκόμιση των ίδιων των τιμολογίων, διότι τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας είχαν καταστραφεί νομίμως μετά την περαίωση της οικείας χρήσεως, κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3888/2010.

Από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως από τις συγκεντρωτικές καταστάσεις προμηθευτών–πελατών προέκυπταν μόνον ο αριθμός των τιμολογίων, το όνομα του εκδότη και η συνολική καθαρή αξία τους. Δεν προέκυπταν, αντιθέτως, τα ειδικότερα στοιχεία κάθε επιμέρους φορολογικού στοιχείου, όπως ο αριθμός του τιμολογίου, το είδος των πωληθέντων αγαθών ή των παρασχεθεισών υπηρεσιών, η ποσότητα, η τιμή μονάδας και η καθαρή αξία κάθε συγκεκριμένης συναλλαγής.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, κατόπιν και εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, έκρινε ότι η φορολογική αρχή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος αποδείξεως της εικονικότητας των επίμαχων συναλλαγών. Κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η γενική διαπίστωση περί συναλλακτικής ανυπαρξίας του εκδότη δεν αρκούσε, εφόσον δεν προσδιοριζόταν το συγκεκριμένο αντικείμενο κάθε συναλλαγής και δεν ήταν, συνεπώς, δυνατός ο ουσιαστικός έλεγχος της πραγματικής ή μη πραγματοποιήσεώς της.

Το Διοικητικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση. Δέχθηκε ότι, όταν αποδίδεται σε φορολογικό στοιχείο εικονικότητα λόγω μη πραγματοποιήσεως της συναλλαγής, η φορολογική αρχή φέρει κατ’ αρχήν το βάρος αποδείξεως της εικονικότητας. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να σχηματίσει πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση, κατόπιν συνολικής και συνδυαστικής εκτιμήσεως όλων των αποδεικτικών μέσων και των δικαστικών τεκμηρίων.

Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η λήψη κάθε εικονικού τιμολογίου συνιστά αυτοτελή παράβαση και ότι, ακόμη και όταν επιβάλλεται ένα συνολικό ποσό προστίμου, αυτό αναλύεται σε τόσα επιμέρους πρόστιμα όσες είναι οι διαπιστωθείσες παραβάσεις. Για να είναι δε νομικώς εφικτός ο καταλογισμός, πρέπει να προκύπτει από την πράξη επιβολής προστίμου ή την έκθεση ελέγχου η καθαρή αξία κάθε επιμέρους φορολογικού στοιχείου, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού του αντίστοιχου προστίμου.

Η Α.Α.Δ.Ε., με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, υποστήριξε ότι το Εφετείο εσφαλμένως απαίτησε την ύπαρξη και προσκόμιση των ειδικότερων στοιχείων κάθε τιμολογίου, μολονότι υφίσταντο άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως τα πορίσματα του ελέγχου σε βάρος του εκδότη, από τα οποία προέκυπτε η συναλλακτική του ανυπαρξία. Προέβαλε ειδικότερα ότι, σε περίπτωση νόμιμης καταστροφής των τιμολογίων κατόπιν περαίωσης, η εικονικότητα θα έπρεπε να δύναται να αποδειχθεί και με άλλα πρόσφορα αποδεικτικά μέσα.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τον λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο. Έκρινε ότι ο λόγος δεν αντιστοιχούσε σε ρητή ή εμμέσως συναγόμενη ερμηνευτική παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά στηριζόταν σε εσφαλμένη εκ μέρους της Α.Α.Δ.Ε. ανάγνωση της κρίσεως του Εφετείου.

Ειδικότερα, το ΣτΕ διευκρίνισε ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν είχε κρίνει ότι τα ουσιώδη στοιχεία των συναλλαγών πρέπει να προκύπτουν αποκλειστικά από τα ίδια τα τιμολόγια. Αντιθέτως, είχε δεχθεί ότι τα στοιχεία αυτά δύνανται να προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού του φακέλου, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων ελέγχου, των πληροφοριακών εγγράφων και κάθε άλλου πρόσφορου αποδεικτικού μέσου.

Το κρίσιμο, κατά το ΣτΕ, ήταν ότι στην ένδικη υπόθεση τα αναγκαία στοιχεία ταυτοποιήσεως των συναλλαγών δεν προέκυπταν από κανένα αποδεικτικό μέσο. Η συγκεντρωτική κατάσταση, στην οποία αναφέρονταν μόνον ο συνολικός αριθμός των τιμολογίων και η συνολική αξία τους, δεν επέτρεπε τον προσδιορισμό του είδους, της ποσότητας και της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορούσε κάθε επιμέρους συναλλαγή.

Η απόφαση εντάσσεται στην πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως στις υποθέσεις εικονικών τιμολογίων. Κατά τη νομολογία αυτή, όταν ο εκδότης είναι φορολογικώς υπαρκτός, αλλά συναλλακτικώς ανύπαρκτος, η φορολογική αρχή αρκεί κατ’ αρχήν να αποδείξει τη συναλλακτική του ανυπαρξία, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την εικονικότητα των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων.

Η αρχή αυτή, όμως, προϋποθέτει ότι έχουν προηγουμένως προσδιοριστεί και ταυτοποιηθεί οι συγκεκριμένες συναλλαγές για τις οποίες φέρεται ότι εκδόθηκαν τα τιμολόγια. Απαιτείται, επομένως, κατ’ είδος, κατά ποσότητα και κατ’ αξία προσδιορισμός του αντικειμένου κάθε συναλλαγής. Χωρίς τον προσδιορισμό αυτό, δεν είναι δυνατή ούτε η σύνδεση της συναλλακτικής ανυπαρξίας του εκδότη με συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία, ούτε ο δικαστικός έλεγχος της ορθότητας του καταλογισμού.

Το ΣτΕ τόνισε, συναφώς, ότι η νόμιμη καταστροφή των βιβλίων και στοιχείων μετά την περαίωση δεν απαλλάσσει άνευ ετέρου τη φορολογική αρχή από την υποχρέωση να προσδιορίσει τα ουσιώδη στοιχεία κάθε επίμαχης συναλλαγής. Η απώλεια των πρωτοτύπων τιμολογίων δεν μεταβάλλει τους κανόνες περί βάρους αποδείξεως, ούτε καθιστά επαρκή μια αόριστη ή συνολική αναφορά σε τιμολόγια και αξίες.

Κατά συνέπεια, η φορολογική διοίκηση οφείλει, ακόμη και όταν στηρίζεται στη συναλλακτική ανυπαρξία του εκδότη, να προσδιορίζει με επάρκεια κάθε επιμέρους συναλλαγή και κάθε αυτοτελή παράβαση. Η απλή αναφορά σε συγκεντρωτική κατάσταση με τον συνολικό αριθμό και τη συνολική αξία των τιμολογίων δεν αρκεί για τη νόμιμη στοιχειοθέτηση της εικονικότητας, ούτε για τον υπολογισμό και την επιβολή του σχετικού προστίμου.

Τελικώς, η αίτηση αναιρέσεως της Α.Α.Δ.Ε. απορρίφθηκε και παρέμεινε σε ισχύ η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, που είχε ακυρώσει τον καταλογισμό.».

Κ. Απόστολος Λιόλιος, Επίτιμος Οικονομικός Επιθεωρητής και «Φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα: Ειδικός τρόπος φορολόγησης εισοδήματος από μισθωτή εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα που προκύπτει στην ημεδαπή». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «1. Γενικά

Με τις διατάξεις του άρθρου 5Γ΄ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν.4172/2013), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 40 του Ν.4758/2020 (ΦΕΚ Α΄ 242/4-12-2020) και ισχύει για φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2021 και μετά, ορίζονται τα εξής:

Ο φορολογούμενος, φυσικό πρόσωπο που μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα υπάγεται σε φορολόγηση με ευνοϊκούς όρους για το εισόδημα που αποκτά εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 (Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή).

2. Προϋποθέσεις ευνοϊκής μεταχείρισης

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο νόμο είναι οι ακόλουθες:

α) Δεν ήταν φορολογικός κάτοικος Ελλάδας τα προηγούμενα πέντε (5) από τα έξι (6) έτη πριν τη μεταφορά της φορολογικής του κατοικίας στην Ελλάδα.

β) Μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία από κράτος μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή από κράτος με το οποίο είναι σε ισχύ συμφωνία διοικητικής συνεργασίας τον τομέα φορολογίας στην Ελλάδα.

γ) Παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 12 (βλ. σχετικά επόμενο θέμα) που ασκείται είτε σε ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε σε μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα και

δ) Δηλώνει ότι θα παραμείνει στην Ελλάδα τουλάχιστον για μια διετία.

Οι προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά.

3. Έννοια εργασιακής σχέσης της παρ. 2 του άρθρου 12

Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες όπως:

α) Στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο,

β) βάσει σύμβασης, προφορικής ή έγγραφης, με την οποία αποκτά σχέση εξαρτημένης εργασίας με άλλο πρόσωπο, που έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,

γ) υπηρεσίες οι οποίες ρυθμίζονται από τη νομοθεσία περί μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργιών του Δημοσίου,

δ) ως διευθυντής ή μέλος Δ.Σ. εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,

ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιμισθίας για την παροχή νομικών υπηρεσιών,

στ) βάσει εγγράφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες και υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του νόμου.

4. Ειδικές απαλλαγές (πλεονεκτήματα)

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5Γ΄, εφόσον η αίτηση του φορολογουμένου γίνει δεκτή, το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α’ για το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματος από τη μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος. Σημειώνεται ότι, Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης επιβάλλεται στα εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ των φυσικών προσώπων ή σχολάζουσας κληρονομιάς.

5. Προθεσμίες

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου, την εξέταση της αίτησης από το Φορολογική Διοίκηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

6. Παράλληλη εφαρμογή διατάξεων

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 5Γ’, οι ειδικές απαλλαγές εφαρμόζονται ανάλογα και για τα φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα με σκοπό να ασκήσουν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός τους από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης για επτά (7) συναπτά φορολογικά έτη.

Η αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου (παρ. 7 του άρθρου 5Γ’) υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 3, μέχρι και την 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους.

Ως ανάληψη υπηρεσίας νοείται η έναρξη εργασιών.».

Κ. Γιάννης Καρούζος, Δικηγόρος, Εργατολόγος και «Μπορεί ο εργοδότης να απαγορεύσει τη χρήση του κινητού τηλεφώνου από τους εργαζομένους κατά τη διάρκεια της εργασίας;». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Η χρήση του κινητού τηλεφώνου στον χώρο εργασίας αποτελεί ένα ζήτημα που απασχολεί ολοένα και συχνότερα εργοδότες και εργαζομένους, ιδίως σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου η τεχνολογία είναι διαρκώς παρούσα. Εύλογα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να απαγορεύσει τη χρήση του κινητού τηλεφώνου κατά τη διάρκεια της εργασίας και υπό ποιες προϋποθέσεις μια τέτοια απαγόρευση είναι νόμιμη.

Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι ο εργοδότης, στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος, διαθέτει την εξουσία να προσδιορίζει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας. Ειδικότερα, μπορεί να καθορίζει τους όρους παροχής της εργασίας, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής της, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν ήδη καθοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας, επεκτείνοντας ή περιορίζοντας μονομερώς τον τομέα δράσης του εργαζομένου.

Στο πλαίσιο αυτό, η απαγόρευση χρήσης κινητών τηλεφώνων είναι αυτονοήτως σύννομη, όταν αυτή επιβάλλεται από λόγους ασφαλείας ή για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων. Δηλαδή, όταν το αντικείμενο της εργασίας περιλαμβάνει την επεξεργασία ευαίσθητων ή εμπιστευτικών δεδομένων και η επιχείρηση οφείλει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι που έχουν πρόσβαση σε αυτά να μην μπορούν να τα αντιγράψουν ή να τα διαρρεύσουν, είτε με φυσικό είτε με ψηφιακό τρόπο.

Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια συσκέψεων (meetings), αλλά και σε περιβάλλοντα όπου από τη χρήση του κινητού ενδέχεται να δημιουργηθούν κίνδυνοι για τον ίδιο τον εργαζόμενο, τους συναδέλφους του ή την ομαλή και ασφαλή λειτουργία της επιχείρησης, η απαγόρευση κρίνεται απολύτως θεμιτή.

Και πέρα από αυτές τις περιπτώσεις, όμως, ο εργοδότης μπορεί κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος να απαγορεύσει τη χρήση του κινητού τηλεφώνου κατά τις ώρες απασχόλησής τους, μονομερώς, και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους.

Περισσότερη επιφύλαξη προκαλεί το ερώτημα αν η απαγόρευση αυτή μπορεί να εκτείνεται και στο νόμιμο διάλειμμα των εργαζομένων. Κατά το διάστημα αυτό, ο μισθωτός δεν τελεί υπό την υποχρέωση παροχής εργασίας και απολαμβάνει αυξημένο βαθμό ελευθερίας, γεγονός που καθιστά δυσχερέστερη τη γενικευμένη απαγόρευση χρήσης του κινητού τηλεφώνου.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η επανειλημμένη και συστηματική χρήση κινητού τηλεφώνου για προσωπικούς λόγους κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τον εργαζόμενο. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 34/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε έγκυρη και νόμιμη η απόλυση εργαζομένου ο οποίος, κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, επισκεπτόταν το διαδίκτυο για να επικοινωνεί με φιλικά του πρόσωπα, παραμελώντας τα εργασιακά του καθήκοντα.

Συμπερασματικά, ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να απαγορεύσει τη χρήση του κινητού τηλεφώνου κατά τη διάρκεια της εργασίας, στο μέτρο που η απαγόρευση αυτή στηρίζεται στο διευθυντικό του δικαίωμα, εξυπηρετεί τη λειτουργία και την ασφάλεια της επιχείρησης και δεν υπερβαίνει τα νόμιμα όρια. Η θέσπιση σαφών και γνωστοποιημένων κανόνων προς τους εργαζομένους συμβάλλει στην αποφυγή παρεξηγήσεων και στη διασφάλιση της ομαλής εργασιακής σχέσης.»

Δείτε περισσότερα στο www.dikigorosergatologos.gr

Κ. Ευάγγελος Χατζηπέτκος, Σύμβουλος Εργασιακών Θεμάτων & Εφαρμογών Μισθοδοσίας Epsilon Net και «Διευθυντικά Στελέχη και Ετήσια Κανονική Άδεια – Τι αλλάζει με τον νέο εργασιακό νόμο 5316/2026». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Με το άρθρο 36 του νέου νόμου 5316/2026 τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 220 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025), προκειμένου να αποσαφηνιστεί το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο ως προς το δικαίωμα λήψης άδειας αναψυχής των εργαζομένων που κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστευτική.

Ο Ν. 2269/1920 εξαιρεί τους διευθύνοντες υπαλλήλους από την προστασία που παρέχουν οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας. Ωστόσο, η εν λόγω κατηγορία εργαζομένων δεν εξαιρείται από το δικαίωμα άδειας αναψυχής, τόσο με βάση το ενωσιακό δίκαιο [Οδηγία 2003/88/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (L 299)], όσο και με βάση το εθνικό δίκαιο (άρθρα 175 και 220 Κώδικα Εργατικού Δικαίου).

Η ανάγκη της τροποποίησης ανέκυψε εξαιτίας της πάγιας αντιμετώπισης των εθνικών δικαστηρίων, η οποία έχει οδηγήσει, στην πράξη, στον αποκλεισμό τους από το σχετικό δικαίωμα, όπως και από την καταβολή του επιδόματος αδείας (ενδεικτικά Α.Π. 1047/2007, Α.Π. 163/1998, Α.Π. 336/2018, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 447/2015). Αντιθέτως, με την απόφαση 935/2017 του Αρείου Πάγου, είχε κριθεί ότι «οι διευθύνοντες υπάλληλοι, όπως κάθε εργαζόμενος, υπόκεινται σε ανάλωση των πνευματικών και σωματικών δυνάμεών τους και έχουν την ίδια με όλους ανάγκη αναπαύσεως, δεν πρέπει, κατ` αρχήν, να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για χορήγηση ετήσιας άδειας αναψυχής. Οπότε, πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση. Εάν η λήψη της άδειας εξαρτάται από την προαίρεση του ιδίου του υπαλλήλου, αναγόμενη στα διευθυντικά καθήκοντα τα οποία ο ίδιος ασκεί, δεν είναι θεμιτό το να επιρριφθούν στον εργοδότη οι συνέπειες από την εκούσια μη χρήση του δικαιώματος σε αυτούσια άδεια. Εάν, όμως, για τη λήψη της άδειας είναι απαραίτητη η συναίνεση του εργοδότη και αυτός αρνείται να τη δώσει, τότε ο διευθύνων υπάλληλος δικαιούται τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος, για το οποίο δεν έλαβε την άδεια αυτουσίως και, εφόσον συντρέχει πταίσμα του εργοδότη, την κατά νόμο αστική ποινή (προσαύξηση 100%).». Επίσης, με νεότερη απόφαση του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα την απόφαση 697/2024, κρίθηκε ότι «είναι δυνατόν, στα πλαίσια της καθιερωμένης με το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνηθεί ειδικά ότι ο διευθύνων υπάλληλος δικαιούται ετήσια άδεια και τις αντίστοιχες αποδοχές.».

Στο πλαίσιο αυτό, επισημάνθηκε από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα το ζήτημα συμβατότητας της εθνικής νομολογίας με το ενωσιακό δίκαιο. Με τη νέα ρύθμιση επιδιώκεται, συνεπώς, η άρση της ερμηνευτικής αμφισβήτησης ως προς το δικαίωμα άδειας αναψυχής των εργαζομένων που έχουν μία από τις ιδιότητες της περ. α) του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Διεθνούς Διασκέψεως της Εργασίας της Ουασινγκτώνος, όπως η ιδιότητα αυτή διαπιστώνεται σύμφωνα με τα κριτήρια του Μέρους Β΄ της υπ’ αρ. 90972/15-1-2021 απόφασης του Υπουργείου Εργασίας (όπως ισχύει).

Συμπερασματικά, με τη νέα διάταξη του νόμου 5316/2026 ορίζεται πλέον ότι, μεταξύ των προσώπων στα οποία θα εφαρμόζονται οι διατάξεις για την άδεια, αλλά και για το επίδομα αδείας (το οποίο είναι συνακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας), συμπεριλαμβάνονται και οι διευθύνοντες υπάλληλοι.».

Τέλος της εργασιακής εβδομάδας και για την Εβδομάδα που έρχεται ως επίμαχο θέμα συζήτησης, επικρατούν, «Οι τελευταίες διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ για το έντυπο Ν φορολογικού έτους 2025, από τη μηχανική συμπλήρωση στη διασταυρωτική φορολογική συμμόρφωση».

Λίγες μόλις ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των νομικών προσώπων, η επικαιροποιημένη έκδοση (2.0/15.07.2026) των οδηγιών της ΑΑΔΕ για το έντυπο Ν αποκτά ιδιαίτερη πρακτική και ερμηνευτική σημασία. Οι οδηγίες, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή της απόφασης Α.1048/2026 και της εγκυκλίου Ε.2007/2026, δεν εισάγουν απλώς νέους κωδικούς, αλλά αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο το πληροφοριακό σύστημα προσεγγίζει τη φορολογική δήλωση των νομικών προσώπων.

Η σημαντικότερη μεταβολή αφορά την ενίσχυση της λογικής των προσυμπληρωμένων δεδομένων και των υποχρεωτικών διασταυρώσεων μεταξύ του εντύπου Ν, του εντύπου Ε3 και των ειδικών υποπινάκων. Πλήθος κωδικών (ενδεικτικά 015, 052, 090, 116-119, 455, 503-514, 524-536, 600 και 619) αντλούν πλέον αυτοματοποιημένα δεδομένα από άλλες δηλωτικές εφαρμογές, περιορίζοντας τις δυνατότητες αποκλίσεων αλλά ταυτόχρονα αυξάνοντας την ευθύνη ορθής πρωτογενούς καταχώρισης των στοιχείων.

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει επίσης η ενσωμάτωση των φορολογικών κινήτρων του ν.4935/2022 και του ν.5162/2024, με την εισαγωγή των νέων κωδικών 658 και 659, οι οποίοι αφορούν μετασχηματισμούς εισφερουσών και ληπτριών εταιρειών. Οι σχετικές οδηγίες αποσαφηνίζουν όχι μόνο τις προϋποθέσεις συμπλήρωσης των κωδικών, αλλά και τη διαδικασία μεταφοράς φορολογικών ζημιών, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί η δήλωση της εισφέρουσας εταιρείας, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για την πρακτική εφαρμογή των άρθρων 6 του ν.4935/2022 και 51 του ν.5162/2024.

Εξίσου σημαντική είναι η αναδιάρθρωση των πινάκων εφαρμογής των άρθρων 48 και 48Α του ΚΦΕ, οι οποίοι πλέον διαχωρίζονται σε συναλλαγές εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η δημιουργία νέων υποπινάκων για τις υπερ - εκπτώσεις δαπανών έρευνας και τεχνολογίας (άρθρο 22Α ΚΦΕ) και για τις δαπάνες εισαγωγής επιχειρήσεων σε ρυθμιζόμενη αγορά (άρθρο 22ΣΤ ΚΦΕ). Με τον τρόπο αυτό το έντυπο Ν ευθυγραμμίζεται πληρέστερα με τη δομή του ν.4172/2013 και διευκολύνεται η ηλεκτρονική επαλήθευση των φορολογικών κινήτρων.

Όλα τα ανωτέρω σε έναν συνοπτικό πίνακα:

Νέα διευκρίνιση

Συνέπεια

Νέοι κωδικοί 658-659

Ορθή απεικόνιση μετασχηματισμών και μεταφοράς φορολογικών ζημιών

Διαχωρισμός Πινάκων 4 και 7

Διακριτή εφαρμογή άρθρων 48 και 48Α ΚΦΕ για Ε.Ε. και τρίτες χώρες

Νέοι υποπίνακες 9Α και 9Δ

Αναλυτική αποτύπωση υπερ - εκπτώσεων και φορολογικών κινήτρων

Εκτεταμένη προσυμπλήρωση κωδικών

Ενίσχυση ηλεκτρονικών διασταυρώσεων και περιορισμός λαθών

Συμπερασματικά, οι τελευταίες διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ δεν συνιστούν απλώς τεχνικές οδηγίες συμπλήρωσης. Αντιθέτως, επιβεβαιώνουν τη σταδιακή μετάβαση σε ένα πλήρως διαλειτουργικό μοντέλο φορολογικής συμμόρφωσης, όπου η ορθότητα του εντύπου Ν εξαρτάται πλέον από την απόλυτη συνέπεια μεταξύ λογιστικής απεικόνισης, δηλωτικών δεδομένων και ηλεκτρονικών διασταυρώσεων. Για τον λόγο αυτό, κατά το τελευταίο στάδιο της περιόδου υποβολής, ο έλεγχος της συμφωνίας των δεδομένων μεταξύ Ε3, κατάστασης φορολογικής αναμόρφωσης και εντύπου Ν καθίσταται ουσιαστικότερος από την απλή συμπλήρωση των επιμέρους κωδικών.

16η Ιούλη – 15η Αυγούστου, η καρδιά του Ελληνικού καλοκαιριού και οι εθιμικές καλοκαιρινές διακοπές του συντριπτικά μεγάλου μέρους του πληθυσμού αυτής της χώρας. Προσωρινοί μέτοικοι της κάθε μικρής ή μεγάλης κοινότητας, σε χωριά όπου το χειμώνα ίσως μετράνε ελάχιστους ντόπιους και τώρα μοιάζουν μικρές πολύβουες πολιτείες, παραθαλάσσιοι κυρίως οικισμοί που το καλοκαίρι μεταμορφώνονται σε ιδιότυπα «Luna park» για μικρούς και μεγάλους (μεταξύ των οποίων και το δικό μου χωριό), πανηγύρια παντού ειδικά την περίοδο του 15Αύγουστου με εκατοντάδες εκκλησίες και εκκλησάκια αφιερωμένα στην Παναγία, ένα συνονθύλευμα παραδοσιακής μουσικής, φιλόμουσων Ρομά, καλλιτέχνες του συγκεκριμένου χώρου των πανηγυριών που ξεσηκώνουν το εθισμένο κοινό και τους εκάστοτε «φασαίους» με δημοτικά διασκευασμένα κυρίως ακούσματα και ιδιότυπα ηχητικά κάτι σαν βουλωμένη εξάτμιση από τρακτέρ. Έτσι είμαστε επειδή έτσι μας αρέσει.

Να είναι το καλοκαίρι αυτό, το καλύτερο της μέχρι τώρα ζωής σας. ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.