Με τη συνεργασία της Χριστίνας Τζιβελοπούλου και της Σταυρούλας Λιακάκη*
Η δημιουργία περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελεί πλέον μια άτυπη δραστηριότητα, αλλά μια οργανωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα με σημαντικές φορολογικές, λογιστικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Η ραγδαία ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δημιούργησε μια νέα κατηγορία επαγγελματιών, τους influencers και content creators, οι οποίοι αξιοποιούν την απήχηση που διαθέτουν στο διαδίκτυο για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών ή για την παραγωγή πρωτότυπου ψηφιακού περιεχομένου. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα εισοδήματα που αποκτούν είναι αντίστοιχα ή και μεγαλύτερα από εκείνα πολλών παραδοσιακών επιχειρήσεων.
Η πραγματικότητα αυτή έχει μεταβάλει και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη δραστηριότητα αυτή η φορολογική διοίκηση. Με την αξιοποίηση του myDATA, των πληροφοριών που διαβιβάζονται μέσω της ευρωπαϊκής οδηγίας DAC7, των διεθνών ανταλλαγών φορολογικών πληροφοριών και των στοιχείων που λαμβάνονται από τις ίδιες τις ψηφιακές πλατφόρμες, η Α.Α.Δ.Ε. διαθέτει πλέον ένα ολοκληρωμένο σύστημα διασταυρώσεων, ικανό να εντοπίζει με μεγάλη ακρίβεια τα πραγματικά εισοδήματα που αποκτώνται μέσω του διαδικτύου.
Κατά συνέπεια, η εποχή κατά την οποία η δραστηριότητα ενός influencer μπορούσε να θεωρηθεί περιστασιακή ή συμπληρωματική έχει ουσιαστικά παρέλθει. Όταν η παραγωγή περιεχομένου πραγματοποιείται συστηματικά με σκοπό την απόκτηση εισοδήματος, ο δημιουργός αντιμετωπίζεται ως επιχείρηση και υπάγεται στο σύνολο των διατάξεων που διέπουν κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η ορθή φορολογική αντιμετώπιση, όμως, δεν εξαντλείται στην εκπλήρωση των τυπικών υποχρεώσεων. Η επιλογή της κατάλληλης νομικής μορφής, η σωστή εφαρμογή των κανόνων του Φ.Π.Α., η διαχείριση των συνεργασιών με επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, η φορολογική αντιμετώπιση των παροχών σε είδος (barter agreements), καθώς και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων ενός νόμιμου φορολογικού σχεδιασμού αποτελούν πλέον κρίσιμους παράγοντες για την ασφαλή ανάπτυξη της δραστηριότητας.
Από το hobby στην επιχειρηματική δραστηριότητα
Το πρώτο ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάθε δημιουργός περιεχομένου είναι πότε η δραστηριότητά του παύει να αποτελεί μια περιστασιακή ενασχόληση και αποκτά τα χαρακτηριστικά της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι διατάξεις των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος δεν εξετάζουν μόνο το ύψος των εισοδημάτων, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η δραστηριότητα. Η συστηματική παραγωγή περιεχομένου, οι σταθερές συνεργασίες με επιχειρήσεις, η ύπαρξη επαγγελματικού εξοπλισμού, η διαχείριση διαφημιστικών καμπανιών και η συνεχής επιδίωξη οικονομικού οφέλους αποτελούν σαφείς ενδείξεις οργανωμένης επιχειρηματικής δράσης.
Έτσι, ένας influencer που συνεργάζεται μέσα στο ίδιο έτος με εταιρείες καλλυντικών, ένδυσης και τεχνολογίας, δημιουργώντας αναρτήσεις, βίντεο ή σύντομες παρουσιάσεις έναντι αμοιβής, δεν θεωρείται ότι παρέχει υπηρεσίες ευκαιριακά. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των ακολούθων του, αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και υποχρεούται να προβεί σε έναρξη εργασιών, να τηρεί λογιστικά αρχεία, να εκδίδει τα προβλεπόμενα φορολογικά στοιχεία, να διαβιβάζει τα δεδομένα στο myDATA και να εφαρμόζει τις διατάξεις περί Φ.Π.Α. και κοινωνικής ασφάλισης.
Η επιλογή του κατάλληλου Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.) αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει τη συνολική φορολογική εικόνα της επιχείρησης, τη σχέση της με τον Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π. και τη φορολογική αξιολόγηση σε ενδεχόμενο έλεγχο.
Ποια εισοδήματα φορολογούνται
Η βασική αρχή του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος είναι ότι κάθε αμοιβή που αποκτάται στο πλαίσιο οργανωμένης οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται πλήρως και στους influencers, ανεξάρτητα από την πλατφόρμα μέσω της οποίας αποκτούν τα έσοδά τους ή τον τρόπο με τον οποίο αμείβονται.
Στην πράξη, ο influencer δεν διαθέτει απλώς έναν λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Διαθέτει έναν ψηφιακό διαφημιστικό χώρο, την προσωπική του αναγνωρισιμότητα και την επιρροή που ασκεί στο κοινό του. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία αποτελούν το αντικείμενο της οικονομικής εκμετάλλευσης και για αυτά αμείβεται.
Στο φορολογητέο εισόδημα περιλαμβάνονται οι αμοιβές από χορηγούμενες αναρτήσεις (posts, reels και stories), οι διαφημιστικές συνεργασίες με επιχειρήσεις, τα έσοδα από affiliate marketing, οι συνδρομές που καταβάλλουν οι ακόλουθοι μέσω πλατφορμών, όπως το Patreon ή τα YouTube Memberships, καθώς και οι αμοιβές που καταβάλλουν οι ίδιες οι πλατφόρμες, όπως το Google AdSense ή τα προγράμματα δημιουργών του YouTube και του TikTok.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί influencer που αναλαμβάνει για λογαριασμό εταιρείας καλλυντικών τη δημιουργία τριών reels, δέκα stories και δύο αναρτήσεων έναντι συνολικής αμοιβής 12.000 ευρώ. Η αμοιβή αυτή δεν διαφέρει φορολογικά από οποιαδήποτε άλλη παροχή υπηρεσιών και αποτελεί εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, για το οποίο εκδίδεται το αντίστοιχο φορολογικό παραστατικό.
Αντίστοιχη είναι και η αντιμετώπιση των εσόδων που προέρχονται απευθείας από τις ψηφιακές πλατφόρμες. Ένας δημιουργός περιεχομένου που εισπράττει κάθε μήνα αμοιβές από το Google AdSense, λόγω των διαφημίσεων που προβάλλονται στα βίντεό του στο YouTube ή από το πρόγραμμα δημιουργών του TikTok αποκτά επίσης επιχειρηματικό εισόδημα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πληρωμή πραγματοποιείται αυτοματοποιημένα από την πλατφόρμα και όχι κατόπιν ειδικής συμφωνίας με κάποιον διαφημιζόμενο.
Η ίδια αντιμετώπιση ισχύει και για τις προμήθειες από affiliate marketing. Όταν ο δημιουργός περιεχομένου λαμβάνει ποσοστό επί των πωλήσεων που πραγματοποιούνται μέσω ειδικού συνδέσμου (affiliate link), η προμήθεια αυτή αποτελεί αντάλλαγμα για υπηρεσίες προώθησης προϊόντων και φορολογείται ως επιχειρηματικό εισόδημα.
Οι παροχές σε είδος (Barter Agreements)
Ένα από τα συχνότερα λάθη που παρατηρούνται στην πράξη αφορά τις αμοιβές που καταβάλλονται όχι σε χρήμα, αλλά σε προϊόντα ή υπηρεσίες.
Η αντίληψη ότι τα προϊόντα που αποστέλλονται σε έναν influencer αποτελούν «δώρα» και δεν δημιουργούν φορολογικές υποχρεώσεις είναι εσφαλμένη. Όταν η αποστολή ενός προϊόντος συνδέεται με την υποχρέωση δημοσίευσης ή προβολής του, πρόκειται ουσιαστικά για ανταλλαγή υπηρεσιών (barter agreement).
Έτσι, εάν εταιρεία τεχνολογίας παραδώσει σε influencer κινητό τηλέφωνο αξίας 1.500 ευρώ προκειμένου να δημιουργήσει βίντεο παρουσίασης και ο δημιουργός διατηρήσει τη συσκευή στην κατοχή του, η αγοραία αξία του κινητού αποτελεί φορολογητέο εισόδημα. Ο influencer οφείλει να αντιμετωπίσει τη συναλλαγή όπως ακριβώς θα αντιμετώπιζε μια χρηματική αμοιβή, εκδίδοντας το αντίστοιχο φορολογικό παραστατικό.
Το ίδιο ισχύει όταν η αντιπαροχή αφορά δωρεάν διαμονή σε ξενοδοχείο, αεροπορικά εισιτήρια, κοσμήματα, είδη ένδυσης ή οποιαδήποτε άλλη παροχή που παραμένει στην κατοχή ή προς όφελος του δημιουργού.
Διαφορετική είναι η περίπτωση των giveaways. Εάν το προϊόν που αποστέλλεται από την επιχείρηση δεν παραμένει στον influencer, αλλά παραδίδεται απευθείας στον νικητή ενός διαγωνισμού, ο δημιουργός λειτουργεί απλώς ως μέσο προβολής της διαφημιστικής ενέργειας. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται ποιος επιβαρύνεται με το κόστος του προϊόντος, ποιος εκδίδει τα σχετικά παραστατικά και αν προβλέπεται χωριστή αμοιβή για την υπηρεσία προβολής.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι σε έναν φορολογικό έλεγχο η Α.Α.Δ.Ε. δεν εξετάζει μόνο τις τραπεζικές κινήσεις, αλλά και το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα κάθε συνεργασίας. Εάν από το περιεχόμενο που δημοσιεύεται προκύπτει ότι ο influencer απέκτησε προϊόν ή υπηρεσία ως αντάλλαγμα για την προβολή της επιχείρησης, η παροχή αυτή μπορεί να θεωρηθεί φορολογητέο εισόδημα, ακόμη και αν δεν μεσολάβησε χρηματική πληρωμή.
Η εφαρμογή του Φ.Π.Α. στις υπηρεσίες των influencers
Το ζήτημα που δημιουργεί τα περισσότερα ερωτήματα στην πράξη αφορά τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, καθώς οι συνεργασίες ενός influencer δεν περιορίζονται στην ελληνική αγορά, αλλά εκτείνονται συχνά σε επιχειρήσεις άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ακόμη και σε πολυεθνικές πλατφόρμες που είναι εγκατεστημένες εκτός Ελλάδας.
Βασικός κανόνας είναι ότι οι υπηρεσίες προβολής, διαφήμισης και προώθησης προϊόντων αποτελούν υπηρεσίες υπαγόμενες στον Φ.Π.Α.. Η φορολογική τους μεταχείριση, όμως, διαφοροποιείται ανάλογα με τον τόπο εγκατάστασης του λήπτη της υπηρεσίας.
Όταν ο πελάτης είναι ελληνική επιχείρηση δεν δημιουργείται ιδιαίτερο ζήτημα. Ο influencer εκδίδει τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με τον ισχύοντα συντελεστή Φ.Π.Α.. Έτσι, εάν συμφωνηθεί αμοιβή 5.000 ευρώ για την προβολή μιας νέας σειράς καλλυντικών, το τιμολόγιο θα εκδοθεί με Φ.Π.Α. 24%, ανεβάζοντας τη συνολική αξία στα 6.200 ευρώ.
Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση όταν ο πελάτης είναι επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτει έγκυρο ενδοκοινοτικό αριθμό Φ.Π.Α. (VIES). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ο μηχανισμός της αντίστροφης επιβάρυνσης (reverse charge). Ο Έλληνας influencer εκδίδει τιμολόγιο χωρίς ελληνικό Φ.Π.Α., αναγράφοντας τη σχετική ένδειξη, ενώ ταυτόχρονα υποχρεούται να συμπεριλάβει τη συναλλαγή στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα VIES.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία με διαφημιστική εταιρεία στη Γερμανία για την προώθηση ελληνικών προϊόντων. Αν η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι 10.000 ευρώ, το τιμολόγιο θα εκδοθεί χωρίς ελληνικό Φ.Π.Α., καθώς ο φόρος αποδίδεται από τον λήπτη στη χώρα εγκατάστασής του.
Αντίθετα, όταν η υπηρεσία παρέχεται σε ιδιώτη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι σε επιχείρηση, εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες και, κατά κανόνα, η συναλλαγή επιβαρύνεται με ελληνικό Φ.Π.Α., εφόσον δεν συντρέχουν ειδικές εξαιρέσεις της νομοθεσίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνεργασίες με επιχειρήσεις εγκατεστημένες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή ο τόπος φορολόγησης βρίσκεται, κατά κανόνα, εκτός Ελλάδας και το τιμολόγιο εκδίδεται χωρίς ελληνικό Φ.Π.Α.. Ωστόσο, ο influencer δεν αρκεί να γνωρίζει απλώς την έδρα του πελάτη. Οφείλει να διατηρεί επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο αντισυμβαλλόμενος είναι πράγματι επιχείρηση και ασκεί οικονομική δραστηριότητα, όπως συμβάσεις συνεργασίας, βεβαιώσεις φορολογικής κατοικίας, αναλυτικές καταστάσεις πληρωμών ή άλλα αποδεικτικά έγγραφα που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Google AdSense, YouTube και διεθνείς πλατφόρμες
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι αμοιβές που καταβάλλουν οι ίδιες οι ψηφιακές πλατφόρμες στους δημιουργούς περιεχομένου.
Χιλιάδες Έλληνες creators εισπράττουν κάθε μήνα έσοδα από το Google AdSense, το πρόγραμμα συνεργατών του YouTube ή αντίστοιχες υπηρεσίες του TikTok, Meta και άλλων πλατφορμών. Παρότι οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται αυτοματοποιημένα, φορολογικά αποτελούν αμοιβές για παροχή υπηρεσιών και δεν διαφέρουν από οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματική συναλλαγή.
Στην πράξη, ο δημιουργός περιεχομένου παρέχει υπηρεσίες προς την εταιρεία που διαχειρίζεται την πλατφόρμα και όχι προς τους διαφημιζόμενους που εμφανίζονται στο περιεχόμενό του. Για παράδειγμα, όταν τα έσοδα προέρχονται από το Google AdSense, αντισυμβαλλόμενος είναι συνήθως η Google Ireland Limited. Ο influencer οφείλει να έχει προηγουμένως εγγραφεί στο σύστημα VIES, να εκδίδει τιμολόγιο χωρίς ελληνικό Φ.Π.Α. με εφαρμογή του μηχανισμού της αντίστροφης επιβάρυνσης και να υποβάλλει τους αντίστοιχους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες.
Εάν ένας YouTuber εισπράξει μέσα σε ένα έτος 80.000 ευρώ από διαφημίσεις που προβάλλονται στα βίντεό του, το σύνολο του ποσού αυτού αποτελεί επιχειρηματικό εισόδημα και πρέπει να αποτυπωθεί κανονικά στα λογιστικά του βιβλία, ανεξάρτητα από το ότι η πληρωμή πραγματοποιείται αυτοματοποιημένα μέσω της πλατφόρμας.
Αντίστοιχη αντιμετώπιση έχουν και τα έσοδα από πλατφόρμες όπως το Patreon ή τα YouTube Memberships. Εφόσον ο δημιουργός παρέχει στους συνδρομητές πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο ή άλλα προνόμια έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, οι εισπράξεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν δωρεές. Αποτελούν αντάλλαγμα για παροχή υπηρεσιών και φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι περισσότερες φορολογικές διαφορές δεν δημιουργούνται από τη μη δήλωση των χρηματικών εισπράξεων, αλλά από την εσφαλμένη αντιμετώπιση των διεθνών συναλλαγών και των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καθεστώς του Φ.Π.Α.. Για τον λόγο αυτό, η ορθή οργάνωση των συναλλαγών από την πρώτη ημέρα λειτουργίας της δραστηριότητας αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη επένδυση για κάθε επαγγελματία creator.
Οι ψηφιακοί έλεγχοι, το myDATA και η DAC7 αλλάζουν τα δεδομένα
Η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια δεν αφορά τη φορολογική νομοθεσία, αλλά τα μέσα που διαθέτει πλέον η φορολογική διοίκηση για να εντοπίζει αδήλωτη φορολογητέα ύλη.
Η λειτουργία του myDATA, η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εφαρμογή της οδηγίας DAC7 και η συνεχής ψηφιοποίηση των συναλλαγών έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι δυνατότητες απόκρυψης εισοδημάτων περιορίζονται διαρκώς.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες υποχρεούνται πλέον να διαβιβάζουν στις φορολογικές αρχές στοιχεία για τις αμοιβές που καταβάλλουν στους δημιουργούς περιεχομένου, ενώ παράλληλα η Α.Α.Δ.Ε. διασταυρώνει τα στοιχεία αυτά με τις δηλώσεις εισοδήματος, τις δηλώσεις Φ.Π.Α., τα δεδομένα του myDATA, τους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες VIES και τις τραπεζικές κινήσεις.
Ο έλεγχος δεν περιορίζεται πλέον μόνο στους ελληνικούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Οι πληρωμές μέσω PayPal, Revolut ή άλλων ηλεκτρονικών πορτοφολιών, καθώς και τα στοιχεία που προέρχονται από τις ίδιες τις πλατφόρμες, αποτελούν πλέον σημαντικές πηγές πληροφοριών για τη φορολογική διοίκηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Α.Α.Δ.Ε. παρακολουθεί το περιεχόμενο κάθε λογαριασμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η ύπαρξη οργανωμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας και η αντιστοίχιση της οικονομικής της διάστασης με τα εισοδήματα που δηλώνονται.
Ένας λογαριασμός με συστηματικές διαφημιστικές αναρτήσεις, συνεργασίες με γνωστές επιχειρήσεις και σημαντική εμπορική δραστηριότητα δημιουργεί εύλογα ελεγκτικά ερωτήματα όταν τα δηλωθέντα εισοδήματα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική εικόνα.
Η διαφάνεια αποτελεί πλέον τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.
Η ειδική εισφορά υπέρ Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.
Ένα ακόμη θέμα που δημιουργεί συχνά ερωτήματα είναι η ειδική εισφορά 2% υπέρ Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π., η οποία συνδέεται με τις υπηρεσίες διαφήμισης μέσω διαδικτύου.
Στην πράξη επικρατεί συχνά η λανθασμένη αντίληψη ότι κάθε influencer που παρέχει διαφημιστικές υπηρεσίες υποχρεούται αυτομάτως στην καταβολή της εισφοράς. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Η συγκεκριμένη επιβάρυνση αφορά τη διαφημιστική δαπάνη και όχι το διαφημιστικό έσοδο. Με άλλα λόγια, υπόχρεος είναι συνήθως ο διαφημιζόμενος και όχι εκείνος που παρέχει την υπηρεσία προβολής.
Ωστόσο, όταν ο ίδιος ο influencer αγοράζει διαφημιστικό χώρο από αλλοδαπές πλατφόρμες, όπως η Meta ή η Google, για να προωθήσει τη δική του επιχειρηματική δραστηριότητα, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί υποχρέωση απόδοσης της σχετικής εισφοράς, ανάλογα με τα πραγματικά δεδομένα της συναλλαγής.
Για τον λόγο αυτό, η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση κάθε περίπτωσης και δεν επιδέχεται γενικεύσεις.
Ασφαλιστικές υποχρεώσεις και επιλογή της κατάλληλης νομικής μορφής
Η υποχρέωση ασφάλισης στον e-Ε.Φ.Κ.Α. αποτελεί φυσική συνέπεια της άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο influencer που δραστηριοποιείται ως ατομική επιχείρηση ασφαλίζεται ως μη μισθωτός και καταβάλλει τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ανεξάρτητα από το ύψος των κερδών του.
Εκεί, όμως, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο φορολογικός σχεδιασμός είναι στην επιλογή της κατάλληλης νομικής μορφής. Για δημιουργούς περιεχομένου με περιορισμένη δραστηριότητα και σχετικά χαμηλό κύκλο εργασιών, η ατομική επιχείρηση εξακολουθεί να αποτελεί μια απλή και λειτουργική λύση. Η εικόνα διαφοροποιείται, όμως, όταν η δραστηριότητα αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά ανάπτυξης, οι συνεργασίες πολλαπλασιάζονται, τα έσοδα αυξάνονται και ο δημιουργός συνάπτει συμβάσεις με μεγάλες επιχειρήσεις ή πολυεθνικές πλατφόρμες.
Στις περιπτώσεις αυτές θεωρούμε ότι η λειτουργία μέσω κεφαλαιουχικής εταιρείας και ιδιαίτερα μέσω Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (Ι.Κ.Ε.) αποτελεί, κατά κανόνα, την πλέον ενδεδειγμένη επιλογή.
Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύεται μόνο από φορολογικούς λόγους. Η δραστηριότητα ενός influencer συνοδεύεται πλέον από αυξημένους επιχειρηματικούς κινδύνους. Ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων, χρήσης εικόνας, προστασίας προσωπικών δεδομένων, ακόμη και πιθανές απαιτήσεις τρίτων από διαφημιστικές συνεργασίες, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές αστικές αξιώσεις.
Η λειτουργία μέσω Ι.Κ.Ε. συμβάλλει στον περιορισμό της προσωπικής ευθύνης του δημιουργού, διαχωρίζοντας την προσωπική του περιουσία από την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ παράλληλα δημιουργεί ένα περισσότερο οργανωμένο πλαίσιο λειτουργίας, κατάλληλο για συνεργασίες με μεγάλες επιχειρήσεις και επενδυτές.
Παράλληλα, η εταιρική μορφή προσφέρει περισσότερες δυνατότητες οργάνωσης της δραστηριότητας, διαχείρισης των λειτουργικών δαπανών και συνολικότερου φορολογικού σχεδιασμού. Βεβαίως, η επιλογή αυτή πρέπει πάντοτε να στηρίζεται σε πραγματική επιχειρηματική σκοπιμότητα και όχι να υπαγορεύεται αποκλειστικά από την επιδίωξη φορολογικού οφέλους.
* Η Χριστίνα Τζιβελοπούλου είναι Marketing Manager της ARTION Α.Ε
Η Σταυρούλα Λιακάκη είναι Marketing Coordinator της ARTION Α.Ε
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι|+30 210 6009062| www.artion.gr).