30/04/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Υπόθεση κορωνοϊού: Ο επιχειρηματικός κίνδυνος στο ζενίθ

Είναι γνωστό από τη θεωρία, αλλά και από την πράξη, ότι η λέξη επιχείρηση είναι συνυφασμένη με την έννοια του κινδύνου. Οι πιθανές ζημίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της επιχειρηματικής πρακτικής και επίσης τα ενδεχόμενα κέρδη των μετόχων δικαιολογούνται από την καταβολή κεφαλαίων και από την ανάληψη του σχετικού ρίσκου.

«Χοντροκομμένη» φράση του παρελθόντος ήταν ότι ο υπάλληλος «κάθε μεσημέρι παίρνει το καπελάκι του και φεύγει». Σκοπός της προαναφερθείσας φράσης ήταν να επισημανθεί το μικρότερο άγχος και οι περιορισμένες συνέπειες που είχαν οι εργαζόμενοι από την εκάστοτε πορεία της επιχείρησης.

Στην πράξη βέβαια, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα είναι το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, ο κίνδυνος απώλειας εργασίας παραμένει μεγάλος, οι συνθήκες απασχόλησης έχουν «ελαστικοποιηθεί» και το μέσος ύψος των αποδοχών έχει υποχωρήσει δραστικά από το 2008 και μετά. Σε ότι αφορά μάλιστα κάποιες θέσεις εργασίας, οι μισθοί στην Ελλάδα είναι περίπου το 60% αυτών της Βόρειας Ιταλίας.

Αυτό όμως που ξεχωρίζει ιδιαίτερα στη χώρα μας, είναι ο βαθμός του επιχειρηματικού κινδύνου. Είναι προφανές ότι μια επιχείρηση αντιμετωπίζει (και σωστά) κινδύνους από μια λανθασμένη προϊοντική επιλογή της, από κακό προγραμματισμό, από εσφαλμένη τιμολογιακή πολιτική, από πρόχειρες προβλέψεις, αλλά και από την απουσία αμυντικών μηχανισμών σε περίπτωση απρόβλεπτων παραγόντων.

Θα ήταν όμως ευχής έργον αν οι ελληνικές επιχειρήσεις κινδύνευαν μόνο από τέτοια θέματα. Υπάρχουν για παράδειγμα πολλές επιχειρήσεις που έκλεισαν επειδή άλλαξε απροειδοποίητα ένας νόμος (το θεσμικό πλαίσιο μεταβάλλεται συχνότατα), ή επίσης επειδή δεν εφαρμόστηκε ένας νόμος (πχ παρεμπόριο, παράνομες εισαγωγές, φοροδιαφυγή-εισφοροδιαφυγή ανταγωνιστών). Άλλος σοβαρός κίνδυνος για τις επιχειρήσεις είναι η γραφειοκρατία και η ταχύτητα ανταπόκρισης των κρατικών αρχών (πχ δημόσιοι διαγωνισμοί που εκκρεμούν επί χρόνια και φορτώνουν κόστη τις εταιρείες, ή και κούρεμα κρατικών ομολόγων που είχαν δοθεί σε επιχειρήσεις υποχρεωτικά έναντι οφειλών του δημοσίου προς αυτές), της δικαιοσύνης μη εξαιρουμένης.

Ωστόσο, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2009-2019) ο επιχειρηματικός κίνδυνος ανέβηκε σε πρωτόγνωρα επίπεδα! Οι επιχειρήσεις δεν είχαν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, κουρεύτηκαν ομόλογα δημοσίου και τραπεζών, επιβλήθηκε καθεστώς κεφαλαιακών ελέγχων, εταιρείες πιστώσεων σταμάτησαν να καλύπτουν τις εγχώριες εταιρείες, οι ξένοι δεν δέχονταν τις εγγυητικές επιστολές των ελληνικών τραπεζών, κινδύνευσαν οι τραπεζικές καταθέσεις.

Ο μεγαλύτερος όμως κίνδυνος για τις επιχειρήσεις προέκυψε από την απότομη υποχώρηση της ζήτησης. Οι καθηγητές μας στο πανεπιστήμιο έλεγαν πως μια εταιρεία είναι ασφαλής, όταν έχει επαρκώς διαφοροποιημένο πελατολόγιο και πωλήσεις 30% πάνω από το σημείο του break even, δηλαδή από τον όγκος των πωλήσεων, όπου το κέρδος είναι μηδενικό. Στην Ελλάδα όμως υπήρξαν πολλοί επιχειρηματικοί κλάδοι, όπου η μείωση της ζήτησης ξεπέρασε το 50% ακόμη και το 70%! Πώς αυτές οι επιχειρήσεις να αντέξουν και να μην οδηγηθούν σε λουκέτο, ή σε δανειακή υπερχρέωση;

Το μεγάλο λοιπόν πρόβλημα είναι πως η πανδημία του κορωνοϊού ήρθε να προστεθεί στους κινδύνους των ελληνικών επιχειρήσεων, αμέσως μετά τις επιπτώσεις της πολυετούς οικονομικής κρίσης, όπως ένας δεύτερος μεγάλος σεισμός ακολουθεί τον πρώτο.

Τα τρέχοντα ρίσκα των ελληνικών εταιρειών είναι μεγάλα, καθώς: α) Δεν γνωρίζουν το φετινό μέγεθος των απωλειών που θα επωμισθούν και κανείς δεν μπορεί να το εκτιμήσει με ασφάλεια β) Είναι πλήρως αβέβαιο για το πόσα χρόνια θα χρειαστούν μέχρις ότου η οικονομία επανέλθει στα επίπεδα του Ιανουαρίου του 2020 γ) Δεν είναι κατατεθειμένα τα προγράμματα στήριξης των κρατών και των επιχειρήσεων, ενώ ακόμη και αν είχαν ανακοινωθεί, δεν θα μπορούσε να εκτιμηθεί και η αποτελεσματικότητά τους.

Το πιθανότερο πάντως σενάριο είναι πως η όποια κρατική στήριξη σε μικρό σχετικά βαθμό θα «χαρίζει» λεφτά και στο μεγαλύτερο τμήμα της θα αποτελεί δανεισμό (χρηματοδότηση, ή αναβολή καταβολής φόρων) με μεγάλη χρονική διάρκεια και χαμηλά επιτόκια. Είναι πολύ πιθανόν -όπως λέγεται- να δοθούν μακροπρόθεσμα δάνεια-μπαλόνι, όπου οι επιχειρήσεις θα καταβάλλουν κάθε χρόνο μόνο τους τόκους (σχετικά μικρά σχετικά ποσά, λόγω χαμηλών επιτοκίων), ενώ το χρεολύσιο θα το αποπληρώσουν μετά από πέντε, επτά, ή ακόμη και δέκα χρόνια.

Σε μια τέτοια περίπτωση, πολλές επιχειρήσεις θα έχουν δανειακό προφίλ, ανάλογο με εκείνο του ελληνικού δημοσίου. Και αυτό γιατί το ελληνικό δημόσιο μπορεί να έχει δείκτη «χρέους προς ΑΕΠ» που σήμερα κυμαίνεται γύρω στο πανύψηλο 175% (και θα φτάσει ενδεχομένως στο 200% λόγω κορωνοϊού), πλην όμως δανείζεται με σχετική ευκολία γιατί το χρέος του είναι ρυθμισμένο και τοποθετημένο σε βάθος χρόνου. Με άλλα λόγια, οι αγορές δεν κοιτάζουν τόσο το δείκτη «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ», όσο το δείκτη «ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους προς ΑΕΠ» για τα επόμενα χρόνια, θέλοντας ο σχετικός δείκτης να υπολείπεται του 15%. Έτσι, επειδή η Ελλάδα για τα αμέσως επόμενα χρόνια θα αποπληρώνει κυρίως τόκους (και όχι χρεολύσια) ο σχετικός δείκτης είναι χαμηλότερος από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Κάτι τέτοιο φαίνεται πως θα ισχύσει και για τις επιχειρήσεις. Οι δείκτες «ξένα προς ίδια κεφάλαια» και «καθαρό χρέος προς EBITDA*» θα επιδεινωθούν σημαντικά εξ’ αιτίας του πρόσθετου δανεισμού που θα λάβουν πολλές ελληνικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, μεγαλύτερη σημασία πιθανόν να αποκτήσουν άλλοι δείκτες όπως αυτός της κυκλοφοριακής ρευστότητας (κυκλοφορούν ενεργητικό προς βραχυπρόθεσμο παθητικό), ή ο δείκτης «ετήσια τοκοχρεολύσια προς EBITDA» (όσο μικρότερη η τιμή του, τόσο καλύτερα για την εταιρεία).

Τι θα σημαίνει αυτό; Ότι όπως και οι αγορές περιμένουν από το ελληνικό δημόσιο να πάρει μέτρα για να ανεβάσει δραστικά το ΑΕΠ μέσα στα επόμενα χρόνια (να αποκλιμακωθεί δηλαδή ο δείκτης δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ κυρίως με την αύξηση του παρονομαστή) έτσι και οι τράπεζες θα περιμένουν από τις επιχειρήσεις να ανεβάσουν το EBITDA και με την πάροδο του χρόνου να οδηγηθούν σε λογικότερους (μικρότερους) δείκτες «καθαρού χρέους προς EBITDA», κυρίως μέσα από την αύξηση του παρονομαστή του κλάσματος.

Με άλλα λόγια, τα όποια μέτρα θα δώσουν πιθανότατα την ευκαιρία στις επιχειρήσεις να πληρώσουν το κόστος του κορωνοϊού «με δόσεις». Κάτι τέτοιο ωστόσο, θα απαιτήσει και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.


*Κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Κορωνοϊός