23/12/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Μεταφορά του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.) στην τοπική αυτοδιοίκηση

του κ.Ανδρέα Κοψιαύτη, Επίτιµου Γενικού Δ/ντή Υπ. Οικονοµικών

O ηµερήσιος τύπος έγραφε πριν από καιρό και συνεχίζει να γράφει ότι η Κυβέρνηση επεξεργάζεται σχέδιο νόµου ώστε οι φόροι και η διαχείριση της κατοχής των ακινήτων, όπως ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) και οι λοιποί φόροι (επί της κατοχής των ακινήτων), να µεταφερθούν στην τοπική αυτοδιοίκηση. Σύµφωνα µε το σχέδιο αυτό του Υπ. Οικονοµικών θα υπάρχει ένα εύρος, προφανώς των συντελεστών φορολόγησης, µέσα στο οποίο θα µπορούν να κινούνται οι Δήµοι για την αύξηση ή τη µείωση αυτού του φόρου (Φόρου Ακίνητης Περιουσίας – Φ.Α.Π.) κ.λπ..

Με αφορµή τα παραπάνω δηµοσιεύµατα του ηµερήσιου τύπου για τρίτη φορά παραθέτω τις απόψεις µου σχετικά µε το παραπάνω θέµα.

Την πρώτη φορά δηµοσίευσα άρθρο µου µε τον τίτλο «ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΑΜΕΣΗ ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΟΥ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (Φ.Α.Π.) – ΑΠΟΨΕΙΣ, ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ» στο µηνιαίο οικονοµικό, φορολογικό και εργατικό περιοδικό «EPSILON 7», και ειδικότερα στο τεύχος του µηνός Μαΐου του έτους 2013. Αντίγραφο του άρθρου αυτού υπέβαλα και στο γραφείο του τότε αρµόδιου Υφυπουργού Οικονοµικών κ. Μαυραγάνη. Και τότε (το έτος 2013) συζητιόταν στο Υπ. Οικονοµικών η θεσµοθέτηση ενός ενιαίου φόρου επί της κατοχής της ακίνητης περιουσίας, µε την κατάργηση όλων των άλλων φόρων που επιβάλλονται επί της αξίας των ακινήτων. Το ως άνω άρθρο, όπως προείπα, υπέβαλα και στο γραφείο του ως άνω αρµόδιου Υφυπουργού, για να του θέσω τις απόψεις και τις προτάσεις µου σχετικά µε το θέµα της θεσµοθέτησης ενός ενιαίου φόρου επί της ακίνητης περιουσίας. Τις απόψεις και τις προτάσεις µου τις υπέβαλα λόγω καθήκοντος και λόγω της µακροχρόνιας θητείας µου σε διάφορες υπηρεσίες του Υπ. Οικονοµικών, προκειµένου να συµβάλω µε τις λίγες µου γνώσεις και εµπειρία στην ορθή λήψη του σχεδιασµού και της νοµοθέτησης του νέου φόρου επί των ακινήτων, που συζητιόταν τότε, δηλαδή το έτος 2013, στο Υπουργείο Οικονοµικών. Πίστευα εκείνη την εποχή (2013) ότι θα θεσµοθετείτο ένας ενιαίος φόρος επί της κατοχής της ακίνητης περιουσίας, µε την κατάργηση όλων των άλλων φόρων επί των ακινήτων, όπως το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (Τ.Α.Π.) υπέρ των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), το τέλος χαρτοσήµου επί του εισοδήµατος από εκµίσθωση ακινήτων, ειδικός φόρος επί των ακινήτων κ.ά.. Προφανώς δεν αναφέροµαι στην κατάργηση του φόρου κληρονοµίας ο οποίος ως γνωστόν επιβάλλεται και επί των ακινήτων, του φόρου εισοδήµατος επί των µισθωµάτων των ακινήτων, καθώς και επί του φόρου µεταβίβασης των παλαιών ακινήτων.

Μετά από όλα τα παραπάνω, αντί να θεσµοθετηθεί, όπως περιµέναµε όλοι ένας ενιαίος και µοναδικός φόρος επί της κατοχής των ακινήτων µε ταυτόχρονη κατάργηση όλων των άλλων φόρων που επιβάλλονται (επί των ακινήτων), κατατέθηκε από το Υπ. Οικονοµικών µετά από διάστηµα περίπου έξι µηνών στη Βουλή σχέδιο νόµου, το οποίο ψηφίστηκε και έγινε νόµος του Κράτους. Ο νόµος αυτός ο οποίος ισχύει µέχρι σήµερα, είναι ο Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α’ 287/31-12-2013) «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις». Ο φόρος αυτός (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ισχύει από 01/01/2014 µέχρι και σήµερα. Ο νόµος αυτός βρίθει πολλών αδικιών, στρεβλώσεων, παρενεργειών κ.λπ. Για όλα τα παραπάνω, και επειδή άλλα περιµέναµε να νοµοθετηθούν σύµφωνα µε όσα ανέφερα στο αρχικό µου δηµοσιευθέν άρθρο και άλλα νοµοθετήθηκαν µε το Ν. 4223/2013, έγραψα και δεύτερο άρθρο στο ίδιο περιοδικό (EPSILON 7) µε τίτλο «ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Ο ΕΠΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΟΥ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ», το οποίο δηµοσιεύθηκε στο τεύχος του µηνός Οκτωβρίου του έτους 2014.

Δυστυχώς µέχρι σήµερα δεν έχει αλλάξει τίποτα σχετικά µε τη θεσµοθέτηση ενός ενιαίου και µοναδικού Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, καταργουµένων όλων των άλλων φόρων οι οποίοι επιβάλλονται στα ακίνητα. Πιστεύω ότι µετά και τα αναγραφόµενα στον τύπο, όπως αρχικά ανέφερα, µπορεί να θεσµοθετηθεί ένας και µόνο νόµος µε τον οποίο θα επιβάλλεται φόρος επί της αξίας των ακινήτων και ταυτόχρονα θα καταργηθούν όλοι οι µέχρι σήµερα ισχύοντες φόροι (που επιβάλλονται επί των ακινήτων), τον οποίο θα διαχειρίζονται οι Δήµοι και τα έσοδά του (του Φ.Α.Π.) θα αποδίδονται σ’ αυτούς. Μετά και από όσα ανέφερα παραπάνω παραθέτω τα ακόλουθα:

1. Είναι γνωστό ότι οι φόροι περιουσίας επιβάλλονται στην κατοχή ή τη µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.

Οι φόροι κατοχής περιουσίας διακρίνονται σε τακτικούς και έκτακτους φόρους. Οι τακτικοί φόροι κατοχής περιουσίας, µε τους οποίους θα ασχοληθούµε στο άρθρο αυτό, είναι αυτοί οι οποίοι επιβάλλονται περιοδικά, δηλαδή κάθε χρόνο, στην κατεχόµενη από το φορολογούµενο ακίνητη περιουσία. Επειδή ο φόρος αυτός επιβάλλεται κάθε χρόνο θεωρείται σκόπιµο οι φορολογικοί συντελεστές οι οποίοι θα εφαρµόζονται επί της πραγµατικής αξίας των ακινήτων να είναι πολύ χαµηλοί, δεδοµένου ότι πολλά ακίνητα επί των οποίων επιβάλλεται ο φόρος δεν έχουν κανένα εισόδηµα. Εξάλλου, στα περισσότερα Κράτη στα οποία επιβάλλεται ο παραπάνω φόρος επί της ακίνητης περιουσίας, είναι χαµηλός.

2. Κάνοντας µια φορολογική αναδροµή στο χρόνο αναφέρω ότι:

α) Με τις διατάξεις του άρθρου 1του Ν. 11/1975 (ΦΕΚ Α΄ 34/06-03-1975) επιβλήθηκε από το οικονοµικό έτος 1975 Φόρος επί της Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.) στην Ελλάδα µε χαµηλούς συντελεστές φόρου.

β) Με τις διατάξεις του άρθρου 9του Ν. 1978/1980 (ΦΕΚ Α΄ 238/14-10-1980) καταργήθηκε από το οικονοµικό έτος 1981 ο ως άνω Φ.Α.Π., προφανώς λόγω της µικρής απόδοσης του φόρου αυτού σε σχέση µε το κόστος βεβαίωσης και είσπραξης.

γ) Παρά την αποτυχία του ανωτέρω Φ.Α.Π. του άρθρου 1 του Ν. 11 του 1975, µε τις διατάξεις των άρθρων 19 έως και36 του Ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α’ 43/05-04-1982) επιβλήθηκε από το οικονοµικό έτος 1982 εκ νέου φόρος στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα, ως Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.).

δ) Με τις διατάξεις του άρθρου 37του Ν. 2065/1992, ο ως άνω Φ.Α.Π. των άρθρων 19 έως και 36 του Ν. 1249/1982 καταργήθηκε από το οικονοµικό έτος 1993. Το ίδιο έτος (1993) επιβλήθηκε Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (Τ.Α.Π.) µε τις διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 2130/1993 (ΦΕΚ Α΄ 62/21-04-1993) ο οποίος ισχύει από 01/01/1993 µέχρι σήµερα, αποτελεί έσοδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εισπράττεται µε τους λογαριασµούς της Δ.Ε.Η. και λοιπών παρόχων.

ε) Με τις διατάξεις των άρθρων 21 έως και 35 του Ν. 2459/21-04-1997 (ΦΕΚ Α΄ 17 /18-02-1997) επιβλήθηκε νέος Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Μ.Α.Π.) από το οικονοµικό έτος 1997, ο οποίος ίσχυε παράλληλα µε τον Τ.Α.Π..

στ) Με τις διατάξεις των άρθρων 15 έως και 18 του Ν. 3091/2002 από 01/01/2003 επιβλήθηκε ετήσιος «ειδικός φόρος επί των ακινήτων», ο οποίος ισχύει µέχρι σήµερα. Ο φόρος αυτός είναι αρκετά υψηλός.

Ο σηµερινός συντελεστής φορολόγησης είναι 15%.

ζ) Με τις διατάξεις των άρθρων 5έως και 9 του Ν. 3634/2008 (ΦΕΚ Α’ 9/29-01-2008) από το έτος 2008 επιβλήθηκε Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (Ε.Τ.ΑΚ.) στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα, το οποίο στην ουσία αποτελούσε φόρο και όχι τέλος. Το Ε.Τ.ΑΚ. καταβαλλόταν, όσο ίσχυε (το Ε.Τ.ΑΚ.), παράλληλα µε το Τ.Α.Π..

η) Με τις διατάξεις των άρθρων 27 έως και 50 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α’ 58/23-04-2010) επανήλθε ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.), δηλαδή επιβλήθηκε φόρος στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα από το έτος 2010 και µε τις διατάξεις του άρθρου 56 του ίδιου Ν. 3842/2010 καταργήθηκε το ως άνω Ε.Τ.ΑΚ. από το έτος 2010.

θ) Με τις διατάξεις του άρθρου 53του Ν. 4021/2011 (ΦΕΚ Α’ 218/03-10-2011) θεσµοθετήθηκε παράλληλα µε το Φ.Α.Π. και τον Τ. Α.Π. των άρθρων 27 έως 50 του Ν. 3842/2008 και του άρθρου 24 του Ν.2130/1992 αντιστοίχως, και Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτουµένων Δοµηµένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.).

ι) Τέλος, όπως προείπα και παραπάνω, αντί να θεσµοθετηθεί ένας ενιαίος φόρος επί της αξίας των ακινήτων, η τότε Κυβέρνηση έφερε στη Βουλή για ψήφιση σχέδιο νόµου, το οποίο έγινε νόµος του Κράτους µε τίτλο « Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις». Ο νέος αυτός νόµος µε α/α 4223/2013 δηµοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του ΦΕΚ µε αριθµό 287/31-12-2013. Με το νόµο αυτό ο οποίος ισχύει από 01/01/2014 καταργήθηκε από την ίδια ηµεροµηνία (01/01/2014) το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτουµένων Δοµηµένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.). Δηλαδή ο νέος Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ισχύει από 01/01/2014 µέχρι και σήµερα.

3. Με βάση όσα αναφέρω στην προηγούµενη παράγραφο, σχετικά µε τη φορολογική αναδροµή στο χρόνο του φόρου επί της κατοχής των ακινήτων, και µελετώντας τους σχετικούς νόµους, προκύπτει ότι η συµβολή αυτών των φόρων στα συνολικά φορολογικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισµού µέχρι και το Φ.Α.Π. των διατάξεων των άρθρων 27 έωςκαι 50 του Ν. 3842/2010 ήταν (η συµβολή) χαµηλή (εκτός του Ν. 3091/2002) σε σχέση µε τους άλλους φόρους. Η συµβολή των φόρων επί των ακινήτων ήταν δικαιολογηµένα χαµηλή, δεδοµένου ότι η φορολογία επί της κατοχής της ακίνητης περιουσίας θίγει την ακεραιότητα του κεφαλαίου και ως εκ τούτου µειώνει το εισόδηµα αυτού. Η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. η οποία ισχύει από το έτος 2011 έως και 2013, καθώς και του ΕΝ. Φ. Ι..Α. από 01/01/2014 µέχρι και σήµερα, όπου ισχύει υπέρµετρη φορολόγηση της κατοχής ακίνητης περιουσίας, αποτελεί αναµφισβήτητα ένα µεγάλο πρόβληµα για το συνολικό µας φορολογικό σύστηµα, µε αρνητικές κοινωνικές και οικονοµικές συνέπειες, όπως έχω αναφέρει και σε προηγούµενο άρθρο µου. Η κατοχή ακίνητης περιουσίας από µόνη της δεν είναι κριτήριο φοροδοτικής ικανότητας του φορολογούµενου, σε αντίθεση µε το εισόδηµα αυτής. Πιστεύω ότι σκόπιµα και δικαιολογηµένα οι Κυβερνήσεις µέχρι και το έτος 2013 διατηρούσαν αρκετά χαµηλή τη φορολόγηση. Η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. και εν συνεχεία του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ήταν και είναι υπερβολικά υψηλή, λόγω των αυξηµένων δηµοσιονοµικών αναγκών του Κράτους.

4. Εκτός από τον τελευταίο αυτό φόρο (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) θεσµοθετήθηκε και ο συµπληρωµατικός φόρος επί των ακινήτων αντικειµενικής αξίας άνω των 250.000 ευρώ. Η επιβολή και αυτού του φόρου (συµπληρωµατικού) οδηγεί σε διπλή φορολογία, η οποία κατά τη γνώµη µου είναι αντισυνταγµατική. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. και ο συµπληρωµατικός φόρος είναι φόροι άδικοι, αντιαναπτυξιακοί, και εξοντωτικοί για πολλούς φορολογούµενους. Οι παρενέργειες αυτού του φόρου στην κτηµαταγορά είναι σηµαντικές µε πρώτη (παρενέργεια) τη χρόνια ύφεση. Τα έσοδα του φόρου αυτού του νόµου (4223/2013) είναι σηµαντικά για τον ετήσιο προϋπολογισµό του κράτους (2,5 δισεκατοµµύρια ευρώ περίπου) αλλά δυσβάστακτο βάρος για τους φορολογούµενους, οι οποίοι δεν µπορούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους και για το λόγο αυτό έχουν αυξηθεί σηµαντικά οι ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις τους. Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο για κάθε Κυβέρνηση να καταργήσει αυτούς τους φόρους, δεδοµένου ότι αν τους καταργήσει πρέπει από κάπου αλλού να τους βρει.

Δηλαδή θα πρέπει να αυξήσει τους συντελεστές άλλων υφιστάµενων φόρων ή να µειώσει την µεγάλη φοροδιαφυγή που υπάρχει σε ορισµένους φορολογούµενους τους οποίους όλοι γνωρίζουµε αλλά κανείς δεν τολµά να τους θίξει. Για τη φοροδιαφυγή αυτή όλοι µας φταίµε, δηλαδή φορολογούµενοι και Κράτος.

5. Για τους παραπάνω λόγους και προκειµένου το φορολογικό µας σύστηµα να γίνει δίκαιο, απλό και κατανοητό από τους φορολογούµενους ως προς τη φορολογία που επιβάλλεται στα ακίνητα, καλώς η Κυβέρνηση σχεδιάζει και µελετά την επιβολή ενός ενιαίου φόρου ακίνητης περιουσίας, µε την κατάργηση όλων των ως άνω φόρων που επιβάλλονται επί της αξίας των ακινήτων. Κατά το σχεδιασµό και την επιβολή του νέου φόρου που πρόκειται να επιβάλει η Κυβέρνηση, κατά την ταπεινή µου γνώµη πρέπει να λάβει υπόψη της ενδεικτικά και τα ακόλουθα:

α) Να συστήσει µία ολιγοµελή διακοµµατική επιτροπή η οποία να αποτελείται από µέλη που γνωρίζουν τα θέµατα της φορολογίας όχι µόνο θεωρητικά αλλά και στην πράξη, όπως είναι οι άνθρωποι της αγοράς (όπως λέγεται), καταξιωµένοι διοικητικοί δικαστές, λογιστές – φοροτεχνικοί, οικονοµολόγοι, και εφοριακοί οι οποίοι να έχουν εργασθεί στις Δ.Ο.Υ. και στην κεντρική υπηρεσία και ειδικότερα στο αντικείµενο του Φ.Α.Π..

β) Η ως άνω επιτροπή να ζητήσει γραπτές απόψεις των αρµόδιων φορέων οι οποίοι έχουν σχέση µε τα ακίνητα (Π.ΟΜ.ΙΔ.Α., Μεσιτών Ακινήτων κ.λπ.).

γ) Το σχέδιο νόµου που θα καταθέσει η επιτροπή στην Κυβέρνηση να έχει λογικό χρονικό διάστηµα και να λάβει υπόψη της επικουρικά όλη τη νοµοθεσία που έχει θεσµοθετήσει µέχρι σήµερα η πολιτεία, σχετικά µε το Φ.Α.Π.. Επίσης, πρέπει να λάβει υπόψη της και το τι ισχύει στα άλλα προηγµένα κράτη.

δ) Προκειµένου να εξορθολογισθεί το φορολογικό µας σύστηµα ως προς τη φορολόγηση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας, πρέπει να σχεδιασθεί από τη φορολογική διοίκηση η επιβολή ενός µόνο ενιαίου φόρου επί της ιδιοκτησίας των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα, µε την κατάργηση όλων των άλλων φόρων και τελών, όπως το ειδικό τέλος ακινήτων, Φ.Α.Π., χαρτόσηµο επί των ακαθάριστων εσόδων των ακινήτων από εκµίσθωση, τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων, ο συµπληρωµατικός φόρων που επιβάλλεται επί της αντικειµενικής αξίας των ακινήτων άνω των 250.000 ευρώ κ.λπ..

ε) Επειδή πρόκειται για ένα σηµαντικό φορολογικό και δηµοσιονοµικό µέτρο, και τα έσοδα του Φ.Α.Π. προορίζονται για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ο φορολογικός νοµοθέτης πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικός κατά το σχεδιασµό και τη διαµόρφωση του φόρου αυτού. Αυτό επιβάλλεται δεδοµένου ότι η κατοχή ακίνητης περιουσίας δεν είναι από µόνη της ασφαλές κριτήριο φοροδοτικής ικανότητας. Για να γίνει κατανοητό αυτό αναφέρω το εξής παράδειγµα: Φορολογούµενος έχει στην κατοχή του ένα ακίνητο (διαµέρισµα) αντικειµενικής αξίας 350.000 ευρώ από το οποίο εισπράττει µηνιαίως 1.000 ευρώ ενοίκια. Άλλος φορολογούµενος έχει διαµέρισµα ίσης πραγµατικής αξίας (350.000 ευρώ) αλλά δεν µπορεί να το εκµισθώσει για διαφόρους λόγους. Ο πρώτος φορολογούµενος µε το σηµερινό ισχύον φορολογικό σύστηµα θα υποχρεωθεί να καταβάλει φόρο εισοδήµατος για τα ενοίκια που εισέπραξε σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήµατος (Κ.Φ.Ε.- Ν. 4172/2013), Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (το γνωστό Τ.Α.Π. του άρθρου24 Ν. 2130/1993), Ενιαίο Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (του γνωστού ΕΝ.Φ.Ι.Α. του άρθρου του Ν. 4223/2013) και συµπληρωµατικό φόρο επειδή το ακίνητο αυτό έχει αντικειµενική αξία πλέον των 250.000 ευρώ ( άρθρο 5 Ν. 4223/2013). Τους φόρους αυτούς προφανώς µπορεί έστω και δύσκολα να καταβάλει, δεδοµένου ότι εισπράττει µισθώµατα. Ο δεύτερος φορολογούµενος θα καταβάλει ΕΝ.Φ Ι.Α και Τ.Α.Π. επί της αντικειµενικής αξίας, έστω και αν δεν του αποδίδει το διαµέρισµά του κανένα εισόδηµα. Σηµειώνουµε ότι το Τ.Α.Π. εισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και αποδίδεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ο φόρος που επιβάλλεται στο εισόδηµα από ακίνητα (όπως ενοίκια), το οποίο (εισόδηµα) αποκτούν οι φορολογούµενοι, είναι ανάλογος (ο φόρος) µε τη φοροδοτική τους ικανότητα, ενώ οι άλλοι ως άνω επιβαλλόµενοι φόροι δεν είναι. Όταν το ακίνητο δεν έχει εισόδηµα για διαφόρους λόγους, όπως η δυσµενής οικονοµική κατάσταση, η θέση του ακινήτου, το είδος αυτού κ.λπ., ο Φ.Α.Π. και οι άλλοι φόροι, πλην του φόρου εισοδήµατος, είναι άδικοι δεδοµένου ότι επιβάλλονται εκεί όπου δεν υπάρχει εισόδηµα και κατ’ ακολουθία φοροδοτική ικανότητα. Στην περίπτωση κατά την οποία ένα ακίνητο δεν έχει εισόδηµα, σε µερικά χρόνια ο Φ.Α.Π. και οι άλλοι φόροι θα υπερβούν αθροιστικά το σύνολο της αντικειµενικής αξίας του. Δηλαδή θα πρόκειται για δήµευση και όχι για φορολόγηση του ακινήτου.

στ) Το σχέδιο νόµου που θα κατατεθεί στη Βουλή να έχει συνταχθεί απαρεγκλίτως σύµφωνα µε τις αρχές και τις διατάξεις του Ν. 4048/2012 (ΦΕΚ Α΄ 34/23-02-2012) «Ρυθµιστική διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νοµοθέτησης». Ο νόµος αυτός θεωρείται ο νόµος για τους νόµους, ο οποίος αποτρέπει την κακονοµία και αποτελεί έναν υποχρεωτικό οδικό χάρτη για την καλή νοµοθέτηση. Για περισσότερες λεπτοµέρειες παραπέµπουµε στις διατάξεις αυτού του νόµου.

ζ) Εάν η Κυβέρνηση έχει αποφασίσει ο φόρος επί των ακινήτων να διαχειρίζεται και να αποτελεί έσοδο των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα πρέπει οι συντάκτες του σχεδίου νόµου να µελετήσουν εάν οι Οργανισµοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν τη συνταγµατική δυνατότητα να επιβάλλουν φόρους. Στην επόµενη περίπτωση στ) της παραγράφου 6 εκφράζω τη γνώµη µου ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν έχει τη δυνατότητα της επιβολής φόρων.

6. Τέλος, εκτός όλων των παραπάνω, εκφράζω την άποψή µου, προτείνοντας και τα ακόλουθα:

α) Προκειµένου να απλοποιηθεί το υφιστάµενο φορολογικό µας σύστηµα ως προς τη φορολόγηση των ακινήτων, µια για πάντα, και να µειωθεί το κόστος του, θα πρέπει να καταργηθούν όλοι οι υφιστάµενοι φόροι, εκτός του φόρου εισοδήµατος και του φόρου µεταβίβασης ακινήτων (Φ.Μ.Α.), που επιβάλλονται στα ακίνητα και να αντικατασταθούν µε έναν ενιαίο και µοναδικό Φόρο Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.). Η κατάργηση των υφιστάµενων φόρων που επιβάλλονται επί των ακινήτων, δεν πρέπει να αναφέρεται σε κάθε µορφή φόρου που επιβάλλεται στα ακίνητα, γιατί είναι αρκετοί και µπορεί κάποιος να ξεχαστεί. Σχετική διάταξη του νέου νόµου που θα αφορά το νέο Φ.Α.Π. πρέπει να αναφέρει ότι όλοι οι υφιστάµενοι φόροι που επιβάλλονται επί της κατοχής των ακινήτων, καταργούνται από την εφαρµογή αυτού του νόµου. Σχετική και η περίπτωση δ) της προηγούµενης παραγράφου 5.

β) Ο νέος φόρος ο οποίος θα επιβάλλεται για κάθε ηµερολογιακό έτος επί της πραγµατικής – αγοραίας αξίας των ακινήτων, θα πρέπει να είναι τακτικός, µοναδικός, ενιαίος και ο συντελεστής φορολόγησης να είναι αναλογικός. Να εξετασθεί από την επιτροπή σύνταξης του σχεδίου νόµου, µήπως µπορεί να ισχύσει και η προοδευτική φορολόγηση. Όποιοι συντελεστές και αν εφαρµοσθούν, αυτοί πρέπει να είναι χαµηλοί. Δεν πρέπει να υπάρχουν απαλλαγές από το Φ.Α.Π. πλην των απαραίτητων για λόγους κοινωνικούς και αναπτυξιακούς. Στα περισσότερα κράτη που υφίσταται ο Φ.Α.Π. οι εφαρµοζόµενοι συντελεστές φορολόγησης είναι χαµηλοί.

γ) Ο φόρος να επιβάλλεται επί της πραγµατικής – εµπορικής – αγοραίας αξίας των ακινήτων η οποία θα αναπροσαρµόζεται ανάλογα µε τις συνθήκες που υπάρχουν στην αγορά των ακινήτων ανά Δήµο και όχι επί της αντικειµενικής όπου επιβάλλεται µέχρι σήµερα. Οι αντικειµενικές αξίες είναι άδικες σε πολλές περιπτώσεις. Π.χ. Δυο ακίνητα το ένα πλησίον του άλλου ενοικιάζονται µε ενοίκιο το ένα πολλαπλάσιο του άλλου, ενώ η αντικειµενική αξία σήµερα είναι η ίδια και συνεπώς και ο Φ.Α.Π.. Άρα, η αξία του ακινήτου επί της οποίας θα επιβάλλεται ο Φ.Α.Π. πρέπει να είναι η πραγµατική και για τον προσδιορισµό της πρέπει να λαµβάνεται υπόψη και η µισθωτική της αξία (του κάθε ακινήτου). Προφανώς, η αξία των δυο ακινήτων του ως άνω παραδείγµατός µας θα είναι διαφορετική, και κατά συνέπεια και η φορολόγηση.

δ) Οι εφαρµοζόµενοι συντελεστές φορολόγησης των ακινήτων τα οποία δεν έχουν εισόδηµα (µίσθωµα) θα πρέπει να είναι µειωµένοι κατά ένα λογικό ποσοστό (π.χ. κατά 25%) αυτών που εφαρµόζονται για τα ακίνητα τα οποία αποδίδουν εισόδηµα (µίσθωµα). Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τα ηµιτελή και αγροτικά ακίνητα. Στην περίπτωση αυτή προκύπτει το ερώτηµα πώς θα γίνεται διαδικαστικά ο διαχωρισµός των ακινήτων ανά Δήµο τα οποία έχουν εισόδηµα, αυτών που δεν έχουν ή έχουν ορισµένους µήνες του έτους, αυτών που είναι ηµιτελή και των αγροτικών. Εδώ πρέπει να δώσει απάντηση στο ερώτηµα η Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων (Γ.Γ.Π.Σ.). Κατά τη γνώµη µου το θέµα αυτό λύνεται ηλεκτρονικά, δεδοµένου ότι υποβάλλεται στη Γ.Γ.Π.Σ. δήλωση στοιχείων µίσθωσης ακίνητης περιουσίας για αρχική µίσθωση και για κάθε τροποποίηση αυτής (π.χ. για αύξηση µισθώµατος, παράταση κ.λπ.). Η δήλωση αυτή αποτελεί περίληψη του ιδιωτικού συµφωνητικού µίσθωσης. Όταν πρόκειται να εκδοθούν οι δηλώσεις ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) – πράξεις διοικητικού προσδιορισµού φόρου Ν. 4223/2013» θα γίνεται διασταύρωση των δεδοµένων των ως άνω δηλώσεων στοιχείων µίσθωσης ακίνητης περιουσίας ή του εντύπου Ε2 στο οποίο αναγράφονται τα µισθώµατα κάθε ακινήτου µε τα δεδοµένα του εντύπου Ε9, όπου καταγράφονται οι πληροφορίες οι οποίες απαιτούνται για τα ακίνητα, προκειµένου να γίνει η εκκαθάριση του φόρου µε βάση ακέραιο ή µειωµένο συντελεστή κ.λπ.. Εξάλλου για όσα αναφέρω παραπάνω θα ερωτηθούν οι ειδήµονες των προγραµµάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

ε) Δεν πρέπει κατά τη γνώµη µου να υπάρχουν πολλές απαλλαγές των ακινήτων από το φόρο αλλά αυτές (οι απαλλαγές) να είναι περιορισµένες και να στοχεύουν σε ακίνητα των οποίων οι κάτοχοι δεν έχουν τη φοροδοτική ικανότητα για να καταβάλλουν το φόρο και σε αυτά τα ακίνητα τα οποία είναι εργαλεία αναπτυξιακών σκοπών.

στ) Προτείνω το νέο Φ.Α.Π. να τον διαχειρίζεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, κατά τη γνώµη µου, δεν µπορεί να επιβάλει φόρο, δεδοµένου ότι δεν προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 78 του Συντάγµατος. Η εκχώρηση από το Κράτος των εσόδων του Φ.Α.Π. στους Ο.Τ.Α. θα αυξήσει την οικονοµική αυτονοµία τους, δεδοµένου ότι θα µπορούν να κινούνται ελεύθερα και να διαχειρίζονται τα έσοδά τους ανάλογα µε τις δηµοσιονοµικές τους ανάγκες, µέσα στα πλαίσια – όρια των συντελεστών που θα ορίζει νόµος του Κοινοβουλίου.

Ο ορισµός των φορολογικών συντελεστών από τους Ο.ΤΑ. θα γίνεται µέσα στα πλαίσια που θα ορίζονται από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Μέχρι οι Ο.Τ.Α. να αποκτήσουν δικές τους υποδοµές η διαχείριση γενικά του Φ.Α.Π. να γίνεται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου των Οικονοµικών. Στην περίπτωση αυτή δε θα παρέχονται πλέον πόροι στους Ο.Τ.Α. από τα έσοδα της φορολογίας εισοδήµατος και των τελών κυκλοφορίας, όπως γίνεται µέχρι σήµερα.

ζ) Για να προλαµβάνονται τυχόν κρούσµατα οικονοµικών ατασθαλιών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπως κατά καιρούς έρχονται στο φως της δηµοσιότητας, θα πρέπει να θεσµοθετηθεί προηγουµένως, εάν δεν υφίσταται, από το αρµόδιο Υπουργείο των Εσωτερικών στο οποίο υπάγονται οι Ο.Τ.Α. Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία θα ελέγχει αυστηρά και δίκαια τις οικονοµικές υπηρεσίες αυτών (των Ο.Τ.Α.), οι οποίες θα διαχειρίζονται τα έσοδα τα οποία προέρχονται από το Φ.Α.Π..

η) Το σχέδιο νόµου που πρόκειται να κατατεθεί στη Βουλή δεν πρέπει να έχει τις ατέλειες και τις αδικίες που έχει ο ισχύων Ν. 4223/2013 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.). Πρέπει από την Πολιτεία να ληφθεί υπόψη ότι ο Φ.Α.Π. δε βασίζεται στη δυνατότητα του φορολογούµενου να καταβάλλει το φόρο αλλά στο ότι κατέχει ακίνητη περιουσία.

Το γεγονός αυτό έχει µια δόση, να µου επιτραπεί να πω, αυθαιρεσίας και αδικίας. Εξάλλου η σηµερινή φορολογία που επιβάλλεται επί των ακινήτων είναι δυσβάστακτη και ως εκ τούτου δεν µπορεί να λαµβάνει τη µορφή τιµωρίας για όποιον θέλει να επενδύσει σε ακίνητα.

Τέλος, µε βάση τα παραπάνω, η φορολογική διοίκηση, λαµβάνοντας υπόψη, αν το κρίνει σωστό, τις παραπάνω θέσεις που κατέγραψα, θα πρέπει να επανασχεδιάσει την επιβολή του Φόρου επί της κατοχής της Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.), ούτως ώστε νε µην υπάρχουν πλέον αδικίες, παραλογισµοί οι οποίοι εξοργίζουν τους φορολογούµενους, στρεβλώσεις κ.λπ., προκειµένου η καταβολή του ως άνω φόρου να γίνει αποδεκτή (από τους φορολογούµενους) και αποδοτική για το Κράτος – Τοπική Αυτοδιοίκηση. Πιστεύω να µην επανέλθω, για το ίδιο θέµα, µε νεότερο άρθρο µου.

Το άρθρο "Μεταφορά του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π.) στην τοπική αυτοδιοίκηση" του κ.Ανδρέα Κοψιαύτη δημοσιεύθηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 2020 του περιοδικού Epsilon7.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
ΦΑΠ, Φορολογια κεφαλαίου, Τοπική Αυτοδιοίκηση