Σειρά συζητήσεων έχει γίνει στη χώρα μας σχετικά με την τάση συγκέντρωσης πολλών κλάδων σε ολοένα και μικρότερο αριθμό επιχειρηματικών Ομίλων, με ορισμένους μάλιστα να θέτουν ζητήματα ολιγοπωλιακών καταστάσεων και να αποδίδουν στη συγκεκριμένη δομή της οικονομίας ένα από τα αίτια για τις υπάρχουσες υψηλές τιμές στα προσφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες (πληθωρισμός).
Αλήθεια είναι ότι κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια παρατηρείται μια έντονη τάση επιχειρηματικής συγκέντρωσης στην ελληνική οικονομία, η οποία αποδίδεται κυρίως στους παρακάτω λόγους:
Πρώτον, πρόκειται για μία διεθνή τάση, λόγω του πολύ σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι παράγοντες των συνεργειών και των οικονομιών κλίμακας.
Δεύτερον, το μέγεθος της ελληνικής είναι μικρό, οι γειτονικές χώρες χωρίς μεγάλη καταναλωτική δύναμη και οι εξαγωγές στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη εμποδίζονται συχνά από το υψηλό μεταφορικό κόστος. Για παράδειγμα, προκειμένου να υπάρχουν δύο Όμιλοι διυλιστηρίων στη χώρα, προϋπόθεση αποτελεί το γεγονός ότι είναι έντονα εξαγωγικοί. Το ίδιο ισχύει και για τις τσιμεντοβιομηχανίες. Ένα δεύτερο παράδειγμα αποτελεί η τηλεπικοινωνιακή αγορά, η οποία ξεκίνησε με διψήφιο αριθμό «παικτών» και σήμερα ελέγχεται από τρείς εταιρείες.
Τρίτον, η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Λόγω της συγκεκριμένης κρίσης πολλές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν τη δραστηριότητά τους, με ενδεικτικό παράδειγμα τις τράπεζες, όπου μια αγορά των είκοσι εμπορικών τραπεζών έφτασε το 2020 να ελέγχεται κατά μεγάλο ποσοστό μόλις από τέσσερις συστημικούς Ομίλους (Εθνική Τράπεζα Eurobank, Alpha Bank, Τράπεζα Πειραιώς). Πάντως, η οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών έχει αρχίσει να επιδρά. Έτσι, έχουμε νέες εταιρείες να εισέρχονται και να αναπτύσσονται σε μια σειρά από κλάδους (π.χ. αερομεταφορές), ενώ στον τραπεζικό πόλο βλέπουμε την προσπάθεια δημιουργίας «πέμπτου πόλου» (Crediabank), την ανάπτυξη μικρότερων «παικτών» (π.χ. Optima Bank), αλλά και την είσοδο των αποκαλούμενων fintech, που λειτουργούν χωρίς την ύπαρξη φυσικών δικτύων. Στις τηλεπικοινωνίες βλέπουμε την είσοδο της Δ.Ε.Η., η οποία έρχεται ως ένα βαθμό να οξύνει τον προϋπάρχοντα ανταγωνισμό. Έχουμε, επίσης, και αγορές όπου δραστηριοποιούνται περισσότερες εταιρείες σε σχέση με το παρελθόν, όπως για παράδειγμα στον κλάδο της μπύρας (σειρά νέων περιφερειακών μονάδων) στην αγορά των τυχερών παιχνιδιών, κ.λπ..
Και τέταρτον, το πολύ μικρό μέγεθος -σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα- όχι μόνο των μικρών, αλλά και των μεσαίων ελληνικών εταιρειών, σε ένα διεθνές περιβάλλον που πριμοδοτεί τα μεγαλύτερα σχήματα (π.χ. σε θέματα απορρόφησης Κοινοτικών κονδυλίων, προσαρμογής στις ολοένα και αυστηρότερες Ευρωπαϊκές Οδηγίες, συμμόρφωσης με κανονιστικές διαδικασίες, μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, τήρησης των αρχών της Εταιρικής Διακυβέρνησης, κ.λπ.).
Ο ρόλος της τεχνολογίας
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, έρχονται οι νέες τεχνολογίες να παίξουν το δικό τους πολύ σημαντικό ρόλο και αυτό συμβαίνει για δύο πολύ σημαντικούς ρόλους:
α) Οι επιχειρήσεις καλούνται να επενδύσουν πολύ μεγάλα ποσά προκειμένου να προσαρμοστούν στις ανάγκες της ψηφιοποίησης των εργασιών τους, αλλά και της χρήσης των εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης. Πόσες μικρές, ή και μεσαίου μεγέθους μπορούν να αντέξουν τέτοιες επενδύσεις; Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Χρηματιστηρίου της Αθήνας (ΕΧΑΕ), το οποίο εντάχθηκε σε μια σύμπραξη άλλων επτά ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων (Euronext), με βασικό κίνητρο να χρηματοδοτηθεί πολύ ευκολότερα η τεχνολογική του προσαρμογή.
β) Η ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις στο μέτωπο της κυβερνοασφάλειας.
Σε διεθνές επίπεδο, ο παράγοντας της τεχνολογίας έχει οδηγήσει επτά εταιρείες να διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με αθροιστική αποτίμηση που αντιστοιχεί στο 60% του Α.Ε.Π. των Η.Π.Α.! Επιπλέον, επειδή οι επιχειρήσεις όλων των κλάδων θα κληθούν να επενδύσουν τεράστια ποσά στις νέες τεχνολογίες, θα δούμε πιθανότητα αρκετές από αυτές να συμπράττουν προκειμένου να αντέξουν αυτή τη χρηματική εκροή.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί είναι οι οικονομολόγοι που πιστεύουν ότι δημιουργείται ένα περιβάλλον για την ανάπτυξη πολλών και μικρών ευέλικτων επιχειρήσεων, οι οποίες είτε θα είναι προσαρμόσιμες στις εκάστοτε εξωτερικές αλλαγές, είτε θα έχουν κάτι καινούριο να επιδείξουν στο μέτωπο της τεχνολογίας και της καινοτομίας.
Επίσης, μέσω του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού εμπορίου, μικρές επιχειρήσεις μπορούν να υπερκεράσουν προϋπάρχοντα εμπόδια, όπως αυτά της ανάγκης μεγάλου -και δαπανηρού- δικτύου φυσικών καταστημάτων, ή της ανάγκης απασχόλησης μεγάλου αριθμού εργαζομένων.
Με άλλα λόγια, παρά το γεγονός της διεθνούς τάσης για συγκέντρωση, θα υπάρχουν πάντοτε οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες θα έχουν «κάτι το καινούριο να πουν» και γενικότερα θα είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν σωστά τους πελάτες τους.