01/07/24 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Επιχειρήσεις - Χρηματιστήριο: Πολιτική χρηματικών διανομών προς τους μετόχους

Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, οι φετινές χρηματικές διανομές (μερίσματα συν επιστροφές κεφαλαίου) των εισηγμένων εταιρειών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας θα προσεγγίσουν ή και θα ξεπεράσουν το ποσό των τεσσάρων δισ. ευρώ. Άλλωστε, με βάση τα μέχρι τώρα διανεμηθέντα ποσά και τις ανακοινώσεις των διοικήσεων των εταιρειών, το ποσό των χρηματικών διανομών έχει ήδη φτάσει στα 3,7 δισ. ευρώ, ενώ αναμένονται οι αποφάσεις κάποιων άλλων εισηγμένων, καθώς και τα προμερίσματα που κατά κανόνα δίδονται κατά το τελευταίο τετράμηνο κάθε χρονιάς. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα, το φετινό ποσό των τεσσάρων δισ. ευρώ, αποτελεί την υψηλότερη επίδοση μετά το έτος 2008!

Τρεις είναι οι βασικότεροι λόγοι για τους οποίους οι φετινές χρηματικές διανομές είναι τόσο πολύ αυξημένες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες περυσινές, οι οποίες ήταν ήδη «γενναιόδωρες»:

Πρώτον, η προσθήκη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, οι οποίες είχαν 15 χρόνια να στείλουν τους μετόχους τους στο ταμείο.

Δεύτερον, η είσοδος νέων εταιρειών στο Χ.Α. (π.χ. Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, Optima Bank, Trade Estates, Orilina και Noval), που πέρυσι δεν διένειμαν μερίσματα.

Τρίτον, η πολύ ικανοποιητική πορεία πολλών εταιρειών, οι οποίες ανέβασαν φέτος τα διανεμόμενα ποσά προς τους μετόχους τους.

Δύο ακόμη ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία είναι τα εξής:

α) Με δεδομένο ότι τα περυσινά καθαρά κέρδη των εισηγμένων εταιρειών είχαν διαμορφωθεί στα 10,5 δισ. ευρώ, συνάγεται ότι κατά μέσο οι εισηγμένες μοίρασαν ή θα μοιράσουν περίπου το 38% των καθαρών κερδών του 2023, άρα ακολουθούν μια αρκετά συντηρητική πολιτική.

β) Με δεδομένο ότι η τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία του συνόλου των εισηγμένων εταιρειών υπολείπεται ελαφρά των εκατό δισ. ευρώ, προκύπτει μια μέση μερισματική απόδοση ίση ή και υψηλότερη του 4%, η οποία με τη σειρά της υπερβαίνει τα επιτόκια των προθεσμιακών τραπεζικών καταθέσεων, αλλά και την απόδοση (yield) των δεκαετούς διάρκειας ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου).

Οι βασικότερες παράμετροι

Γενικότερα, η πολιτική χρηματικών διανομών μιας εταιρείας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται:

Πρώτον, το επίπεδο της ρευστότητας που διαθέτει η επιχείρηση, καθώς προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η αποφυγή κινδύνων που θα μπορούσαν να κλυδωνίσουν την πορεία της. Έτσι, εταιρείες με πολύ υψηλές δανειακές υποχρεώσεις συνήθως αποφεύγουν να προχωρήσουν σε χρηματικές διανομές. Άλλωστε, οι πιστωτές (τράπεζες, ομολογιούχοι και προμηθευτές) μιας τέτοιας εταιρείας παρακολουθούν από κοντά τις αποφάσεις της διοίκησης και δεν θα ήταν καθόλου ικανοποιημένοι σε περίπτωση ύπαρξης χρηματικής διανομής προς τους μετόχους της, γιατί με τον τρόπο αυτό τίθενται σε κίνδυνο τα δικά τους συμφέροντα.

Δεύτερον, από το επενδυτικό πρόγραμμα της επιχείρησης κατά τα επόμενα χρόνια. Είναι λογικό εταιρείες που σχεδιάζουν υψηλές επενδύσεις στο μέλλον να υιοθετούν «συγκρατημένες» πολιτικές χρηματικών διανομών, προκειμένου το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους να συμβάλει στη χρηματοδότηση των επενδύσεων που προγραμματίζονται. Αντίθετα, όταν οι επενδύσεις που προγραμματίζονται είναι περιορισμένες, μια «γενναιόδωρη» πολιτική χρηματικών διανομών συνηθίζεται.

Γενικότερα, τίθεται πάντοτε το ερώτημα για το αν ένας μέτοχος έχει συμφέρον να αξιοποιήσει καλύτερα ο ίδιος τα χρήματά του ή αυτά να αξιοποιούνται μέσω της εταιρείας στην οποία συμμετέχει. Αν, για παράδειγμα, ένας επενδυτής καταθέσει το μέρισμα που θα εισπράξει στην τράπεζα έναντι πολύ χαμηλού επιτοκίου, δεν θα ήταν προτιμότερο για τον ίδιο τα χρήματα να παραμείνουν μέσα στην εταιρεία και να αξιοποιούνται από το management της επιχείρησης με μια αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων της τάξεως του 5%, του 10%, ή και του 20%;

Τρίτον, από το ύψος των επιτοκίων και από τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αντλήσουν ρευστότητα μέσα από τις τράπεζες, τους ομολογιούχους και το επενδυτικό κοινό. Όσο πιο χαμηλά είναι τα επιτόκια, όσο πιο εύκολα οι τράπεζες χορηγούν νέα δάνεια (πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις) και όσο πιο πρόθυμοι είναι οι μέτοχοι να συμμετάσχουν σε μια ενδεχόμενη μελλοντική αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, τόσο η διοίκηση αυτής έχει λόγους να προχωρεί σε περισσότερο «γενναιόδωρες» πολιτικές χρηματικών διανομών προς τους μετόχους της. Το αντίθετο συμβαίνει σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, χρηματοπιστωτικής στενότητας και δυσμενούς επενδυτικού κλίματος.

Τέταρτον, σε ορισμένες περιπτώσεις οι εταιρείες προχωρούν σε μεγάλες χρηματικές διανομές, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες χρηματοδότησης των βασικών τους μετόχων. Αν, για παράδειγμα, μια εταιρεία έχει εξαγοραστεί μέσω δανειακών κεφαλαίων, τότε οι νέοι βασικοί μέτοχοι αποφασίζουν συχνά να εισπράξουν μεγάλα μερίσματα από την νέα εταιρεία τους, προκειμένου να αποπληρώνουν τα προσωπικά τους δάνεια, μέσω των οποίων κατάφεραν να την εξαγοράσουν.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι κερδοφόρες ελληνικές εταιρείες ακολουθούν τη «μέση οδό», μοιράζοντας ένα «λογικό» ποσοστό των ετήσιων κερδών τους, προκειμένου και τους μετόχους τους να ικανοποιούν, αλλά και τις επενδύσεις που σχεδιάζουν να χρηματοδοτούν απρόσκοπτα. Γενικότερα, η ύπαρξη τακτικών χρηματικών διανομών προς τους μετόχους αποτιμάται θετικά, καθώς:

  • Ενισχύει τη ρευστότητα των μετόχων, με αποτέλεσμα αφενός να μην τους αναγκάζει να πουλάνε μετοχές σε περιόδους δυσμενούς χρηματιστηριακού κλίματος (πτωτικών τιμών) και αφ’ ετέρου να τους δίνει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται νέες επενδυτικές ευκαιρίες, αν και όποτε αυτές προκύπτουν. Επίσης, οι «μερισματοφόρες» μετοχές ταιριάζουν καλύτερα στο προφίλ μακροπρόθεσμων θεσμικών επενδυτών, όπως για παράδειγμα οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, κ.λπ..
  • Περιορίζει σε βάθος χρόνου το επενδυτικό ρίσκο. Αν, για παράδειγμα, ένας επενδυτής αγοράσει σήμερα μια μετοχή που διανέμει κάθε χρόνο μερίσματα και σε πέντε χρόνια προκύψει μια σημαντική οικονομική κρίση, τότε πριν το ξέσπασμα της κρίσης θα έχει ήδη εισπράξει μέσω των μερισμάτων ένα σημαντικό ποσοστό της αρχικής του επένδυσης, άρα θα έχει περιορισμένο ρίσκο σε σχέση με εκείνους τους επενδυτές που τοποθετήθηκαν σε μετοχές εταιρειών, που κατά τη συγκεκριμένη περίοδο δεν προχώρησαν σε χρηματικές διανομές.
  • Αποτελεί δείγμα υγείας για μια εταιρεία και ενισχύει την εικόνα της στην αγορά. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Χρηματιστήριο της Αθήνας οι μετοχές που διανέμουν μερίσματα έχουν υπεραποδώσει σε βάθος χρόνου των υπόλοιπων τίτλων.

X.A.: Χρηματικές διανομές εισηγμένων εταιρειών

Έτος

Ποσό

2006

3,6

2007

5,42

2008

4,49

2009

2,96

2010

1,82

2011

1,19

2012

0,86

2013

0,57

2014

0,74

2015

0,85

2016

1,05

2017

1,34

2018

1,3

2019

2,2

2020

1,79

2021

1,75

2022

2,34

2023

2,95

2024*

4

Τα ποσά σε δισ. ευρώ

Πηγή: Ε.Χ.Α.Ε.

  • Εκτίμηση αναλυτών


comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Χρηματιστήριο, Επιχειρήσεις, Μέτοχοι