19/05/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Οι όροι αμοιβής και εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με τις νέες διατάξεις του Ν.4713/29-7-2020

1. Αποδοχές ιδιωτικών εκπαιδευτικών

Το νομικό πλαίσιο που καθορίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών διέπεται από διατάξεις δημοσίου δικαίου. Ο συνταγματικός νομοθέτης, στα πλαίσια του γενικού ενδιαφέροντος του για την παιδεία, με το άρθρο 16 παρ. 8 του Συντάγματος εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να ρυθμίζει με νόμο την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Δυνάμει της ρητής και ειδικής αυτής συνταγματικής διάταξης ο κοινός νομοθέτης, κατ΄ αρχήν με τον Ν. 682/1977, αλλά και με μεταγενέστερες διατάξεις, τροποποιητικές, ή εισάγουσες νέες ρυθμίσεις, σε πλήρη αντιστοίχιση προς τα δημόσια σχολεία, οργάνωσε τη δομή και λειτουργία των όλων των βαθμίδων των σχολείων της ιδιωτικής εκπαίδευσης, τα οποία έθεσε στην εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και των περιφερειακών εποπτικών του οργάνων ( άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 682/1977 ).

Ειδικότερα από τις διατάξεις του ως άνω νόμου, αλλά και πλήθος άλλες ειδικές διατάξεις (ενδεικτικά άρθρο 7 Ν. 817/1978 , άρθρο 11 Ν. 1351/1983 , άρθρο 13 Ν. 2986/2002 , άρθρο 5 Ν. 3194/2003 ) και γενικότερα, όμως, από τη νομοθεσία για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι εμφανής η πρόθεση για την εναρμόνιση της δημόσιας και της ιδιωτικής μορφής της, πρόθεση η οποία επικυρώνεται και με το άρθρο 62 παρ. 7 Ν. 1566/1985 .

Στο άρθρο 30 του Ν.682/1977 με τίτλο «Σχέση εργασίας», όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1, του άρθρου 10 του Ν. 4713/2020 ορίζονται τα εξής:

«1. Οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά και στα ισότιμα σχολεία εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται και απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπάγονται ως προς τα ζητήματα πρόσληψης, απασχόλησης και λύσης των εργασιακών τους σχέσεων στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και ιδίως, του άρθρου 36 του παρόντος νόμου.

2. Κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού της παρ. 1, εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές».

Στο άρθρο 36 παρ.1, του Ν.682/1977 με τίτλο «Αποδοχαί» όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 Νομ. 817/1978, ορίζονται τα εξής :

«1. Οι Ιδιωτικοί Εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τουλάχιστον τας εκάστοτε αποδοχάς των ομοιοβάθμων των δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων περιλαμβανομένου και του προσωρινού επιδόματος, το οποίον προβλέπεται υπό της παρ. 2 του άρθρου 6 του Νομ. 754/1978 "περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. και άλλων τινών συναφών διατάξεων».

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα και μετά τη θέση σε ισχύ του Ν.4713/2020 και με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν.4713/2020 αναφέρει «με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και ιδίως, του άρθρου 36 του παρόντος νόμου», συνεχίζουν οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά και στα ισότιμα σχολεία εκπαιδευτικοί, ως υπαγόμενοι στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, να διέπονται από τις διατάξεις δημοσίου δικαίου, βάσει των οποίων οι νόμιμες αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ακολουθούν αναγκαστικά αυτές των δημοσίων εκπαιδευτικών, όπως αυτές διαμορφώνονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες, για τους τελευταίους, οικείες διατάξεις οπότε και εφαρμόζονται ευθέως οι ισχύουσες διατάξεις περί ιδιωτικών εκπαιδευτικών αφότου ίσχυσαν, των Ν. 3833/2010, 3986/2011, 4002/2011 και 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου (Γν. Ν.Σ.Κ. 214/2012).

Από τη διάταξη του άρθρου 36 του Ν. 682/1977 άλλωστε, προκύπτει με σαφήνεια η πλήρης εξομοίωση του μισθολογικού πλαισίου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με το αντίστοιχο των εκπαιδευτικών των δημόσιων εκπαιδευτηρίων όπως αυτό κάθε φορά ισχύει, με αποτέλεσμα οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί να λαμβάνουν πάντοτε τις αποδοχές των δημοσίων εκπαιδευτικών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για αυτούς μισθολογικά κλιμάκια και επιδόματα (Ολομ. Α.Π. 1469/1984, Σ.Ε. 2714/2009, Σ.Ε. 1141/2005).

Προς πληρέστερη ενημέρωση, με το Ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015, θεσπίσθηκε νέο μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., το πεδίο εφαρμογής του οποίου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 4, καταλαμβάνει και τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Ευνόητο είναι ότι, δεν ισχύουν για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, συνεπώς και για τους νηπιαγωγούς, οι διατάξεις της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και οι ρυθμίσεις περί καθορισμού των αποδοχών του βάσει του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού του άρθρου 103 του Ν.4172/2013 .

2. Η διάρκεια της ατομικής σύμβασης είναι πλέον ευθύς εξαρχής αορίστου χρόνου - Πλαίσιο καταγγελίας

2α. Ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός προσλαμβάνεται πλέον μόνο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου

Η διαφοροποίηση που επέρχεται με το νέο πλαίσιο που έχει θεσπίσει ο Ν.4713/2020, έγκειται στο γεγονός ότι ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός προσλαμβάνεται ευθύς εξαρχής με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Επισημαίνεται ότι η διετής περίοδος μετά την πρόσληψη του ιδιωτικού εκπαιδευτικού κατά την οποία αφενός απαγορευόταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και αφετέρου, στο τέλος της διετούς διάρκειας, είτε μετατρεπόταν αυτή σε αορίστου χρόνου είτε καταγγελλόταν από τον ιδιοκτήτη, καταργήθηκε με τις νέες ρυθμίσεις του Ν.4713/2020.

Το νέο καθεστώς βάσει του οποίου προβλέπεται ευθύς εξαρχής, η σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που αντικατέστησε το προϊσχύον σύστημα της «κλειστής» διετούς περιόδου, καθιστά πλέον δυνατή την καταγγελία συμβάσεως του ιδιωτικού εκπαιδευτικού σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και αν λάβει χώρα (η απόλυση) εντός του πρώτου σχολικού έτους, με δεδομένο ότι ο εκπαιδευτικός θα έχει απασχοληθεί για διάστημα μικρότερο των δώδεκα (12) μηνών, δεν θα δικαιούται και δεν θα λαμβάνει κανένα ποσό ως αποζημίωση απόλυσης.

2β. Προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο περί απολύσεως ιδιωτικού εκπαιδευτικού

Με την πρόσληψη προεβλέπετο διετής περίοδος απασχόλησης με καθεστώς συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου κατά διάρκεια της οποίας (της διετίας) απαγορευόταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού. Με τη λήξη της ως άνω διετούς περιόδου, ο εργοδότης είχε την εναλλακτική δυνατότητα είτε να μετατρέψει τη λήξασα σύμβαση σε αορίστου χρόνου είτε να την καταγγείλει.

Επιπρόσθετα, με το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο του άρθρου 28 παρ.3 του Ν.4415/2016 (η διάταξη αυτή έχει πλέον καταργηθεί με τις ρυθμίσεις του Ν.4713/2020) η σύμβαση αορίστου χρόνου ήταν δυνατόν να καταγγελθεί από τον ιδιοκτήτη μόνο για τους παρακάτω λόγους:

α) Εάν ο εργοδότης επικαλείτο και αποδείκνυε επαρκώς αιτιολογημένη διαταραχή του εκπαιδευτικού κλίματος στο σχολείο λόγω αδυναμίας συνεργασίας εργοδότη-εκπαιδευτικού.

β) Κατάργηση σχολείων.

γ) Κατάργηση τάξεων και τμημάτων τάξεων. Στην περίπτωση αυτή ήταν επιτρεπτή η απόλυση αυτών που είχαν τη μικρότερη προϋπηρεσία στην εκπαίδευση και μηδενιζόταν το ωράριό τους. Από τις απολύσεις αυτές εξαιρούντο οι διδάσκοντες που ήταν και ιδιοκτήτες των σχολείων.

δ) Συμπλήρωση του 70ού έτους της ηλικίας των εκπαιδευτικών.

ε) Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απολύονταν από τον ιδιοκτήτη του σχολείου στο οποίο υπηρετούσαν λόγω:

αα) σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας που διαπιστωνόταν από την οικεία κατά τόπο πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του Δημοσίου και, ύστερα από ένσταση του ενδιαφερομένου, από τη δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή του Δημοσίου,

ββ) συμπλήρωσης του χρόνου υπηρεσίας που θεμελίωνε δικαίωμα προς λήψη πλήρους σύνταξης από φορέα ασφάλισης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Σε αυτή την περίπτωση, η λύση της σχέσης εργασίας επερχόταν κατά τη λήξη του διδακτικού έτους,

γγ) επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης από το οικείο πειθαρχικό συμβούλιο,

δδ) ανεπάρκειας ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η οποία διαπιστωνόταν από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο και στηριζόταν σε δύο τουλάχιστον υπηρεσιακές εκθέσεις που συντάσσονταν από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης και αφορούσαν δύο τουλάχιστον συνεχόμενα διδακτικά έτη.

Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί από τον ιδιοκτήτη για τους περιοριστικά αναφερόμενους ανωτέρω λόγους και καταβαλλόταν στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό, αποζημίωση ενός μηνός για κάθε έτος προσφοράς των υπηρεσιών του στο αυτό σχολείο. Στην αποζημίωση υπολογιζόταν και η υπηρεσία του με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συντάξιμου χρόνου ή του 70ού έτους της ηλικίας τους, δικαιούντο αποζημίωση ίση προς το ήμισυ της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

2γ. Απόλυση ιδιωτικού εκπαιδευτικού με τις νέες διατάξεις του Ν.4713/2020

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Ν.4713/2020, οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί με δεδομένο ότι απασχολούνται πλέον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, απολύονται όπως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, η οποία πρέπει να γίνει εγγράφως και να συνοδεύεται από την αποζημίωση που αντιστοιχεί στα έτη εργασίας του απολυομένου εργαζομένου κατά τα οριζόμενα στο Ν.2112/1920 όπως ισχύει με τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4093/12-11-2012 (`Αρθρο πρώτο, Υποπαράγρ. ΙΑ.12. Ν. 4093/12-11-2012).

Συγκεκριμένα, ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή στο πληροφοριακό σύστημα «Εργάνη» του σχετικού εντύπου Ε6: Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (με ή χωρίς προειδοποίηση), κάθε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού εκπαιδευτικού, το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Αξίζει να αναφερθεί ότι η προθεσμία αυτή αρχίζει σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (`Αρθρα 241, 242, 243), από την επομένη του γεγονότος (εν προκειμένω της καταγγελίας) ημέρα. Πιο συγκεκριμένα, η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της.

Η διαδικασία ολοκλήρωσης της υποβολής του εντύπου Ε6 υλοποιείται ως εξής: αρχικά ο εργοδότης συμπληρώνει τη φόρμα του εντύπου Ε6, την εκτυπώνει και ακολούθως, αφού τεθούν ιδιοχείρως οι υπογραφές εργοδότη και εργαζομένου, ο εργοδότης ολοκληρώνει την υποβολή επισυνάπτοντας το αρχείο του σαρωμένου εντύπου Ε6 με τις προαναφερθείσες υπογραφές. Σε περίπτωση μη υπογραφής από τον εργαζόμενο του εντύπου Ε6, ο εργοδότης επισυνάπτει το αρχείο της σαρωμένης εξώδικης δήλωσης και της έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή.

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 74 παρ. 2Α του Ν. 3863/2010 «Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη».

Με βάση την ανωτέρω διάταξη, στην περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού γίνει κατά τη διάρκεια του πρώτου σχολικού έτους, με δεδομένο ότι δεν θα έχει συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα (12) μηνών δεν θα δικαιούται ποσού αποζημίωσης απόλυσης.

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 74 παρ.3 του Ν.3863/2010 , «Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο.

Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση».

Το ποσό της αποζημιώσεως που οφείλεται στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό, όπως άλλωστε και των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, του οποίου ο εργοδότης κατήγγειλε την εργασιακή σχέση, καθορίζεται ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης αυτής στον τελευταίο εργοδότη του, υπολογίζεται δε με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Επισημαίνεται ότι το ποσό της αποζημίωσης απολύσεως που οφείλεται στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό, δεν προσαυξάνεται επί το συντελεστή 1/6, με δεδομένο ότι ο εν λόγω συντελεστής αποτυπώνει την προσαύξηση του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως, λόγω της «συμμετοχής» των επιδομάτων εορτών και αδείας στις τακτικές αποδοχές των εργαζομένων, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, ως πλήρως εξομοιούμενοι μισθολογικά με τους δημόσιους εκπαιδευτικούς, δεν λαμβάνουν επιδόματα εορτών και αδείας. Επισημαίνεται ότι η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης επιφέρει την ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας συμβάσεως εργασίας.

2δ. `Ατακτη απροειδοποίητη καταγγελία - Καταγγελία με προειδοποίηση

Οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, όπως προαναφέρθηκε υπόκεινται πλέον σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις του Ν.4713/2020, ως προς τη λύση τους, στους κανόνες της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Κατά συνέπεια η απόλυση μπορεί να συντελεστεί είτε με άτακτη απροειδοποίητη καταγγελία είτε με τακτική καταγγελία με προειδοποίηση. Η έκτακτη (άτακτη - απροειδοποίητη) καταγγελία επιφέρει αμέσως την λύση της σχέσεως εργασίας και ο εργαζόμενος δικαιούται ολόκληρη την προβλεπόμενη από το Ν.2112/1920, όπως ισχύει, αποζημίωση απολύσεως.

H τακτική καταγγελία (με προειδοποίηση) της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλά η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης, κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση. Κατά συνέπεια η σύμβαση λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης, οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση.

Εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας υπαλλήλου, εν προκειμένω ιδιωτικού εκπαιδευτικού, με προειδοποίηση (προμήνυση), καταβάλλει στον απολυόμενο το ήμισυ της προβλεπόμενης από το Ν.2112/1920, όπως ισχύει, αποζημίωσης.

2ε. Αναιτιολόγητη η καταγγελία συμβάσεως εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού

Με τη θέση σε ισχύ του Ν.4713/2020, εφαρμόζεται πλέον το καθεστώς της αναιτιολόγητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 10 του Ν.4713/2020 που αντικατέστησε το άρθρο 30 του Ν.682/1977 , ορίζεται ότι κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού που διδάσκει στα ιδιωτικά και στα ισότιμα σχολεία εκπαιδευτικοί και έχει προσληφθεί και απασχολείται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές. Στο πλαίσιο αυτό ο έλεγχος αυτός (της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας) γίνεται αποκλειστικά και μόνο μέσω των πολιτικών δικαστηρίων στα οποία ο εκπαιδευτικός πρέπει να προσφύγει εντός αποσβεστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης.

2στ. Ακυρότητα καταγγελίας συμβάσεως εργασίας

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 6 παρ.1 Ν.3198/1955 , «Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ΄ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας ».

Σε περίπτωση καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως σε δόσεις η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για ακύρωση της καταγγελίας αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έγινε απαιτητή κάθε δόση και ισχύει αυτοτελώς για καθεμία από αυτές (Εφετείο Αθηνών 58/2011).

Αν παρέλθει η τρίμηνη αυτή προθεσμία, χάνει ο εργαζόμενος το δικαίωμα να τεθεί θέμα ακυρότητας της καταγγελίας. Παράλληλα, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της σχετικής αγωγής, ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός έχει το δικαίωμα, μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητήσει την προσωρινή συνέχιση της απασχόλησης του και βεβαίως την καταβολή των μισθών υπερημερίας του διαστήματος που άρχεται από την άκυρη απόλυση και μετά.

2ζ. Τι ισχύει με τις συμβάσεις διετούς διάρκειας που συμπληρώνεται ο χρόνος λήξης της εντός των ετών 2020 και 2021

Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 4713/2020 για τους εκπαιδευτικούς που διανύουν τώρα τη διετή διάρκεια της σύμβασης εργασίας τους, και των οποίων ο χρόνος λήξης συμπληρώνεται εντός των ετών 2020 και 2021, ορίζουν τα εξής: «1. Κάθε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, διετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν. 682/1977 , η οποία ολοκληρώνεται εντός του 2020, λήγει στις 31.8.2020 και καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμβαση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, διετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του Ν. 682/1977 , η οποία συμπληρώνεται εντός του 2021, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου». Ερμηνεύοντας την ανωτέρω διάταξη καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι όσοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί:

• Διανύουν ή συμπληρώνουν τον πρώτο χρόνο της «διετίας», η σύμβαση τους ήδη έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.4713/2020 ήτοι από 29/7/2020,

• Συμπλήρωσαν την 31/8/2020 τη «διετία», η σύμβαση εργασίας τους είτε μπορούσε να καταγγελθεί από τον εργοδότη με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης δύο (2) μηνιαίων μισθών (όπως ορίζει ο Ν.2112/1920 όπως ισχύει) είτε έχει μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την 31/8/2020 και μετά, εφόσον βεβαίως ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός αποδέχθηκε τη συνέχιση της και δεν αποχώρησε οικειοθελώς.

2η. Κοινοποίηση της καταγγελίας στον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης για έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης

Όσον αφορά την πρόσληψη του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, προβλέπεται ρητώς ότι αυτή συντελείται με την έκδοση της σχετικής διοικητικής πράξης (διοριστηρίου). Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του ΝΣΚ 266/2014 , και την απόφαση του ΣτΕ 1998/2001 η ισχύς του διοριστηρίου διατηρείται μέχρι τη λύση της συμβατικής σχέσης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού «πάλι με πράξη του αρμοδίου οργάνου». Στο πλαίσιο αυτό αντίγραφο της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού θα πρέπει και με τις νέες ρυθμίσεις του Ν.4713/2020 να κοινοποιείται και στον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης, προκειμένου να εκδώσει τη σχετική διαπιστωτική πράξη

3. Υποβολή εντύπων στο Π.Σ. Εργάνη

Όσον αφορά το διαδικαστικό πλαίσιο πρόσληψης ενός ιδιωτικού εκπαιδευτικού, τονίζεται ότι πρέπει να υπογράφεται σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να γνωστοποιούνται σε αυτόν οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης εργασίας του κατά τα οριζόμενα στο Π.Δ. 156/1994. Επίσης πρέπει να υποβάλλεται από τον εργοδότη στο πληροφοριακό σύστημα (Π.Σ.) «ΕΡΓΑΝΗ» του Υπουργείου Εργασίας το Ε3: Ενιαίο Έντυπο Αναγγελίας Πρόσληψης (Ε3 Αναγγελία Πρόσληψης και Ε4 Συμπληρωματικός Πίνακας Προσωπικού Νέας Πρόσληψης), το αργότερο έως την ημερομηνία πρόσληψης και πάντως πριν από την ανάληψη υπηρεσίας από τον εκπαιδευτικό. Επιπρόσθετα το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο έχει υποχρέωση να υποβάλλει και τα λοιπά προβλεπόμενα έντυπα [Ε4: Πίνακας προσωπικού (Ετήσιος / Αρχικός / Ετήσιος Συμπληρωματικός / Συμπληρωματικός Ωραρίου / Τροποποιητικός Αποδοχών), Ε5: Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, Ε6: Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (με ή χωρίς προειδοποίηση) κ.λπ.].

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το ομότιτλο άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νοεμβρίου 2020 του περιοδικού Epsilon7. Στο πλήρες άρθρο γίνεται χωριστή αναφορά στις αποδοχές και το εβδομαδιαίο ωράριο των νηπιαγωγών, το Ωράριο Εκπαιδευτικών που υπηρετούν στα Δημοτικά Σχολεία, το Ωράριο εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και την Εγγραφή στην Επετηρίδα Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, αμοιβές εκπαιδευτών