Ο πληθωρισμός (Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) του Απριλίου σκαρφάλωσε στο 5,4%, ενώ ο ίδιος δείκτης κινήθηκε ανοδικά τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Ακόμη μεγαλύτερο πονοκέφαλο προκαλούν οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων ότι η αναστάτωση που ήδη έχει προκληθεί στη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα θα διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως και δύο έτη, πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να μας απασχολεί και στο μέλλον.
Η αύξηση του πληθωρισμού μπορεί μεν να βοηθάει την Ελλάδα στο μέτωπο του δημοσίου χρέους (με δεδομένο ότι το μέσο επιτόκιο δανεισμού είναι γύρω στο 1% με 1,5%, πληθωρίζεται το χρεολύσιο), ωστόσο πλήττει το πραγματικό διαθέσιμο των νοικοκυριών (και ιδιαίτερα των οικονομικά αδύναμων), ενώ επιπλέον μειώνει την αγοραστική αξία των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών.
Στον παρατιθέμενο πίνακα παρουσιάζονται κατά προσέγγιση οι τρέχουσες αποδόσεις των επιλογών που διαθέτει ένας αποταμιευτής -δηλαδή το άτομο που δεν θέλει να τοποθετηθεί σε επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου, όπως π.χ. οι μετοχές, τα commodities, τα κρυπτονομίσματα- και διαπιστώνεται εύκολα ότι αυτές οι αποδόσεις είναι χαμηλότερες -ή και πολύ χαμηλότερες από τον πληθωρισμό. Όσο για την αγορά ακινήτων, πόσο βολικό είναι για κάποιον να τοποθετηθεί σήμερα, όταν π.χ. οι τιμές των διαμερισμάτων (βλέπε δείκτη της Τραπέζης της Ελλάδος) έχουν αυξηθεί κατά 87% κατά την περίοδο 2016-2025;
Ενδεικτικές αποδόσεις αποταμιευτών
Επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων 0,5%
Ε.Γ.Ε.Δ. 3 μηνών, Μάιος 2026 1,95%
Α/Κ Target Maturity 1,8%-2,1%
10ετή κρατικά ομόλογα Ελλάδας (25/5/2026) 3,705%
10ετή κρατικά ομόλογα Η.Π.Α. (25/5/26, $) 4,472%
Εταιρικά ομόλογα Euronext Athens 3,0%-4,5%
Τιμές διαμερισμάτων Ελλάδας (ΤτΕ) 2016-2025 +87%
Μετά από αυτή την εισαγωγή, ας έρθουμε στην επένδυση των ομολόγων και κυρίως των «λαϊκών» εταιρικών ομολόγων, που μπορεί κάποιος να αποκτήσει μέσω του ελληνικού χρηματιστηρίου χωρίς να διαθέτει πολύ μεγάλο ύψος αποταμιεύσεων.
Ομόλογο είναι ένας τίτλος χρέους, συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας (π.χ. πέντε, επτά, ή περισσότερων ετών), όπου συνήθως ο κάτοχός του δανείζει ένα κράτος (κρατικά ομόλογα) ή μια εταιρεία (εταιρικά ομόλογα) και εισπράττει:
α) Κάθε χρόνο έναν προκαθορισμένο τόκο (κουπόνι) και
β) στη λήξη του ομολόγου το κεφάλαιο που αρχικά δάνεισε.
Αν, δηλαδή, ένα ομόλογο διατίθεται στην έκδοσή του προς 1.000 ευρώ, έχει κουπόνι 5% και διάρκεια τριών ετών, τότε ο ομολογιούχος θα εισπράξει τον πρώτο χρόνο 50 ευρώ, το δεύτερο χρόνο άλλα 50 ευρώ και στο τέλος της τριετίας 1.050 ευρώ (50+1.000).
Μεγαλύτερη σημασία για το ευρύ επενδυτικό κοινό έχουν τα ομόλογα τα οποία είναι διαπραγματεύσιμα στο χρηματιστήριο, οπότε υπάρχει η δυνατότητα είτε αγοράς τους, είτε πώλησής τους κατά τη διάρκεια των ομολόγων αυτών, στην εκάστοτε τιμή που προκύπτει από την προσφορά και τη ζήτηση.
Γενικότερα, τα ομόλογα θεωρούνται ως επένδυση «μικρομεσαίου» ρίσκου, καθώς -σε θεωρητικό, τουλάχιστον, επίπεδο- διακρίνονται για το μεγαλύτερο κίνδυνο που παρουσιάζουν σε σύγκριση με τις καταθέσεις και το χαμηλότερο σε σχέση με τις μετοχές.
Στο σημείο αυτό, εισέρχεται η έννοια της «ετήσιας απόδοσης» (yield) ενός ομολόγου. Κατά την ημέρα της έκδοσης, η ετήσια απόδοση ενός ομολόγου ισούται με το «κουπόνι» (αρχικό επιτόκιο) του. Αν, για παράδειγμα, ένα ομόλογο εκδίδεται προς 1.000 ευρώ και έχει κουπόνι 50 ευρώ, τότε κατά την έκδοση η ετήσια απόδοση υπολογίζεται και αυτή στο 5%. Αν στη συνέχεια η τρέχουσα τιμή του ομολόγου στο χρηματιστήριο διαφοροποιηθεί, τότε θα αλλάξει και η απόδοση του ομολόγου. Αν, δηλαδή, κάποιος αγοράσει ένα χρόνο αργότερα το ίδιο ομόλογο προς 90 ευρώ, τότε:
α) Θα συνεχίσει να εισπράττει ετήσιο κουπόνι 5 ευρώ,
β) στη λήξη του ομολόγου θα καρπωθεί κεφαλαιακό κέρδος 10 (100-90) ευρώ και
γ) θα μπορεί να επανεπενδύει τα κουπόνια που θα εισπράττει κάθε χρόνο.
Είναι προφανές ότι, ο συγκεκριμένος επενδυτής θα έχει ετήσια απόδοση (yield) σαφώς υψηλότερη από το «κουπόνι» του ομολόγου.
Εταιρικά ομόλογα εσωτερικού και εξωτερικού
Ειδικότερα, σε ότι αφορά τα εταιρικά ομόλογα, υπάρχουν αυτά -ελληνικών ή ξένων εταιρειών- που διαπραγματεύονται στο εξωτερικό και συνήθως διατίθενται προς 100.000 ευρώ το ένα και εκείνα που διαπραγματεύονται στο ελληνικό χρηματιστήριο (Euronext Athens), τα οποία διατίθενται προς 1.000 ευρώ το ένα. Στο σημείο αυτό, πλεονεκτούν τα ομόλογα του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, γιατί δίνουν τη δυνατότητα σε έναν επενδυτή με ένα ποσό 30.000-60.000 ευρώ να διαμορφώσει ένα χαρτοφυλάκιο εταιρικών ομολόγων (διαφοροποίηση κινδύνου, χρονικών λήξεων και προσδοκώμενων αποδόσεων), ενώ αντίθετα για ένα αντίστοιχα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο εταιρικών ομολόγων στο εξωτερικό θα χρειαζόταν από τρία έως έξι εκατ. ευρώ.
Σύγκριση με τραπεζικές καταθέσεις
Και οι δύο επιλογές θεωρούνται επενδύσεις «σταθερού εισοδήματος», με αρκετά, όμως, διαφορετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, όπως για παράδειγμα:
Η διαφορετική χρονική διάρκεια: Οι αποταμιεύσεις ταμιευτηρίου μπορούν να αναληφθούν ανά πάσα στιγμή, ενώ οι προθεσμιακές στη λήξη της κατάθεσης, η οποία συνήθως δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Στα εταιρικά ομόλογα, η διάρκεια είναι πολύ μεγαλύτερη και συνήθως κυμαίνεται μεταξύ των τριών και των επτά ετών. Άρα, λοιπόν, η ρευστότητα του επενδυτή είναι καλύτερη στην περίπτωση των καταθέσεων, καθώς αν ο ομολογιούχος αναγκαστεί να ρευστοποιήσει τα ομόλογά του, είναι πιθανόν να το πράξει με ζημία (αν η τρέχουσα τιμή του ομολόγου είναι χαμηλότερη από την τιμή έκδοσης, ή γενικότερα στην τιμή στην οποία τα αγόρασε).
Ο κίνδυνος του εκδότη (Issuer or Default Risk): Ο κίνδυνος του να μην μπορεί μια τράπεζα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της (κούρεμα καταθέσεων) είναι ασήμαντος και σίγουρα χαμηλότερος από το ρίσκο του να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τους ομολογιούχους ένας επιχειρηματικός Όμιλος. Πάντως, το σχετικά αυξημένο ρίσκο των εταιρικών ομολόγων μπορεί να περιοριστεί μέσα από την επιλογή εταιρειών με υψηλή πιστοληπτική ικανότητα, μέσα από την διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου μας σε ομόλογα περισσότερων εταιρειών και μέσα από τη μείωση της μέσης διάρκειας των ομολόγων που κατέχουμε. Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι, υπάρχουν κάποια εταιρικά ομόλογα που συνοδεύονται και από κάποιου είδους εγγυήσεις.
Ο κίνδυνος του πληθωρισμού και των επιτοκίων: Γενικότερα, όσο μεγαλύτερη είναι η άνοδος των επιτοκίων, τόσο περισσότερο αρνητικά επηρεάζονται οι τιμές των κρατικών και εταιρικών ομολόγων. Ο αρνητικός επηρεασμός, μάλιστα, αυξάνεται για εκείνα τα ομόλογα που έχουν χαμηλό «κουπόνι» (αρχικά εκδιδόμενο επιτόκιο) και μεγάλη χρονική απόσταση από τη λήξη.
Η αύξηση του πληθωρισμού -η οποία συχνά οδηγεί και άνοδο το ύψος των επιτοκίων- πλήττει τόσο τους τραπεζικούς καταθέτες, όσο και τους κατόχους ομολόγους, γιατί όσο υψηλότερος είναι ο πληθωρισμός, τόσο ψαλιδίζεται (και συχνά γίνεται αρνητική) η πραγματική (αποπληθωρισμένη) αξία των αποταμιεύσεων.
Απόδοση: Συνήθως, οι αποδόσεις των κρατικών και εταιρικών ομολόγων είναι υψηλότερες -ή και πολύ υψηλότερες- από αυτές των τραπεζικών καταθέσεων, ως αντιστάθμισμα των προαναφερόμενων μορφών κινδύνου.
Φορολογία: Οι τόκοι των καταθέσεων φορολογούνται με συντελεστή 15%. Οι τόκοι των εταιρικών ομολόγων που διαπραγματεύονται στο Euronext Athens φορολογούνται με 5%.