Εισαγωγικά στοιχεία
Η σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν να έχει ορισμένη ή αόριστη διάρκεια οπότε ονομάζεται αντίστοιχα ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές συμβάσεων έγκειται στη λήξη τους.
Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει όταν η διάρκειά της δεν είναι καθορισμένη από τη συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Ουσιαστικά υπάρχει, όταν η χρονική διάρκειά της δεν καθορίζεται, αλλά ούτε συνάγεται από το είδος και το σκοπό αυτής. Η σύμβαση αορίστου χρόνου, αφορά συμβάσεις εργασίας οι οποίες δεν προβλέπουν τη λήξη της σύμβασης εντός ορισμένου χρόνου ή με την επέλευση ενός συγκεκριμένου γεγονότος, αλλά αυτή παραμένει ενεργή σε αόριστο χρόνο, με αποτέλεσμα αφενός ο εργαζόμενος να προστατεύεται από τις ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας σε ότι αφορά τη συνέχιση της εργασίας του και αφετέρου ο εργοδότης που επιθυμεί τη λήξη τέτοιας σύμβασης, θα πρέπει να καταβάλλει τη δέουσα αποζημίωση προς τον εργαζόμενο, όπως προβλέπεται από τον Νόμο και γενικά να συμμορφώνεται με τις αυστηρές ρυθμίσεις της νομοθεσίας.
Η σύμβαση αορίστου χρόνου λύεται οποτεδήποτε και ελεύθερα από τον εργοδότη, αφού τηρήσει τις νόμιμες διαδικασίες, δηλαδή κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καταβολή αποζημίωσης κ.λπ. Ο μισθωτός επίσης, δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ελεύθερα και οποτεδήποτε, καθώς και να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του. Οφείλει όμως να προειδοποιήσει τον εργοδότη του, μέσα στα καθορισμένα από το νόμο χρονικά όρια.
Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 669 του Αστικού Κώδικα παύει αυτοδίκαια, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016).
Εάν συνεχίζεται η παραμονή του μισθωτού στην εργασία και μετά τη λήξη της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, καθώς επίσης και όταν εξακολουθήσει να εργάζεται για ικανό διάστημα και όχι για λίγες μόνο ημέρες χωρίς εναντίωση του εργοδότη αλλά με τη συγκατάθεσή του (Σιωπηρή ανανέωση), μετατρέπεται αυτή σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Διευκρινίζεται ότι για την ανωτέρω σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης απαιτείται, όχι μόνο να παρέχεται εργασία χωρίς εναντίωση του εργοδότη, αλλά και με τους ίδιους όρους. Εάν όμως παρέχεται με διαφορετικούς όρους και γίνεται αποδεκτή από τον εργοδότη, τότε πρόκειται για νέα σύμβαση εργασίας.
Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι δυνατό να λυθεί πριν τη λήξη της, με καταγγελία για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα, στο οποίο ορίζεται ότι καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία. Επίσης ορίζεται ότι, το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία. Οπότε, αν ο εργοδότης καταγγείλει πρόωρα τη σύμβαση χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο μισθωτός, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο μισθούς υπερημερίας και όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 του Αστικού Κώδικα), για το χρονικό διάστημα που εκτείνεται μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως (ΑΠ 509/1996).
Η βασική διαφορά μεταξύ σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και ορισμένου χρόνου είναι ότι, η μεν αορίστου χρόνου λήγει μόνο με καταγγελία από τον εργοδότη ή το μισθωτό και αφού βέβαια καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, ενώ η ορισμένου χρόνου παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος ή τελειώσει η εκτέλεση του έργου, χωρίς να απαιτείται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως.
Οι προϋποθέσεις μετατροπής
Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου παύει αυτοδίκαια, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Αν ο μισθωτός συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη του χρόνου της σύμβασης ορισμένου χρόνου, χωρίς ο εργοδότης να είναι αντίθετος με το γεγονός αυτό, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο.
Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου και εφόσον:
α) Η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη (36 μήνες), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
β) Στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνει όρο για πρόωρη καταγγελία της, με εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση απόλυσης, για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του Ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 παρ. 2 και 3 του Ν.3863/2010 , μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά την καταγγελία ( άρθρο 40 του Ν.3986/2011 ).
Παράδειγμα: Έστω ο εργαζόμενος «Α» απασχολείται στην επιχείρηση «Χ» με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι ημερομηνίες σύναψης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και λήξεων αυτών μεταξύ του ανωτέρω εργαζόμενου και της επιχείρησης «Χ», χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος κατά τα οριζόμενα της παρ.3 του άρθρου 3 του ΠΔ 180/2004 , είναι οι παρακάτω:
• 1η σύμβαση: Από 1/1/2018 έως 25/2/2018
• 2η σύμβαση: Από 10/3/2018 έως 25/8/2018
• 3η σύμβαση: Από 25/9/2018 έως 12/1/2019
• 4η σύμβαση: Από 26/1/2019 έως 6/5/2019
• 5η σύμβαση: Από 4/6/2019 έως 13/1/2020
Στην περίπτωση αυτή ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων υπερβαίνει τις τρεις (3) και δεν μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Τέλος, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η επαναπρόσληψη μισθωτού με σύμβαση ορισμένου χρόνου, μετά από 45 ημέρες από τότε που έληξε η προηγούμενη σύμβαση, θεωρείται νέα σύμβαση και όχι ανανέωση.
Η αντιμετώπιση του ζητήματος της μετατροπής
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος της μετατροπής μιας σύμβασης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, έχει επιχειρηθεί επανειλημμένα θεσμική παρέμβαση, εναρμονισμένη και με το Κοινοτικό Δίκαιο (Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ). Στην Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999, τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι την 10/7/2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές τους νομοθεσίες και ειδικότερα στη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα, έτσι το 2004 τέθηκαν σε ισχύει δύο Προεδρικά Διατάγματα το ΠΔ 164/2004, για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα και το ΠΔ 180/2004, για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα το οποίο τροποποιήθηκε με τον Ν. 3986/2011.
Νομικό πλαίσιο συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα
Σύμφωνα με το κάτωθι άρθρο 40 του Ν . 3986/2011 . Μετατροπή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
«Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνει όρο για πρόωρη καταγγελία της, με εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση απόλυσης, για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 παράγραφοι 2 και 3 του Ν. 3863/2010 , μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά την καταγγελία».
Οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο του νόμου αφορούν την καταγγελία σύμβασης υπαλλήλου, την καταγγελία με προειδοποίηση και τη δυνατότητα καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε δόσεις. Με το συγκεκριμένο άρθρο καθίσταται νόμιμη η συμφωνία της πρόωρης λύσης σύμβασης ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη σπουδαίου λόγου, με την καταβολή της αποζημίωσης, βάσει των διατάξεων που διέπουν την καταγγελία σύμβασης αορίστου χρόνου.
Τονίζουμε ότι, το άρθρο 40 του Ν. 3986/2011 , αφορά περίπτωση αυτοδίκαιης μετατροπής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, η οποία αντί να ενισχύει, περιορίζει τα δικαιώματα του εργαζόμενου.
Εάν, για παράδειγμα και προκειμένου να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο της διάταξης, έχει συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας 9 μηνών, με αναφορά σε πρόωρη καταγγελία της και σε αποζημίωση απόλυσης, όπως παραπάνω αναλύθηκε, τότε στην περίπτωση που η σύμβαση λυθεί μετά από 5 μήνες, δεν θα οφείλει ο εργοδότης αποζημίωση στον εργαζόμενο, καθώς σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί καταγγελίας σύμβασης αορίστου χρόνου, αποζημίωση απόλυσης οφείλεται μετά από τη συμπλήρωση 12 μηνών.
Ενώ, εάν δεν είχε προβλεφθεί όρος περί εφαρμογής των διατάξεων περί αποζημίωσης απόλυσης, στην περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης από τον εργοδότη στους 5 μήνες, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο τελευταίος θα καθίστατο υπερήμερος αποκρούοντας την προσφορά υπηρεσιών από τον μισθωτό και θα υποχρεωνόταν να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας τις αποδοχές των υπόλοιπων τεσσάρων (4) μηνών, μέχρι την αρχικά συμφωνημένη λήξη της σύμβασης.
Παρέχεται, δηλαδή, η δυνατότητα καταγγελίας μίας σύμβασης ορισμένου χρόνου πριν τη συμφωνημένη λήξη της, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, αφού με την μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου εκ του νόμου, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 5α του άρθρου 17 του Ν. 3899/2010 , που ορίζει ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατά τους πρώτους 12 μήνες λύονται χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καταβολή αποζημίωσης.
Τέλος, με το άρθρο 40 διευκρινίζεται με τη μορφή ρητής διάταξης η εφαρμοζόμενη ερμηνευτική κατάσταση του δικαϊκού μας συστήματος σχετικά με την πρόωρη καταγγελία συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα ρυθμίζεται νομοθετικά η αυτοδίκαιη μετατροπή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, εάν στην σύμβαση υπάρχει ο όρος για την εφαρμογή της νομοθεσίας συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου για την λύση της. Στην περίπτωση αυτή η μετατροπή επέρχεται κατά το χρόνο της πρόωρης λύσης της σύμβασης.
Σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν . 3986/2011 . Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Το άρθρο 3 του Π.Δ.180/2004 , το οποίο είχε τροποποιήσει το άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003 , αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης.
2. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν.
Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί, μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του. Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών.
3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης.
4. «Διαδοχικές» θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου «ίδιου εργοδότη» περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου.
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος».
Στην παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν.3863/2010 , όπου προστέθηκε με την παρ 5α του άρθρου 17 του Ν.3899/2010 , (ΦΕΚ Α 212/17-12-2010), αναφέρεται ότι:
«Α. Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου, για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός και αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη».
Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου λύνονται αυτοδίκαια, με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου (παράγραφος 1 του Α.Κ. 669) και χωρίς καταβολή αποζημίωσης.
Όταν ο εργοδότης καταγγέλλει σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν τη λήξη της, πρέπει να καταβάλει τους μισθούς για το διάστημα που απομένει και ο υπάλληλος θα αποζημιωθεί για το διάστημα που απομένει εκτός αν αποδείξει ότι η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο, που έχει να κάνει με τη δουλειά. (Ανυπαίτιο κώλυμμα).
Μοναδική περίπτωση να μην καταβάλλετε το ποσό αυτό, είναι σε περίπτωση που η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, περιλαμβάνει όρο να εφαρμόζονται ως προς την αποζημίωση απόλυσης, οι διατάξεις για τη σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της ( άρθρο 40 του Ν. 3986/2011 , κάθε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνει όρο για πρόωρη καταγγελία της, με εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση απόλυσης, για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 παράγραφοι 2 και 3 του Ν. 3863/2010, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά την καταγγελία).
Όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 74 του Ν.3863/2010 , όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.
Τέλος, οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές, από την έναρξη της απασχόλησής τους, αναλογικά με βάση το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους.
Εν κατακλείδι
Το θέμα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και το πώς αυτές μετατρέπονται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου απασχολεί ιδιαίτερα τόσο τα ελληνικά δικαστήρια όσο και την επικαιρότητα. Είναι αντιληπτό ότι όλα τα εργατικής φύσης θέματα εμπεριέχουν και νομικές συνέπειες και προεκτάσεις. Επιβάλλεται αναλυτική μελέτη των νομοθετικών διατάξεων και των τυχόν τροποποιήσεων. Για το λόγο αυτό, ο υπεύθυνος για τη διαδικασία της πρόσληψης και κατάρτισης των συμβάσεων λογιστής, οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός, τόσο στη σύνταξη της σύμβασης, επιδιώκοντας μάλιστα και καθοδήγηση δικηγόρου, όσο και στις ισορροπίες που πρέπει να τηρεί ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο, σε μετέπειτα διαμάχες που πολύ πιθανόν να προκύψουν.
Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Βασιλείου Παπαβασιλείου, με τίτλο «Η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουνίου 2020 του περιοδικού Epsilon7. Το πλήρες κείμενο του άρθρου αναφέρεται αναλυτικά στην ηλεκτρονική υποβολή στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» και στις Συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα.